Ο Πέτερ Μάγιαρ πέρασε σε ελάχιστο χρόνο από άγνωστος τεχνοκράτης σε κεντρικό πρωταγωνιστή της ουγγρικής πολιτικής σκηνής, αφού στράφηκε δημόσια εναντίον του συστήματος Όρμπαν αποκαλύπτοντας ηχογραφημένες συνομιλίες της τότε συζύγου του και υπουργού Δικαιοσύνης, Γιούντιτ Βάργκα, για κυβερνητική παρέμβαση σε υπόθεση διαφθοράς. Η ηχογράφηση του 2023, που έγινε εν αγνοία της Βάργκα, πυροδότησε σκάνδαλο μεγατόνων και μετέτρεψε τον μέχρι τότε μεσαίου επιπέδου κρατικό λειτουργό σε πολιτική δύναμη, δίνοντάς του τη δυναμική να αμφισβητήσει όσο κανείς άλλος τα 16 χρόνια κυριαρχίας του Βίκτορ Όρμπαν. Καθώς ο Μάγιαρ οδηγεί το κίνημά του Tisza σε εκλογές με ισχυρό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, έχει καταφέρει να συσπειρώσει απογοητευμένους ψηφοφόρους από όλο το πολιτικό φάσμα, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που «γνωρίζει το σύστημα από μέσα» και μπορεί να το νικήσει.

Μια νίκη του Tisza δεν θα ανέτρεπε μόνο το Fidesz, αλλά θα μπορούσε να αλλάξει τη θέση της Ουγγαρίας στην Ευρώπη, μειώνοντας τη σύγκρουση με τις Βρυξέλλες για το κράτος δικαίου, απομακρύνοντας τη Βουδαπέστη από τη Μόσχα και επαναφέροντας τη χώρα ως πιο προβλέψιμο εταίρο στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ακόμη και ανάμεσα στους υποστηρικτές του, ο Πέτερ Μάγιαρ παραμένει βαθιά διχαστική φιγούρα: η σκληρή, συγκρουσιακή του στάση, το παρελθόν του ως «έμπιστος» του Fidesz και οι κατηγορίες της πρώην συζύγου του για κακοποιητική συμπεριφορά (τις οποίες εκείνος απορρίπτει ως «προπαγάνδα» του περιβάλλοντος Όρμπαν) προκαλούν έντονο προβληματισμό σε τμήματα της αντιπολίτευσης. Ακόμη και ο Πέτερ Μάρκι-Ζάι, πρώην κοινός υποψήφιος της αντιπολίτευσης, τον χαρακτηρίζει «αλαζόνα» και «σκληρό», προσθέτοντας όμως ότι ίσως ακριβώς αυτό χρειάζεται για να αντέξει την πίεση της μηχανής του Όρμπαν.

Πέτερ Μάγιαρ: από άνθρωπος του συστήματος σε «αποστάτης»

Ο Πέτερ Μάγιαρ προέρχεται από βαθιά πολιτικοποιημένο, χριστιανοδημοκρατικό περιβάλλον· πατέρας δικηγόρος, μητέρα ανώτερο στέλεχος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενώ στην ευρύτερη οικογένεια συγκαταλέγεται και ο πρώην πρόεδρος της Ουγγαρίας Φέρεντς Μάντλ, στοιχεία που τον έφεραν από νωρίς στον πυρήνα της μετακομμουνιστικής ελίτ της χώρας. Στα φοιτητικά του χρόνια συνδέθηκε στενά με στελέχη του Fidesz, όπως ο σημερινός διευθυντής του πρωθυπουργικού γραφείου Γκέργκεϊ Γκούλιας, με τον οποίο έζησαν μαζί στο Αμβούργο, ενώ αργότερα εντάχθηκε επίσημα στο κόμμα και κινήθηκε ως καλά δικτυωμένος «εσωτερικός» του συστήματος.

