Μια γυναίκα δολοφόνησε τη σύντροφό της, τεμάχισε το σώμα της και έθαψε τα λείψανά της σε μαύρες σακούλες απορριμμάτων στον κήπο του σπιτιού τους, όπου παρέμειναν θαμμένα για 15 χρόνια, σύμφωνα με όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο. Η 40χρονη Άννα Ποντενβόρνα κατηγορείται ότι σκότωσε την 30χρονη Ιζαμπέλα Ζαμπλότσκα από «ερωτική ζήλια» και στη συνέχεια προχώρησε σε μια σειρά από «σκόπιμες, υπολογισμένες, φρικιαστικές και χρονοβόρες πράξεις» για να συγκαλύψει το έγκλημα.

Όπως αναφέρθηκε ενώπιον των ενόρκων, η υπόθεση ήρθε στο φως μόλις πέρυσι, όταν Πολωνός δημοσιογράφος επικοινώνησε με την κατηγορούμενη ζητώντας πληροφορίες για την τύχη της Ιζαμπέλα Ζαμπλότσκα. Τότε, η Άννα Ποντενβόρνα έστειλε email στην αστυνομία του Ντέρμπισαϊρ, ενημερώνοντάς τους ότι θα έβρισκαν το σώμα της κάτω από σκυρόδεμα στον πίσω κήπο του σπιτιού.

Η Ιζαμπέλα Ζαμπλότσκα είχε βρει «βίαιο θάνατο» στο σπίτι που μοιραζόταν με την κατηγορούμενη στο Ντέρμπι, ενώ το σώμα της εντοπίστηκε «δεμένο σαν κοτόπουλο», όπως ειπώθηκε στο δικαστήριο. Η Ποντενβόρνα, η οποία παρακολούθησε τη διαδικασία φορώντας γκρι φούτερ και μαύρα γυαλιά, με τη βοήθεια Πολωνού διερμηνέα, αρνείται τις κατηγορίες για ανθρωποκτονία, παρεμπόδιση νόμιμης ταφής και παρεμπόδιση της απονομής της δικαιοσύνης, για το διάστημα από τις 27 Αυγούστου 2010 έως τις 2 Ιουνίου 2025.

Ανοίγοντας την υπόθεση στο Crown Court του Ντέρμπι την Τετάρτη, ο εισαγγελέας, Γκόρντον Άσπντεν, προειδοποίησε τους ενόρκους ότι ορισμένες λεπτομέρειες της υπόθεσης ενδέχεται να τους προκαλέσουν έντονη συναισθηματική φόρτιση. Όπως ανέφερε, η κατηγορούμενη εργαζόταν ως «εξειδικευμένη κρεοπώλισσα» και είχε κόψει το σώμα της Ιζαμπέλα Ζαμπλότσκα στη μέση, προτού θάψει τα λείψανα σε έναν «βρόμικο, πρόχειρο τάφο».

Σύμφωνα με τον εισαγγελέα, οι πράξεις της κατηγορούμενης καταδεικνύουν ότι ήταν αποφασισμένη να αποκρύψει όσα είχε κάνει και να καταστρέψει κάθε ενοχοποιητικό στοιχείο για τη δολοφονία. Παρά τα όσα είχαν συμβεί, «συνέχισε τη ζωή της κανονικά», όπως ειπώθηκε στους ενόρκους.

Η Ιζαμπέλα Ζαμπλότσκα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Τρζεμπιατούφ, μια μικρή πόλη στη βορειοδυτική Πολωνία. Παντρεύτηκε και απέκτησε μία κόρη, την Καταρζίνα, ωστόσο ο γάμος της δεν κράτησε και το ζευγάρι χώρισε. Λίγο αργότερα, ξεκίνησε ερωτική σχέση με την Άννα Ποντενβόρνα. Οι δύο γυναίκες νοίκιασαν μαζί ένα διαμέρισμα στην Πολωνία, όμως λόγω οικονομικών δυσκολιών, το 2009 ταξίδεψαν στο Ηνωμένο Βασίλειο αναζητώντας εργασία, αφήνοντας πίσω την τότε εννιάχρονη κόρη της Ιζαμπέλα με συγγενείς.

Αρχικά έζησαν στο Λονδίνο, αλλά το 2010 μετακόμισαν στο Ντέρμπι, σε ένα μικρό σπίτι με βεράντα στην περιοχή Νόρμαντον. Και οι δύο βρήκαν εργασία σε τοπικό εργοστάσιο επεξεργασίας πουλερικών, την εταιρεία Cranberry Foods στο Σκρόπτον του Ντέρμπισαϊρ. Όσο βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιζαμπέλα διατηρούσε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία με την οικογένειά της στην Πολωνία, καλώντας τους κάθε λίγες ημέρες χωρίς καμία εξαίρεση.

Το Σάββατο 28 Αυγούστου 2010, τηλεφώνησε στη μητέρα της, όπως συνήθιζε, και «κουβέντιασαν κανονικά, αντάλλαξαν νέα». «Όλα φαίνονταν απολύτως φυσιολογικά. Τίποτα δεν προμήνυε κάτι ανησυχητικό», ανέφερε ο εισαγγελέας, προσθέτοντας ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που άκουσαν νέα της.

