Η συνεχής εναλλαγή ιατρών που παρακολουθούσαν τη Λίντσεϊ Κλάνσι, την περίοδο που υπέφερε από επιλόχεια ψύχωση, δεν οδήγησε σε διάγνωση διπολικής διαταραχής, εξέλιξη που, σύμφωνα με αγωγή που κατατέθηκε την περασμένη εβδομάδα, κατέληξε σε ψυχωτικό επεισόδιο κατά το οποίο φέρεται να σκότωσε τα τρία παιδιά της.

Η 35χρονη Κλάνσι φέρεται να στραγγάλισε μέχρι θανάτου τα ανήλικα παιδιά της — την 5χρονη Κόρα, τον 3χρονο Ντόσον και τον 8 μηνών Κάλαν — με ιμάντα γυμναστικής στο σπίτι της οικογένειας στη Μασαχουσέτη, τον Ιανουάριο του 2023, έπειτα από πολύμηνη θεραπεία για διάφορα επιλόχεια προβλήματα, μεταξύ των οποίων σοβαρή αϋπνία και κατάθλιψη.

Στην αγωγή που κατατέθηκε στις 23 Ιανουαρίου, η Κλάνσι υποστηρίζει ότι η «πολυφαρμακία» από τα πρόσωπα και τους οργανισμούς που την παρακολουθούσαν δεν οδήγησε σε ορθή διάγνωση «διπολικής διαταραχής με επιλόχεια έναρξη», με αποτέλεσμα να «επιδεινωθεί η κατάστασή της και να προκληθεί σοβαρό ψυχωτικό επεισόδιο».

Σύμφωνα με το δικόγραφο, η Κλάνσι παρουσίασε ήπιο άγχος μετά τη γέννηση του πρώτου και του δεύτερου παιδιού της, το οποίο υποχώρησε με ιδιαίτερη φροντίδα του εαυτού της, πριν εμφανίσει «υπομανιακά συμπτώματα» το 2022.

Μόλις μία εβδομάδα μετά τη γέννηση του τρίτου παιδιού της, ανέπτυξε εμμονή με τη διατήρηση «σέξι σώματος» και εντάχθηκε σε εντατικό πρόγραμμα γυμναστικής. Στις αρχές Ιουλίου, μόλις πέντε εβδομάδες μετά τον τοκετό, έτρεξε αγώνα πέντε μιλίων, σύμφωνα με την αγωγή.

Η αδελφή της ανέφερε ότι η Κλάνσι «δεν έμοιαζε με τον συνήθως συνετό εαυτό της» και ότι ενεπλάκη σε «σύστημα πολυεπίπεδου μάρκετινγκ» για προϊόντα άσκησης, τα οποία επιχειρούσε να προωθήσει σε φίλους και συγγενείς, όπως αναφέρει η New York Post.

Προς το τέλος του καλοκαιριού, η διάθεσή της «άλλαξε ξαφνικά σε άγχος και κατάθλιψη», με αποτέλεσμα η καθημερινότητά της να μετατραπεί σε «αγγαρεία».

Τότε ήταν που «πήρε την πρωτοβουλία» να αναζητήσει ιατρική και ψυχιατρική βοήθεια — από τα ίδια πρόσωπα και φορείς τους οποίους ο σύζυγός της, Πάτρικ, κατηγόρησε για «υπερβολική φαρμακευτική αγωγή» σε ξεχωριστή αγωγή που κατέθεσε επίσης την περασμένη εβδομάδα.

Το «κοκτέιλ» φαρμάκων που της χορηγήθηκε κατά διαστήματα μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2022 περιλάμβανε τα Zoloft, trazodone, Prozac, Ambien, Remeron, Klonopin, Seroquel, Ativan, Valium και Lamictal, σύμφωνα με τις αγωγές του Πάτρικ και της Κλάνσι.

Ύστερα από μήνες προσπαθειών να λάβει βοήθεια από τους εναγόμενους — το South Shore Health System, την Aster Mental Health Inc., το Women and Infants Hospital of Rhode Island, τη γιατρό Τζένιφερ Τάφτς και τη νοσηλεύτρια Ρεμπέκα Τζολότα — η Κλάνσι, αποκαρδιωμένη, άρχισε να αναρωτιέται αν ήταν «ψυχοπαθής».

Σύμφωνα με την αγωγή, μόλις τέσσερις ημέρες πριν σκοτώσει τα παιδιά της, αναζητούσε στο διαδίκτυο πιθανές θεραπείες για ψυχοπαθείς.

Την ημέρα της φερόμενης επίθεσης, η Κλάνσι κατακλύστηκε από μια «δύναμη» — την ίδια επιθετική και ανταγωνιστική ανδρική φωνή που, όπως ισχυρίστηκε, άκουγε ως ψευδαίσθηση από τότε που της χορηγήθηκε το Seroquel.

Όπως αναφέρεται στην αγωγή, ψιθύρισε στα παιδιά της «Πήγαινε στον Θεό, μωρό μου» την ώρα που πέθαιναν, πριν πέσει από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου του σπιτιού τους.

Η Κλάνσι επιχείρησε να αυτοκτονήσει αμέσως μετά, ωστόσο επέζησε.

Τον Σεπτέμβριο του 2024, γιατρός τη διέγνωσε επισήμως με σοβαρή διπολική διαταραχή, σύμφωνα με το δικόγραφο.

Επισημαίνεται ότι τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα συνήθως εντείνουν τα υπομανιακά συμπτώματα και τις διακυμάνσεις της διάθεσης σε άτομα με διπολική διαταραχή.

Η Κλάνσι διεκδικεί αδιευκρίνιστο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση για ιατρικά έξοδα, απώλεια εισοδήματος, σωματικό και ψυχικό πόνο, συναισθηματική οδύνη, μόνιμη αναπηρία, απώλεια της συντροφικότητας της οικογένειάς της και τη διάλυση του γάμου της.

Η ίδια, η οποία εξακολουθεί να τελεί υπό καθεστώς παρακολούθησης λόγω αυξημένου αυτοκτονικού κινδύνου, αναμένεται να δικαστεί στα τέλη Ιουλίου.

Έχει δηλώσει αθώα για δύο κατηγορίες ανθρωποκτονίας, τρεις κατηγορίες στραγγαλισμού και τρεις κατηγορίες επίθεσης και σωματικής βλάβης με επικίνδυνο όπλο.

Ο δικηγόρος της έχει προειδοποιήσει ότι υπάρχει «πραγματικός κίνδυνος» η Κλάνσι να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει κατά τη διάρκεια της δίκης. Από τον Μάιο του 2023 νοσηλεύεται υπό 24ωρη επιτήρηση στο Πολιτειακό Νοσοκομείο του Τιούκσμπερι.