Το πείραμα του «Μικρού Άλμπερτ» αποτελεί μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές στην ιστορία της ψυχολογίας. Αν και τα συμπεράσματά του δημοσιεύθηκαν το 1920, οι μεθοδολογικές και ηθικές του προεκτάσεις εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο συζήτησης μέχρι σήμερα.

Η μελέτη βασίστηκε στις αρχές της κλασικής εξάρτησης που είχε διατυπώσει ο Ivan Pavlov. Όπως ο Pavlov απέδειξε ότι τα σκυλιά μπορούν να αναπτύξουν μια βιολογική αντίδραση (σιελόρροια) σε ένα ουδέτερο ερέθισμα, όπως ο ήχος ενός κουδουνιού, έτσι και ο John B. Watson με τη Rosalie Rayner θέλησαν να εξετάσουν αν η ίδια θεωρία μπορεί να εφαρμοστεί στα ανθρώπινα συναισθήματα.

Για τον σκοπό αυτό, επέλεξαν ένα βρέφος εννέα μηνών, επιχειρώντας να διερευνήσουν αν ένας φόβος μπορεί να διαμορφωθεί τεχνητά μέσω της συστηματικής σύνδεσης δύο άσχετων μεταξύ τους ερεθισμάτων.

Οι ερευνητές, αφού εξασφάλισαν την άδεια της μητέρας του Άλμπερτ, σχεδίασαν μια διαδικασία παρατήρησης και δοκιμών με έναν συγκεκριμένο σκοπό: να διαπιστώσουν αν μπορούσαν να «εκπαιδεύσουν» το παιδί να φοβάται ένα αντικείμενο που μέχρι τότε του ήταν εντελώς αδιάφορο, μέσω της μεθόδου της εξαρτημένης μάθησης.

Το προφίλ του συμμετέχοντα

Ο μικρός Άλμπερτ μεγάλωσε μέσα σε νοσοκομειακό περιβάλλον, καθώς η μητέρα του εργαζόταν ως νοσοκόμα στο ίδρυμα Harriet Lane Home για παιδιά με αναπηρίες.

Σε ηλικία εννέα μηνών ήταν ένα υγιέστατο βρέφος, περίπου δέκα κιλών, το οποίο οι Watson και Rayner περιέγραφαν ως «σταθερό και ανέκφραστο». Αυτή η ασυνήθιστα ήρεμη ιδιοσυγκρασία του, σε συνδυασμό με την καλή του υγεία, ήταν οι βασικοί λόγοι που επιλέχθηκε για το πείραμα. Μάλιστα, θεωρήθηκε ότι αυτή ακριβώς η συναισθηματική του σταθερότητα θα επηρέαζε τον τρόπο που αντέδρασε στις δοκιμές, κάνοντάς τον λιγότερο παρορμητικό από ό,τι θα ήταν ένα πιο εκδηλωτικό παιδί.

Η πρώτη επαφή (Αρχική αξιολόγηση)

Όταν ο Άλμπερτ έκλεισε τους εννέα μήνες, οι ερευνητές εξέτασαν τις αντιδράσεις του σε διάφορα ερεθίσματα. Το παιδί δεν έδειξε να φοβάται όταν ήρθε σε επαφή με έναν λευκό αρουραίο, ένα κουνέλι, έναν σκύλο, μια μαϊμού, με διάφορες μάσκες, με βαμβάκι ή ακόμα και όταν του έδειξαν εφημερίδες που καίγονταν. Αντίθετα, άπλωνε το χέρι του και προσπαθούσε να πιάσει τα αντικείμενα με περιέργεια.

Το μόνο που τρόμαξε τον μικρό Άλμπερτ ήταν ο ξαφνικός ήχος που προκλήθηκε από το χτύπημα μιας ατσάλινης ράβδου πίσω από το κεφάλι του. Στο πρώτο χτύπημα τινάχτηκε και κράτησε την αναπνοή του. Στο δεύτερο, τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν, ενώ στο τρίτο ξέσπασε σε κλάματα.

