«Ειλικρινά πίστευα ότι θα τα καταφέρω εδώ στη Δύση», έγραφε η Ελίζαμπεθ Σορτ στις 13 Δεκεμβρίου 1946, σε ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ σε έναν από τους πολλούς ερωτικούς της συντρόφους. «Ο χρόνος μου απέδειξε το αντίθετο». Η 22χρονη από τα προάστια της Βοστώνης είχε φτάσει στην Καλιφόρνια γοητευμένη από τη λάμψη και τη χλιδή του Χόλιγουντ, με μεγάλα όνειρα να γίνει σταρ του κινηματογράφου και να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν σκληρή. Η Ελίζαμπεθ Σορτ ήταν άφραγκη, πεινασμένη, απογοητευμένη, συχνά άστεγη και περνούσε τις περισσότερες ημέρες προσπαθώντας απλώς να επιβιώσει, μένοντας κάθε φορά με το πιο πρόσφατο γνωστό ή ραντεβού της. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι σύντομα θα αποκτούσε τη φήμη που τόσο επιθυμούσε και ότι, σχεδόν 80 χρόνια αργότερα, το όνομά της και το πρόσωπό της θα απασχολούσαν ακόμη τα πρωτοσέλιδα, αλλά για τους πιο φρικιαστικούς λόγους.

Στις 15 Ιανουαρίου 1947, μόλις έναν μήνα μετά τη συγγραφή εκείνης της επιστολής, η Σορτ βρέθηκε δολοφονημένη στη συνοικία Λίμερτ Παρκ του Λος Άντζελες. Το σώμα της ήταν ακρωτηριασμένο με τρόπο που ούτε οι πιο σκοτεινές ταινίες τρόμου δεν θα μπορούσαν να συλλάβουν. Ο δράστης είχε κόψει το σώμα της στα δύο, τοποθετώντας τον κορμό της στο γρασίδι με τα χέρια σηκωμένα πάνω από το κεφάλι, ενώ το κάτω μέρος του σώματος είχε στηθεί ξεχωριστά, με τα πόδια ανοιχτά. Κομμάτια σάρκας είχαν αφαιρεθεί από τον αριστερό μηρό και το στήθος της, υπήρχε μια τομή περίπου δέκα εκατοστών από τον αφαλό έως την κάτω κοιλιά με χαραγμένο μοτίβο σταυρωτών γραμμών, ενώ ένα μακάβριο «χαμόγελο» είχε χαραχθεί από τις άκρες του στόματός της έως τα μάγουλα.

Η αγριότητα του εγκλήματος συγκλόνισε την κοινή γνώμη, μπέρδεψε τις Αρχές και μετατράπηκε σε τροφή για τον Τύπο, φωτίζοντας τη σκοτεινή πλευρά του Χόλιγουντ. Η Ελίζαμπεθ Σορτ έμεινε στην ιστορία ως «Η Μαύρη Ντάλια», ένα παρατσούκλι που της είχαν δώσει φίλοι της λόγω των κατάμαυρων μαλλιών της και της προτίμησής της σε μαύρα, διάφανα φορέματα. Ο δολοφόνος της δεν εντοπίστηκε ποτέ, καθιστώντας την υπόθεση μία από τις πιο διαβόητες ανεξιχνίαστες δολοφονίες στην αμερικανική ιστορία.

Νέα έρευνα, που αποκαλύφθηκε αποκλειστικά από τη Daily Mail, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Σορτ δολοφονήθηκε από έναν βίαιο, κτητικό εραστή, ο οποίος στη συνέχεια διέπραξε και άλλους φόνους, πολλοί εκ των οποίων είχαν ως στόχο νεαρά ζευγάρια, όπως ήταν κάποτε και ο ίδιος με τη Σορτ. Σύμφωνα με μια εκρηκτική θεωρία, ο βετεράνος του στρατού Μάρβιν Μάργκολις, ο οποίος είχε αναφερθεί ως ύποπτος στην έρευνα του μεγάλου ενόρκου του Λος Άντζελες για τη δολοφονία της Σορτ και λίγο μετά τον θάνατό της άλλαξε το όνομά του σε Μάρβιν Μέριλ, ταυτοποιείται από τον ερευνητικό σύμβουλο και ιδρυτή των Cold Case Consultants of America, Άλεξ Μπέιμπερ, ως ο δράστης τόσο της δολοφονίας της «Μαύρης Ντάλιας» όσο και των διαβόητων εγκλημάτων του Ζόντιακ.

Ο Ζόντιακ τρομοκράτησε την Καλιφόρνια περίπου δύο δεκαετίες αργότερα, σκοτώνοντας τουλάχιστον πέντε επιβεβαιωμένα θύματα και τραυματίζοντας άλλα δύο σε τέσσερις γνωστές επιθέσεις το 1968 και το 1969. Χλεύαζε την αστυνομία και τα μέσα ενημέρωσης με επιστολές γεμάτες αποκρουστικές λεπτομέρειες και περίπλοκους κώδικες. Σύμφωνα με τον Μπέιμπερ, η Ελίζαμπεθ Σορτ ίσως να μην ήταν το τελευταίο θύμα του υπόπτου, αλλά πιθανότατα το πρώτο.

