Απόφαση-έκπληξη εξέδωσε δικαστήριο στη Μασαχουσέτη, αθωώνοντας την αστυνομικό που είχε πυροβοληθεί από συνάδελφό της και στη συνέχεια είχε κατηγορηθεί για επίθεση εναντίον του.

Η 29χρονη, Κέλσι Φιτζσίμονς, κρίθηκε αθώα για την κατηγορία της επίθεσης με επικίνδυνο όπλο, μετά από τριήμερη ακροαματική διαδικασία, με τον δικαστή Τζέφρι Καρπ να εκδίδει την απόφαση αντί ενόρκων. Βγαίνοντας από το δικαστήριο, η ίδια εμφανίστηκε εμφανώς ανακουφισμένη, δηλώνοντας πως «μπορεί ξανά να αναπνεύσει» έπειτα από μήνες έντονης ψυχολογικής πίεσης και αβεβαιότητας.

Η υπόθεση ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2025, όταν τρεις αστυνομικοί έφτασαν στο σπίτι της για να της επιδώσουν περιοριστικά μέτρα που είχε ζητήσει ο αρραβωνιαστικός της, αφαιρώντας της προσωρινά την επιμέλεια του βρέφους της, αλλά και την επαφή με τον σκύλο της. Η ίδια υποστήριξε ότι εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε σοβαρή επιλόχεια κατάθλιψη, μόλις τέσσερις μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού της, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την ψυχολογική της κατάσταση.

Κατά τη διάρκεια της έντασης στο υπνοδωμάτιό της, η Φιτζσίμονς παραδέχτηκε ότι έβγαλε το υπηρεσιακό της όπλο, ωστόσο τόνισε πως το είχε στραμμένο προς το κεφάλι της, σε μια απόπειρα αυτοκτονίας. «Ήθελα να μείνω μόνη με το όπλο μου και να βάλω τέλος στη ζωή μου. Πήρα αυτή την απόφαση όταν ένιωσα ότι έχασα τα πάντα μέσα σε 15 δευτερόλεπτα», κατέθεσε χαρακτηριστικά στο δικαστήριο.

Αντίθετα, ο συνάδελφός της, Πάτρικ Νούναν, υποστήριξε ότι η αστυνομικός τον σημάδεψε, με αποτέλεσμα να θεωρήσει ότι κινδύνευε άμεσα η ζωή του ή του αρραβωνιαστικού της που βρισκόταν στο κάτω επίπεδο του σπιτιού. Όπως κατέθεσε, άκουσε ένα «κλικ» από το όπλο και στη συνέχεια πυροβόλησε δύο φορές, τραυματίζοντάς τη σοβαρά. Η Φιτζσίμονς υπέστη διάτρηση πνεύμονα και μεταφέρθηκε εσπευσμένα με ελικόπτερο σε νοσοκομείο, όπου νοσηλεύτηκε για περισσότερες από 50 ημέρες και υποβλήθηκε σε πέντε χειρουργικές επεμβάσεις. Το περιστατικό είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς η ίδια βρέθηκε από θύμα πυροβολισμού κατηγορούμενη για επίθεση.

Στην αιτιολόγηση της απόφασής του, ο δικαστής ανέφερε ότι και οι δύο εκδοχές των γεγονότων κρίθηκαν αξιόπιστες, κάτι που καθιστούσε την υπόθεση «ιδιαίτερα δύσκολη και ασυνήθιστη». Ωστόσο, υπογράμμισε ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία, γεγονός που δεν επέτρεπε την καταδίκη της κατηγορούμενης. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην απουσία καμερών σώματος, σημειώνοντας ότι εάν οι αστυνομικοί έφεραν τέτοιο εξοπλισμό, η υπόθεση θα μπορούσε να είχε διαλευκανθεί πολύ πιο εύκολα και με σαφήνεια.

Μετά την αθώωσή της, η Φιτζσίμονς δήλωσε ότι βασικός της στόχος είναι να επανασυνδεθεί με τον γιο της, αποκαλύπτοντας ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής της περνούσε ημέρες «ξαπλωμένη σε ένα στρώμα, κλαίγοντας ξανά και ξανά». Παράλληλα, περιέγραψε την πλήρη ανατροπή της ζωής της, λέγοντας ότι μέσα σε λίγα λεπτά έχασε την οικογένειά της, τη σχέση της, το σπίτι της και ενδεχομένως την καριέρα της.

Από την πλευρά της υπεράσπισης, τονίστηκε ότι η αστυνομικός δεν είχε κανένα κίνητρο να επιτεθεί στον συνάδελφό της, ενώ αμφισβητήθηκε έντονα η αξιοπιστία της εκδοχής του Νούναν, η οποία χαρακτηρίστηκε υπερβολική. Ωστόσο, η εισαγγελία εξέφρασε τη διαφωνία της με την απόφαση, επισημαίνοντας ότι η δίωξη βασίστηκε σε αξιόπιστα στοιχεία και καταθέσεις, παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, όπως αναφέρει το δημοσίευμα της nypost.