Η μητέρα του και το προσωπικό επιβεβαίωσαν ότι ο Άλμπερτ ήταν ένα παιδί που σπάνια έκλαιγε και δεν είχε δείξει ποτέ ξανά σημάδια τρόμου ή οργής.

Δύο μήνες μετά, όταν ο Άλμπερτ ήταν πλέον 11 μηνών, οι Watson και Rayner ξεκίνησαν το κύριο μέρος του πειράματος. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα simplypsychology ήθελαν να δουν αν ο φόβος για τον δυνατό θόρυβο θα μπορούσε να «μεταφερθεί» στον λευκό αρουραίο, αν τα δύο αυτά ερεθίσματα παρουσιάζονταν μαζί.

Το κύριο μέρος του πειράματος

1η συνεδρία (11 μηνών και 3 ημερών):

Μόλις άφησαν τον αρουραίο κοντά στον Άλμπερτ, εκείνος άπλωσε το χέρι του με ενδιαφέρον. Τη στιγμή που το χέρι του άγγιξε το ζώο, ακούστηκε το χτύπημα της ράβδου. Το παιδί τινάχτηκε βίαια και χώθηκε μέσα στο στρώμα, χωρίς όμως να κλάψει. Στη δεύτερη προσπάθεια, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: άπλωσε το χέρι, ακούστηκε ο θόρυβος, τινάχτηκε και άρχισε να κλαψουρίζει. Οι ερευνητές σταμάτησαν εκεί για να μην τον ταράξουν περισσότερο.

2η συνεδρία (11 μηνών και 10 ημερών):

Μία εβδομάδα αργότερα, ο Άλμπερτ επέστρεψε στο εργαστήριο. Αρχικά, όταν είδε τον αρουραίο μόνο του, τον κοίταξε επίμονα, αλλά δεν ήθελε να τον αγγίξει. Μόλις το ζώο ακούμπησε το χέρι του, το τράβηξε απότομα. Μετά από πέντε ακόμα επαναλήψεις θορύβου και επαφής, η αντίδραση του έγινε πολύ πιο έντονη: πλέον, ακόμα και χωρίς τον θόρυβο, ο Άλμπερτ με το που έβλεπε τον αρουραίο, έπαιρνε μια έκφραση πόνου, κλαψούριζε και προσπαθούσε να απομακρυνθεί. Μια φορά, μάλιστα, μπουσούλησε τόσο γρήγορα, που παραλίγο να πέσει από το τραπέζι.

Στο τέλος της ημέρας, ήταν πλέον σαφές: ο αρουραίος, που πριν ήταν ένα παιχνίδι, είχε γίνει πηγή τρόμου.

Η γενίκευση του φόβου

Στη συνέχεια, μετά από δοκιμές με άλλα αντικείμενα οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ο φόβος αυτός είχε αρχίσει να «μεταφέρεται». Υπήρχαν στιγμές που ο Άλμπερτ έδειχνε μια «συγκρουσιακή συμπεριφορά»: άπλωνε το χέρι να πιάσει κάτι, αλλά το τραβούσε αμέσως. Άλλες φορές, μετά από μια τρομακτική δοκιμή, άρχιζε να παίζει με τα ξύλινα τουβλάκια του με υπερβολική ένταση, σαν να προσπαθούσε να εκτονώσει τον φόβο του χτυπώντας τα δυνατά κάτω.

Δοκιμές σε διαφορετικό περιβάλλον

Το πείραμα μεταφέρθηκε σε μια μεγάλη, φωτεινή αίθουσα διαλέξεων για να δουν αν ο φόβος παρέμενε εκτός του αρχικού σκοτεινού δωματίου. Εκεί, οι αντιδράσεις του ήταν κάπως πιο ήπιες.