Η ζωή της

Η ζωή της Σορτ υπήρξε σύντομη και ταραγμένη. Γεννημένη στις 29 Ιουλίου 1924 στο Χάιντ Παρκ της Μασαχουσέτης, μεγάλωσε στο Μέντφορντ, βορειοδυτικά της Βοστώνης, ως μία από τις πέντε κόρες του Κλέο και της Φίμπι Σορτ. Όταν ήταν έξι ετών, η οικογένεια συγκλονίστηκε από την εξαφάνιση του πατέρα της, ο οποίος έφυγε από το σπίτι το 1930 με 200 δολάρια και θεωρήθηκε για πάνω από μία δεκαετία νεκρός από αυτοκτονία, έως ότου επανεμφανίστηκε το 1942. Η σχέση τους υπήρξε προβληματική και κατέληξε σε πλήρη αποξένωση.

Αναζητώντας δόξα και αγάπη, η Σορτ μετακινήθηκε διαρκώς, από την Ατλάντα και το Μαϊάμι έως το Σικάγο και το Λονγκ Μπιτς, ζώντας σε ξενοδοχεία ή φιλοξενούμενη από φίλους, γνωστούς και εραστές. Το καλοκαίρι του 1946, το Χόλιγουντ φάνταζε ως η μεγάλη της ευκαιρία. Εκεί περιγράφηκε από εφημερίδες ως κομπάρσος, σερβιτόρα και νεαρή γυναίκα «που ζούσε για να βλέπει και να τη βλέπουν» στα νυχτερινά στέκια της πόλης.

Η ερωτική της ζωή ήταν χαοτική, με δεκάδες άνδρες να περνούν από τη ζωή της, αν και ένας ξεχώρισε: ο ταγματάρχης Ματ Γκόρντον, πιλότος της 2ης Ομάδας Αεροπορικών Καταδρομών. Η σχέση τους αναπτύχθηκε μέσω επιστολών, αλλά έληξε τραγικά το 1945, όταν ο Γκόρντον σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα στην Ινδία. Η Σορτ ήταν συντετριμμένη, λέγοντας ότι «δεν θα φορέσω ποτέ αυτό το δαχτυλίδι του γάμου».

Τους τελευταίους μήνες της ζωής της, η Σορτ φέρεται να ζούσε με τον φόβο ενός ζηλόφθονου πρώην συντρόφου, τον οποίο δεν κατονόμασε ποτέ δημόσια. Σύμφωνα με την έρευνα του Μπέιμπερ, επρόκειτο για τον Μάρβιν Μάργκολις, τον οποίο γνώρισε το καλοκαίρι του 1946. Έφυγε άρον-άρον από το σπίτι όπου συγκατοικούσαν στο Χόλιγουντ, φοβούμενη για τη ζωή της και τον Δεκέμβριο κατέληξε στο Σαν Ντιέγκο, όπου φιλοξενήθηκε από τη Βέρα Φρεντς και την κόρη της, Ντόροθι, εκμυστηρευόμενη τον τρόμο της για έναν μυστηριώδη άνδρα.

Στις 14 Ιανουαρίου 1947, λίγες ώρες πριν από τη δολοφονία της, η Σορτ φέρεται να συνάντησε ξανά τον πρώην σύντροφό της, τον οποίο περιέγραψε ως «παθολογικά ζηλόφθονο» και «σχιζοφρενή». Αργότερα εκείνο το βράδυ, πιστεύεται ότι έπεσε στα χέρια του δολοφόνου της. Το σώμα της βρέθηκε το επόμενο πρωί από μια μητέρα που περπατούσε με το παιδί της.

Μετά θάνατον, η Ελίζαμπεθ Σορτ απέκτησε τη διασημότητα που αναζητούσε σε όλη της τη ζωή. Παρά τα αμέτρητα πρόσωπα που πέρασαν από τη ζωή της, η κηδεία της ήταν λιτή και μοναχική. Μόνο η οικογένειά της παρευρέθηκε στην ταφή της στο κοιμητήριο Mountain View στο Όκλαντ, στις 25 Ιανουαρίου 1947. Οι γονείς και τα αδέλφια της πέθαναν χωρίς να μάθουν ποτέ την αλήθεια για τις τελευταίες της στιγμές ή την ταυτότητα του δολοφόνου της.

Για την οικογένειά της, η Ελίζαμπεθ Σορτ ήταν κόρη, αδελφή και αγαπημένο πρόσωπο που χάθηκε πολύ νωρίς. Για το κοινό, παρέμεινε ένα σκοτεινό σύμβολο και μια προειδοποιητική ιστορία για τα όνειρα και τους κινδύνους του Χόλιγουντ, η αθάνατη «Μαύρη Ντάλια».