Υπό τη βαριά σκιά μιας επικείμενης πολεμικής σύρραξης, αξιωματούχοι από την Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη προσέρχονται σήμερα, Πέμπτη 26/02, στη Γενεύη για έναν κρίσιμο, τρίτο γύρο έμμεσων συνομιλιών.
Η συνάντηση πραγματοποιείται σε μια εξαιρετικά οριακή συγκυρία, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να προειδοποιεί ανοιχτά με στρατιωτικό πλήγμα, εάν δεν επιτευχθεί άμεσα συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Το κλίμα είναι τεταμένο, καθώς η Ουάσινγκτον έχει προχωρήσει στη μεγαλύτερη στρατιωτική ενίσχυση των δυνάμεών της στη Μέση Ανατολή μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, ενώ το Ιράν διεμηνύει πως θα απαντήσει με σφοδρότητα σε οποιαδήποτε επίθεση.
Αδιέξοδο και ασάφεια
Αν και οι συνομιλίες θεωρούνται η «τελευταία ελπίδα» για την αποτροπή μιας σύρραξης, οι πιθανότητες επιτυχίας παραμένουν αβέβαιες. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει αποσαφηνίσει, σύμφωνα με το BBC, τις ακριβείς απαιτήσεις του, ούτε τους λόγους για τους οποίους κρίνει αναγκαία μια στρατιωτική επιχείρηση αυτή τη στιγμή – μόλις οκτώ μήνες μετά τον βομβαρδισμό ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων κατά τη διάρκεια της πολεμικής εμπλοκής Ισραήλ και Ιράν.
Εδώ και δεκαετίες, ΗΠΑ και Ισραήλ κατηγορούν την Τεχεράνη για μυστική ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Από την πλευρά του, το Ιράν επιμένει πως το πρόγραμμά του έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι είναι το μόνο κράτος χωρίς πυρηνικό οπλοστάσιο που εμπλουτίζει ουράνιο σε επίπεδα πολύ κοντά σε αυτά που απαιτούνται για την κατασκευή βόμβας.
Οι θέσεις των δύο πλευρών
Παρά την άρνηση της Τεχεράνης να σταματήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου στο έδαφός της, υπάρχουν ενδείξεις ότι ίσως προχωρήσει σε κάποιες υποχωρήσεις. Στην πρόσφατη ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης, ο Τραμπ αναφέρθηκε αόριστα στις εντάσεις, ισχυριζόμενος –χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες– ότι το Ιράν κατασκευάζει πυραύλους που σύντομα θα μπορούν να πλήξουν τις ΗΠΑ. Κατηγόρησε επίσης τη χώρα ότι προσπαθεί να «κάνει μια νέα αρχή» στο πυρηνικό της πρόγραμμα μετά τα περσινά πλήγματα, τονίζοντας ότι δεν θα επιτρέψει στον «μεγαλύτερο χορηγό της τρομοκρατίας» να αποκτήσει πυρηνικά.
Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Ιούνιο, οι ΗΠΑ συμμετείχαν μαζί με το Ισραήλ σε βομβαρδισμούς τριών πυρηνικών εγκαταστάσεων στο Ιράν, τις οποίες ο Τραμπ χαρακτήρισε τότε «ισοπεδωμένες». Το Ιράν υποστηρίζει ότι οι δραστηριότητες εμπλουτισμού σταμάτησαν έκτοτε, ωστόσο δεν επιτρέπει στους επιθεωρητές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) την πρόσβαση στα κατεστραμμένα σημεία.
Το παρασκήνιο της Γενεύης
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, με τη μεσολάβηση του Ομάν, θα βρεθούν ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγκτσί, και από την αμερικανική πλευρά ο ειδικός απεσταλμένος, Στιβ Γουίτκοφ, μαζί με τον γαμπρό του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ.
Αν και οι προτάσεις του Ιράν παραμένουν μυστικές, εκτιμάται ότι θα συζητηθεί η δημιουργία μιας περιφερειακής κοινοπραξίας για τον εμπλουτισμό ουρανίου, καθώς και η τύχη του αποθέματος 400 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που κατέχει η χώρα. Ως αντάλλαγμα, η Τεχεράνη ζητά την άρση των κυρώσεων που έχουν γονατίσει την οικονομία της.
Τα «αγκάθια» και ο ρόλος του Ισραήλ
Η κατάσταση περιπλέκεται καθώς το Ιράν αρνείται να συζητήσει περιορισμούς στο βαλλιστικό του πρόγραμμα ή τη διακοπή της στήριξης προς τον «Άξονα της Αντίστασης» (Χαμάς, Χεζμπολάχ, Χούθι κ.ά.).
Την ίδια ώρα, δημοσιεύματα στις ΗΠΑ αναφέρουν ότι ο Τραμπ εξετάζει προειδοποιητικά πλήγματα κατά των Φρουρών της Επανάστασης ή πυρηνικών στόχων. Σε περίπτωση πλήρους αποτυχίας των συνομιλιών, φέρεται να εξετάζει ακόμα και την ανατροπή του Ανώτατου Ηγέτη, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
Από την πλευρά του, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, πιέζει για μια σκληρή στάση, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν περιλαμβάνει τους πυραύλους και τους «πληρεξούσιους» (proxies) του Ιράν θα είναι επικίνδυνη. Αναλυτές εκτιμούν πως ο Νετανιάχου ίσως επιδιώκει πλέον ανοιχτά την πτώση του ιρανικού καθεστώτος.
Τέλος, προβληματισμός επικρατεί και στο αμερικανικό Πεντάγωνο, με τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου να προειδοποιεί για τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης και απρόβλεπτης σύρραξης, παρά την αισιοδοξία του Τραμπ ότι ένας τέτοιος πόλεμος θα κερδιζόταν «εύκολα».