Η Ευρώπη εμφανίζεται για πρώτη φορά τόσο ενωμένη απέναντι στον Τραμπ, αλλά η «νέα ενότητα» κρύβει βαθιές ρωγμές, εξαρτήσεις και φόβους για την επόμενη μέρα στον πόλεμο με το Ιράν και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Η άρνηση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να συμμετάσχουν στη δύναμη που ζητά ο Αμερικανός πρόεδρος για το Στενό του Ορμούζ δείχνει μια ήπειρο που ψάχνει επιτέλους να χαράξει δική της στρατηγική, χωρίς όμως να έχει ακόμη τα εργαλεία για να το πετύχει.
Οι τελευταίες εβδομάδες βρήκαν τον Ντόναλντ Τραμπ να απαιτεί δημόσια από τους Ευρωπαίους συμμάχους του να συνταχθούν με τις ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν, απειλώντας ακόμη και με «κακό» μέλλον για το ΝΑΤΟ αν δεν σταλούν πολεμικά πλοία για να ανοίξει δια της βίας το Στενό του Ορμούζ. Από τη Βαρσοβία μέχρι τη Μαδρίτη, και από τις παραδοσιακά πιο «ατλαντικές» πρωτεύουσες μέχρι τις πιο επιφυλακτικές, η απάντηση ήταν σχεδόν πρωτοφανώς ομοιόφωνη: «Δεν είναι ο δικός μας πόλεμος». Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, αλλά και ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Πέντρο Σάντσεθ και ο Σιρ Κιρ Στάρμερ, έσπευσαν να κλείσουν την πόρτα στη συμμετοχή σε μια αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική κλιμάκωση που δεν συζητήθηκε ποτέ με τους Ευρωπαίους.
Την ίδια ώρα, οι Βρυξέλλες μετατρέπουν μια προγραμματισμένη «οικονομική» σύνοδο κορυφής σε έκτακτη σύνοδο κρίσης για το Ιράν, την ενέργεια και το μέλλον της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, ενώ διπλωμάτες παραδέχονται ότι η ΕΕ έχει «λίγη επιρροή και τεράστια διακύβευση» στον πόλεμο. Η διακοπή της ροής μέσω Ορμούζ εκτοξεύει τις τιμές της ενέργειας, με μια ήπειρο που εισάγει περίπου το 90% του πετρελαίου και του φυσικού της αερίου να βρίσκεται πολύ πιο εκτεθειμένη από τις ΗΠΑ, και τις κυβερνήσεις να συζητούν κρατικές ενισχύσεις και ακόμη και ξήλωμα ή χαλάρωση του συστήματος τιμολόγησης άνθρακα για να αντέξουν το σοκ. Την ίδια στιγμή, προτάσεις όπως αυτή του Βέλγου πρωθυπουργού Μπαρτ ντε Βέβερ για «κανονικοποίηση» των σχέσεων με τη Ρωσία ώστε να αποκατασταθεί η πρόσβαση στο φθηνό ρωσικό αέριο ανοίγουν νέο μέτωπο ανάμεσα σε χώρες που παραμένουν σταθερές στη γραμμή στήριξης της Ουκρανίας και κυρώσεων κατά του Κρεμλίνου και σε κυβερνήσεις που βλέπουν στη Μόσχα μια αναγκαία και επικίνδυνη ενεργειακή σανίδα σωτηρίας.
Τραμπ και Ευρώπη στο όριο
Η πολιτική του Τραμπ απέναντι στην Ευρώπη είχε ήδη δοκιμάσει τα όρια του ΝΑΤΟ και των διατλαντικών σχέσεων: απειλές για αποχώρηση από τη Συμμαχία, πάγωμα στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία, εμπορικοί δασμοί και «εκβιασμοί» για συμφωνίες, ακόμη και ανορθόδοξες κινήσεις όπως η απόπειρα να «αγοράσει» τη Γροιλανδία από τη Δανία. Το σημερινό αδιέξοδο με το Ιράν, μετά την εγκατάλειψη της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 που οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν κορυφαίο διπλωματικό τους επίτευγμα, θεωρείται από πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ως «προβλέψιμη» συνέπεια της αμερικανικής επιλογής της στρατιωτικής κλιμάκωσης αντί της διπλωματίας.
Ωστόσο, παρά τον νέο τόνο αυτοπεποίθησης, η Ένωση απέχει πολύ από αυτό που οι Γάλλοι –και όχι μόνο– περιγράφουν ως πραγματική στρατηγική αυτονομία. Οι βαθιές διαφορές για το διεθνές δίκαιο, τον ρόλο της ΕΕ ως «ηθικής υπερδύναμης» και το επίπεδο ανοχής απέναντι σε έναν εχθρικό Λευκό Οίκο αναδεικνύονται σε κάθε κρίση, από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή, αποκαλύπτοντας ένα μπλοκ που δυσκολεύεται να δράσει γρήγορα και ενιαία όταν η γεωπολιτική πραγματικότητα αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Μπορεί η Ευρώπη να απεξαρτηθεί από τον Τραμπ;
Το επεισόδιο της Γροιλανδίας έδειξε ότι η Ευρώπη μπορεί να συγκροτήσει ενιαίο μέτωπο και να ετοιμάσει ένα πραγματικό «οικονομικό μπαζούκα» εναντίον της Ουάσινγκτον, με σχέδια για δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα και περιορισμούς σε τεχνολογικούς κολοσσούς, πριν ο Τραμπ υποχωρήσει και η κρίση εκτονωθεί. Η σημερινή άρνηση συμμετοχής στη ναυτική αποστολή του Ορμούζ θεωρείται από πολλούς ως ακόμη πιο καθαρή στιγμή συλλογικής αντίστασης, όμως ειδικοί προειδοποιούν ότι οι επιλογές αντιποίνων του Αμερικανού προέδρου –από την αναστολή κρίσιμων πληροφοριών προς την Ουκρανία μέχρι το «άνοιγμα της στρόφιγγας» στα ρωσικά έσοδα μέσω άρσης κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο– κρατούν την ΕΕ σε θέση ομηρίας, σύμφωνα με τους Financial Times.
Ταυτόχρονα, οι εσωτερικές διαφορές είναι αγεφύρωτες: για κράτη της Βαλτικής, ο Τραμπ παραμένει «αναγκαίο κακό» και μοναδικό ανάχωμα απέναντι στη Ρωσία, ενώ για κυβερνήσεις όπως της Ισπανίας, που συγκρούστηκαν ανοιχτά με την Ουάσινγκτον αρνούμενες να επιτρέψουν χτυπήματα κατά του Ιράν από βάσεις στο έδαφός τους, η σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο θεωρείται επένδυση σε έναν νέο, πιο ανεξάρτητο ρόλο της Ευρώπης. Ο πρώην επικεφαλής διπλωματίας της ΕΕ Τζοζέπ Μπορέλ μιλά πλέον για μια Ένωση με «ανεπαρκή δομή» για την αντιμετώπιση παγκόσμιων κρίσεων, ενώ δεξαμενές σκέψης σε Βρυξέλλες και Βερολίνο υπογραμμίζουν ότι χωρίς ικανότητα αυτόνομης αποτροπής της Ρωσίας, η Ευρώπη δύσκολα θα χρησιμοποιήσει πραγματικά την οικονομική της ισχύ ως γεωπολιτικό εργαλείο – ιδίως όταν απέναντι βρίσκεται ο Τραμπ.
.