Γνώρισε τη Γιούντιτ Βάργκα το 2005 σε πάρτι του Γκούλιας, παντρεύτηκαν έναν χρόνο μετά και εκείνη αναρριχήθηκε γρήγορα στην ιεραρχία του Fidesz, φτάνοντας στη θέση της υπουργού Δικαιοσύνης το 2019. Ο Μάγιαρ, αντίθετα, παρέμεινε στην περιφέρεια: πρώτα ως πατέρας που έμεινε σπίτι με τα παιδιά στις Βρυξέλλες και έπειτα σε μεσαίες θέσεις στην ουγγρική αντιπροσωπεία στην ΕΕ και σε κρατικούς φορείς, βλέποντας τις φιλοδοξίες του για υψηλότερα αξιώματα να απορρίπτονται επανειλημμένα ως «υπερβολικά φιλόδοξες και ανεξάρτητες» από τους υπουργούς. Αυτή η ανισορροπία, όπως περιγράφουν συνομιλητές του, «έβραζε» για χρόνια και τροφοδότησε βαθιά προσωπική και πολιτική δυσαρέσκεια.

Το 2023, δύο μήνες πριν το διαζύγιό τους, ο Πέτερ Μάγιαρ κατέγραψε κρυφά τη Βάργκα να περιγράφει κυβερνητική παρέμβαση σε υπόθεση διαφθοράς, ισχυριζόμενος αργότερα ότι επεδίωκε μια «ασφάλεια» σε περίπτωση ρήξης με το καθεστώς. Για μήνες δεν δημοσιοποίησε το υλικό, επικαλούμενος την προστασία των τριών παιδιών τους, έως ότου η «υπόθεση χάριτος» σε συνεργό παιδεραστή, που οδήγησε στην παραίτηση της Βάργκα και της προέδρου Καταλίν Νοβάκ τον Φεβρουάριο 2024, του έδωσε την αφορμή να στραφεί ανοιχτά κατά του Fidesz. Με οξύ κείμενο στο Facebook κατηγόρησε την ηγεσία του κόμματος ότι «κρύβεται πίσω από γυναικείες φούστες», παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως εσωτερικό μάρτυρα που σπάει τη σιωπή για τη διαφθορά του συστήματος.

Πέτερ Μάγιαρ και Tisza: το «startup» κόμμα που απειλεί το Fidesz

Μετά την αρχική του έκρηξη στα κοινωνικά δίκτυα, ο Πέτερ Μάγιαρ πέρασε γρήγορα στα ανεξάρτητα μέσα, προσελκύοντας δεκάδες χιλιάδες απογοητευμένους ψηφοφόρους μέσα σε συγκυρία υψηλού πληθωρισμού και κρίσης κόστους ζωής. Σε μεγάλη διαδήλωση τον Μάρτιο συγκέντρωσε περίπου 50.000 ανθρώπους, γεγονός που λειτούργησε ως εφαλτήριο για τη δημιουργία οργανωμένου πολιτικού φορέα. Μαζί με επιχειρηματίες και δημόσια πρόσωπα – ανάμεσά τους ο επιχειρηματίας Ντέζε Φάρκας, ο σκηνοθέτης Μαρκ Ράντναϊ και ο ηθοποιός–influencer Έρβιν Νάγκι – ξεκίνησαν να στήνουν το κίνημα Tisza σαν πολιτικό «startup», με δίκτυα δωρεών, ισχυρή ψηφιακή υποδομή και χιλιάδες εθελοντές.

Για να κατέβουν στις ευρωεκλογές του 2024, «κούμπωσαν» πάνω σε ένα μικρό, άγνωστο κόμμα και μέσα σε λίγες εβδομάδες κατάφεραν εκλογικό άλμα: η Tisza πήρε 29,6%, ενώ το Fidesz έπεσε στο 44,82%, το χαμηλότερο ποσοστό του. Υποστηρικτές του Μάγιαρ, όπως η ανεξάρτητη βουλευτής Καταλίν Τσε, τον βλέπουν ως «insider που γνωρίζει τους ανθρώπους του συστήματος, καθόταν στην πρώτη σειρά της μηχανής Όρμπαν και άρα είναι ικανός να την νικήσει». Ο ίδιος ενισχύει την απήχησή του με συνεχείς περιοδείες – φτάνοντας μέχρι και έξι πόλεις τη μέρα – και κινήσεις υψηλού συμβολισμού, όπως η πεζοπορία 250 χλμ. από τη Βουδαπέστη έως την Οραντέα στη Ρουμανία για να προσεγγίσει ουγγρικές μειονότητες που ως τώρα στήριζαν μαζικά το Fidesz.