Έναν μήνα αργότερα, οι ερευνητές επανέλαβαν τις δοκιμές. Αν και η ένταση του φόβου είχε μειωθεί κάπως (δείχνοντας σημάδια ότι ο φόβος άρχιζε να εξασθενεί), η τάση αποφυγής ήταν ακόμα εκεί. Ο Άλμπερτ δεν έκλαιγε πια σπαρακτικά με το που έβλεπε το κουνέλι ή τον αρουραίο, αλλά γύριζε το κεφάλι του αλλού και απέφευγε κάθε επαφή.

Οι Watson και Rayner παρατήρησαν ότι ο φόβος μπορούσε να επανέλθει στην αρχική του ένταση πολύ εύκολα, με μία μόνο επανάληψη του θορύβου, καταλήγοντας στο ότι οι συναισθηματικοί συνειρμοί, όταν ριζώσουν, είναι δύσκολο να σταματήσουν εντελώς.

Η απότομη διακοπή

Το πείραμα έληξε απρόσμενα. Την ημέρα που πραγματοποιήθηκαν οι τελευταίες δοκιμές, η μητέρα του Άλμπερτ τον πήρε από το νοσοκομείο και έφυγαν. Αυτό σήμαινε ότι οι ερευνητές δεν πρόλαβαν ποτέ να εφαρμόσουν τις διαδικασίες «απεξάρτησης» που είχαν σχεδιάσει, ώστε να βοηθήσουν το παιδί να ξεπεράσει τον φόβο που του είχαν προκαλέσει. Έτσι, ο Άλμπερτ έφυγε από το εργαστήριο κουβαλώντας ακόμα μαζί του αυτούς τους τραυματικούς συναισθηματικούς συνειρμούς.

Εκείνη περίπου την περίοδο, ο Watson απομακρύνθηκε από το πανεπιστήμιο λόγω της προσωπικής του σχέσης με τη Rayner. Από τότε, η πραγματική ταυτότητα και η τύχη του «Μικρού Άλμπερτ» μετατράπηκαν σε ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα για τους μελετητές της ψυχολογίας.

Ανάμεσα σε εκείνους που αναζήτησαν απαντήσεις ήταν ο ψυχολόγος Hall P. Beck. Μαζί με μια ομάδα συνεργατών και φοιτητών, ο Beck αφιέρωσε επτά χρόνια ερευνώντας ιστορικά αρχεία, ζητώντας τη συνδρομή ειδικών στην αναγνώριση προσώπων και ερχόμενος σε επαφή με συγγενείς του παιδιού που θεωρούσαν ότι ήταν ο Άλμπερτ.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του American Psychology Association τα βιογραφικά στοιχεία ενός αγοριού ονόματι Douglas και της μητέρας του ταυτίζονταν σχεδόν απόλυτα με τα δεδομένα της μελέτης. Όπως και στην περίπτωση του Άλμπερτ, η μητέρα του Douglas εργαζόταν στην παιδιατρική κλινική Harriet Lane Home. Επιπλέον, ο Douglas ήταν ένα αγόρι που είχε γεννηθεί την ίδια εποχή με τον Άλμπερτ και είχε αποχωρήσει από το ίδρυμα στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Η ταυτοποίηση ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο όταν η σύγκριση των φωτογραφιών των δύο παιδιών αποκάλυψε εντυπωσιακές ομοιότητες στα χαρακτηριστικά τους.

Η κατάληξη της έρευνας, ωστόσο, ήταν θλιβερή. Η ομάδα ανακάλυψε ότι ο Douglas έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις έξι ετών από υδροκεφαλία.

Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη εκδοχή. Ο Russ Powell από το Πανεπιστήμιο MacEwan του Καναδά υποστήριξε ότι ο «Μικρός Άλμπερτ» ήταν στην πραγματικότητα ο William Albert Barger, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2007. Αν και η ανιψιά του δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αν ο θείος της ήταν όντως το παιδί της μελέτης, θυμόταν χαρακτηριστικά πως εκείνος είχε μια ανεξήγητη αποστροφή προς τα ζώα.