Η συστηματική εμπλοκή συντηρητών χαρτιού και βιβλιοδετών στο ναζιστικό καθεστώς και η άμεση συμβολή τους στη γενοκτονία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αποκαλύπτεται μέσα από νέα ιστορική έρευνα, η οποία φέρνει στο φως έναν άγνωστο μέχρι σήμερα μηχανισμό εντοπισμού πολιτών εβραϊκής καταγωγής μέσω εκκλησιαστικών και διοικητικών αρχείων.

Σύμφωνα με την έρευνα της Βρετανίδας ιστορικού Μόργουεννα Μπλέουετ, ειδικής στην ιστορία της συντήρησης και συνεργαζόμενου μέλους του Worcester College του πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, κατά τις δεκαετίες του 1930 και του 1940 εφαρμόστηκε σε πανευρωπαϊκή κλίμακα ένα οργανωμένο πρόγραμμα αποκατάστασης ιστορικών αρχείων. Στόχος του προγράμματος ήταν η επιδιόρθωση και ο καθαρισμός εκκλησιαστικών και πολιτικών μητρώων, ώστε να καταστούν αναγνώσιμα και να χρησιμοποιηθούν από τους Ναζί για την ανίχνευση «φυλετικής» καταγωγής.

Η Μπλέουετ εντόπισε ναζιστική αλληλογραφία και διοικητικά έγγραφα που αποδεικνύουν τον ρόλο τεχνιτών και επιστημόνων στη συντήρηση μητρώων γεννήσεων, μεταστροφών, βαπτίσεων και γάμων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την τεκμηρίωση κληρονομικής «φυλετικής» ταυτότητας. Όπως τονίζει ο Guardian τα ευρήματα προέρχονται από δημόσιες συλλογές, μεταξύ των οποίων και τα ομοσπονδιακά αρχεία της Γερμανίας στο Βερολίνο, και καταδεικνύουν τη συνενοχή συντηρητών, αποκαταστατών και χημικών χαρτιού τόσο εντός της Γερμανίας όσο και σε κατεχόμενες χώρες.

«Δημιουργούσαν ένα σωρευτικό αρχείο ανθρώπων που δυνητικά θα μπορούσαν να δολοφονηθούν, ένα είδος λίστας θανάτου», δήλωσε η ίδια, τονίζοντας ότι οι εμπλεκόμενοι ξεπέρασαν ακόμη και τις επίσημες απαιτήσεις του καθεστώτος για την επιβολή της “φυλετικής” καταγραφής των πληθυσμών. Έξι εκατομμύρια Εβραίοι δολοφονήθηκαν στο Ολοκαύτωμα, ενώ, όπως επισημαίνει η ιστορικός, αν και ήταν γνωστή η ανάγκη απόδειξης καταγωγής, ελάχιστη προσοχή είχε δοθεί μέχρι σήμερα στις τεχνικές διαδικασίες μέσω των οποίων αυτό επιτεύχθηκε.

Στα αρχεία, η Μπλέουετ εντόπισε επίσημα έγγραφα που αφορούσαν τη στρατολόγηση βιβλιοδετών, καθώς και επιστολές μεταξύ αξιωματούχων που αναφέρονταν στον καθαρισμό εγγράφων με την προσδοκία ότι αυτά θα τεκμηρίωναν τη «φυλετική καθαρότητα». Από σωζόμενα διοικητικά στοιχεία προκύπτει ότι έως το 1940, μεταξύ των στρατολογημένων βρισκόταν και ο πρωτομάστορας βιβλιοδέτης Φραντς Κράουζε από το Νάισε, πόλη που σήμερα βρίσκεται στη νοτιοδυτική Πολωνία.

Σε χαρακτηριστικό απόσπασμα, Ναζί αξιωματούχος ανέφερε ότι τα γερμανικά εκκλησιαστικά βιβλία, τα οποία καταγράφουν ακόμη και τις μικρότερες αγροτικές κοινότητες σε περισσότερους από εκατό χιλιάδες τόμους, αποτελούσαν τη σημαντικότερη πηγή για την ιστορία του πληθυσμού, την απόδειξη καταγωγής και τη γενεαλογία. Πολλά από τα χειρόγραφα, ηλικίας αρκετών αιώνων, είχαν καταστεί δυσανάγνωστα λόγω φθοράς, ρύπανσης και μούχλας.

Παρά τη σημασία τους ως ιστορικά τεκμήρια, οι συντηρητές εφάρμοσαν, σύμφωνα με τη Μπλέουετ, «ιδιαίτερα καταστροφικές διαδικασίες». Όπως σημειώνει, δεν τους ενδιέφερε η διατήρηση των αντικειμένων, αλλά αποκλειστικά η αναγνωσιμότητά τους. Ενδεικτικά, σελίδες χειρογράφων εμποτίζονταν με γλυκερίνη ώστε να καταστούν ευανάγνωστες, πρακτική που δεν συνάδει με τα πρότυπα συντήρησης της εποχής, καθώς η τριβή μπορούσε να σχίσει ήδη φθαρμένο χαρτί και να αλλοιώσει τις ίνες του. Παράλληλα, εντοπίστηκε διαφημιστικό υλικό τεχνικών εταιρειών που παρείχαν υλικά πλαστικοποίησης για την «ανάγνωση» εξαιρετικά εύθραυστων σελίδων.

Η Μπλέουετ, η οποία στο παρελθόν εργάστηκε ως συντηρήτρια ζωγραφικών έργων στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, ήρθε τυχαία σε επαφή με το υλικό κατά τη μελέτη πολιτιστικών οργανισμών που ιδρύθηκαν υπό το ναζιστικό καθεστώς. Όπως εξηγεί, αρχικά δεν κατανοούσε γιατί υπήρχαν τόσες αναφορές σε βιβλιοδεσία και καθαρισμό εκκλησιαστικών εγγράφων, γεγονός που την οδήγησε να ερευνήσει βαθύτερα το σχέδιο και τη σύνδεσή του με την παραγωγή αποδείξεων «άριας» καταγωγής.

Τα πορίσματα της έρευνάς της περιλαμβάνονται στο νέο της βιβλίο Art Restoration Under the Nazi Regime, το οποίο κυκλοφόρησε αυτόν τον μήνα από τον εκδοτικό οίκο Palgrave Macmillan. Όπως γράφει χαρακτηριστικά, μέσω της εργασίας τους οι συντηρητές συνωμότησαν με το ναζιστικό καθεστώς, διευκολύνοντας εγκληματικές πράξεις, αποκομίζοντας σημαντικά οφέλη, ενώ οι φήμη τους παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αλώβητη.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο Μάικλ Ντέιλι, διευθυντής του οργανισμού ArtWatch UK, έκανε λόγο για «σοκαριστική κατάχρηση δεξιοτήτων», επισημαίνοντας τη δύναμη που διαθέτουν όσοι ελέγχουν την εμφάνιση και την αναγνωσιμότητα των αντικειμένων, είτε για καλό είτε για κακό.