Στο ψηφιακό πεδίο, ο Πέτερ Μάγιαρ αξιοποιεί έντονα το Facebook και ένα δίκτυο τοπικών ομάδων «Tisza Islands», που λειτουργούν ως κόμβοι βάσης ακόμη και σε παραδοσιακά κάστρα του Fidesz. Όπως σημειώνει ο υπεύθυνος ευρωπαϊκών υποθέσεων του κόμματος Μάρτον Χάιντου, ο Μάγιαρ «μιλά τη γλώσσα του αλγορίθμου, αλλά χτίζει εμπιστοσύνη δια ζώσης» και διατηρεί στρατηγική ψυχραιμία παρά την ταχύτητα του κύκλου ειδήσεων. Ακόμη και στελέχη του Fidesz, όπως ο δήμαρχος Σέκεσφεχερβαρ Αντράς Τσερ-Πάλκοβιτς, παραδέχονται ότι «υπάρχει σημαντική κοινωνική στήριξη πίσω από την Tisza» και προβλέπουν εξαιρετικά «σφιχτή» εκλογική μάχη.

Πέτερ Μάγιαρ, «δύσκολος χαρακτήρας» και ρίσκο για την επόμενη μέρα

Καθώς όμως η Tisza γιγαντώθηκε, μεγάλωσαν και οι ερωτήσεις για τον άνθρωπο στο κέντρο της. Ο Ντέζε Φάρκας, από τους συνιδρυτές, αποχώρησε μετά τις ευρωεκλογές του 2024, καταγγέλλοντας ότι το αρχικό, «startup» κλίμα αντικαταστάθηκε από εσωτερικές μάχες εξουσίας και κουλτούρα «πίστης αντί για αξιοκρατία», που του θύμισε το σύστημα Fidesz, στο οποίο ο Μάγιαρ είχε θητεύσει. Ο ίδιος ο Πέτερ Μάγιαρ περιγράφει το κόμμα ως «one-man show»: είναι ο μόνος που επιτρέπεται να δίνει συνεντεύξεις, ενώ το επικοινωνιακό επιτελείο αποθαρρύνει μέλη και εθελοντές από ανεξέλεγκτες δηλώσεις στα ΜΜΕ, στο όνομα της «πειθαρχίας μηνύματος» απέναντι στην εχθρική φιλοκυβερνητική ενημέρωση.

Παράλληλα, πρώην συνεργάτες του τον χαρακτηρίζουν «πεισματάρη» και συγκρουσιακό, συγκρίνοντάς τον σε ύφος με τον πρώην προϊστάμενό του στην ουγγρική αντιπροσωπεία στην ΕΕ, Όλιβερ Βάρχεϊ, που έχει κατηγορηθεί για φωνές και ύβρεις σε συνεργάτες. Στο προσωπικό επίπεδο, η Βάργκα τον έχει κατηγορήσει δημόσια για σωματική και λεκτική βία – ακόμη και ότι την κλείδωσε σε δωμάτιο – κατηγορίες που εκείνος απορρίπτει ως οργανωμένη «λάσπη» από το περιβάλλον Όρμπαν, ενώ η Δικαιοσύνη δεν έχει εκδώσει οριστική απόφαση. Ο ίδιος παίζει συνειδητά με την εικόνα του «σκληρού»: σε ανάρτησή του εμφανίζεται με φούτερ που γράφει «The Man», ενώ σε ντοκιμαντέρ αυτοχαρακτηρίζεται «δύσκολος άνθρωπος» που «προσπαθεί» να βελτιωθεί.

Παρά αυτά τα βαρίδια, πολλοί υποστηρικτές του τα θεωρούν δευτερεύοντα μπροστά στον στόχο της απομάκρυνσης του Όρμπαν. Η βουλευτής Τίμεα Σαμπό, που παραιτήθηκε για να ανοίξει θέση σε υποψήφιο της Tisza, λέει χαρακτηριστικά ότι «δεν ψηφίζουμε Tisza, ψηφίζουμε εναντίον του Fidesz – οι Ούγγροι θα ψήφιζαν ακόμη και κατσίκα αν κατέβαινε απέναντι στον Όρμπαν». Ωστόσο, ο Πέτερ Μάρκι-Ζάι προειδοποιεί ότι αν ο Μάγιαρ δεν εκπληρώσει τις μεγάλες υποσχέσεις του – φυλάκιση Όρμπαν, αποκατάσταση δημοκρατίας και κράτους δικαίου – «το κύμα που τον σήκωσε μπορεί πολύ γρήγορα να τον συντρίψει».