Μετά από εκείνη την κλήση, η οικογένεια της Ιζαμπέλα δεν την ξαναείδε ούτε την ξανάκουσε ποτέ. «Εξαφανίστηκε από προσώπου γης», ειπώθηκε στο δικαστήριο. Λίγο μετά την τηλεφωνική επικοινωνία με τη μητέρα της, η Άννα Ποντενβόρνα τη δολοφόνησε.

Σύμφωνα με τον εισαγγελέα, η κατηγορούμενη τεμάχισε το σώμα της Ιζαμπέλα κόβοντάς το στη μέση με μεγάλο μαχαίρι, το έδεσε με μονωτική ταινία, τοποθέτησε τα αιματοβαμμένα λείψανα σε μαύρες σακούλες απορριμμάτων και τα έθαψε στον πίσω κήπο. Στη συνέχεια, κάλυψε τον πρόχειρο τάφο με στρώμα από σκυρόδεμα για να τον αποκρύψει. Η μεταγενέστερη συγκάλυψη του εγκλήματος περιλάμβανε, όπως ειπώθηκε, μια σειρά από σκόπιμες και υπολογισμένες πράξεις, τις οποίες πραγματοποίησε με επιμονή και σκοπό επί αρκετές ημέρες.

«Τα ακριβή αίτια και οι συνθήκες της δολοφονίας είναι γνωστά μόνο στην ίδια», ανέφερε ο εισαγγελέας, ωστόσο υπήρχαν ενδείξεις ερωτικής ζήλιας και μιας ταραχώδους και προβληματικής σχέσης. «Μέσα σε αυτό το τοξικό και ασταθές περιβάλλον διαπράχθηκε η δολοφονία της Ιζαμπέλα Ζαμπλότσκα», σημείωσε.

Η οικογένεια της Ιζαμπέλα δήλωσε την εξαφάνισή της αρχικά στην αστυνομία του Ηνωμένου Βασιλείου τον Νοέμβριο του 2010 και στη συνέχεια στην αστυνομία της Πολωνίας τον Ιανουάριο του 2011. Για χρόνια ζούσαν με συνεχή αγωνία, χωρίς να γνωρίζουν αν ήταν ζωντανή ή νεκρή, ωστόσο δεν έπαψαν ποτέ να ελπίζουν ότι θα τη δουν ξανά.

Το 2024, η κόρη της Ιζαμπέλα, πλέον στα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής της, απευθύνθηκε στην πολωνική οργάνωση «Missing for Years» ζητώντας βοήθεια για τον εντοπισμό της μητέρας της. Η οργάνωση επικοινώνησε με την Ποντενβόρνα, η οποία αρνήθηκε ότι γνώριζε την Ιζαμπέλα ή τι είχε συμβεί. Τον Μάιο του 2025, Πολωνός τηλεοπτικός δημοσιογράφος, ο Ράφαου Ζαλέφσκι, ζήτησε συνέντευξη από την κατηγορούμενη, γεγονός που, σύμφωνα με τον εισαγγελέα, αποτέλεσε το σημείο καμπής.

Στις 21 Μαΐου 2025, η Ποντενβόρνα έστειλε email στην αστυνομία του Ντέρμπισαϊρ δηλώνοντας ότι επιθυμούσε να προσκομίσει στοιχεία και στη συνέχεια υπέδειξε τον χώρο ταφής στον κήπο του παλιού τους σπιτιού στην Princes Street του Ντέρμπι. Σε αστυνομικό τμήμα, ισχυρίστηκε ότι η Ιζαμπέλα πέθανε κατά λάθος κατά τη διάρκεια βίαιης συμπλοκής και ότι ενήργησε σε αυτοάμυνα, ισχυρισμό που ο εισαγγελέας χαρακτήρισε ως ακόμα ένα ψέμα.

Η αστυνομία εντόπισε τα λείψανα την Κυριακή 1 Ιουνίου του προηγούμενου έτους. Μέχρι τότε είχαν απομείνει μόνο σκελετός και μικρά θραύσματα ιστών, ενώ οι εξετάσεις DNA επιβεβαίωσαν ότι ανήκαν στην Ιζαμπέλα Ζαμπλότσκα. Πάνω από τον τάφο βρέθηκε επίσης χώρος ταφής ζώων με οστά σκύλων, γατών και άλλων ζώων.

Λόγω της παρέλευσης του χρόνου και της κατάστασης των λειψάνων, δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί η ακριβής αιτία θανάτου. Οι ένορκοι ενημερώθηκαν επίσης ότι η κατηγορούμενη εργαζόταν σε ομάδα κοπής σε εργοστάσιο πουλερικών, με αντικείμενο την εκδορά, τον τεμαχισμό και τη διανομή σφαγίων γαλοπούλας με μεγάλο μαχαίρι.

Η Άννα Ποντενβόρνα συνελήφθη ως ύποπτη για τη δολοφονία και κατά τη διάρκεια οκτώ ανακρίσεων αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Η δίκη συνεχίζεται.