Τη χειρότερη επίθεση μέχρι σήμερα υφίσταται από τους παραστρατιωτικούς η υπό πολιορκία για πάνω από έναν χρόνο πόλη Ελ Φάσερ, στο δυτικό Σουδάν, με τους κατοίκους να είναι αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς ανθρωπιστική βοήθεια και χωρίς καμιά δυνατότητα εξόδου.

Οι Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης (ΔΤΥ), οι παραστρατιωτικοί σε πόλεμο με τον τακτικό στρατό από τον Απρίλιο του 2023, προσπαθούν να κυριεύσουν την τελευταία μεγάλη πόλη στο αχανές Νταρφούρ (δυτικά) που δεν έχει πέσει στα χέρια τους, καθώς και τον παρακείμενο καταυλισμό προσφύγων Αμπού Σουκ.

Αυτόπτες μάρτυρες, οργανώσεις εθελοντών, εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις περιγράφουν τις τελευταίες εβδομάδες κλιμάκωση της επίθεσης, με ασταμάτητα πυρά πυροβολικού, πλήγματα drones, χερσαίες εφόδους.

Ο ΟΗΕ υπογραμμίζει ότι η πρωτεύουσα της πολιτείας Βόρειο Νταρφούρ, με πληθυσμό 300.000 ανθρώπων, έχει μετατραπεί σε «επίκεντρο» όλων όσα «υποφέρουν τα παιδιά».

Απειλούμενη από λιμό η πόλη

Ασθένειες εξαπλώνονται, δεν υπάρχει πόσιμο νερό ούτε για δείγμα, ούτε φάρμακα για κόσμο που τραυματίζεται από σφαίρες ή άλλα όπλα, τόνισε ο Χαμίς Ντούντα, εργαζόμενος ανθρωπιστικής οργάνωσης που τράπηκε σε φυγή τον Απρίλιο από τον καταυλισμό προσφύγων Ζαμζάμ και πήγε στη Φάσερ.

Από πολιορκία των ΔΤΥ από τον Μάιο του 2024, απειλούμενη από λιμό, η πόλη είναι σήμερα αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς ανθρωπιστική βοήθεια, χωρίς εμπορεύματα — και χωρίς καμιά δυνατότητα εξόδου.

Είναι σχεδόν αδύνατο να βγει από την πόλη βίντεο της καθημερινότητας. Ανάμεσα στις λιγοστές εικόνες που μπόρεσαν να τραβήξει συνεργείο του Γαλλικού Πρακτορείου, κάποιες δείχνουν παιδιά καθισμένα οκλαδόν γύρω από καζάνι σε κοινοτική κουζίνα, με αποστεωμένα πρόσωπα.

Σε μικρή απόσταση, γυναίκες ανακάτευαν με μακριά ξύλινα κουτάλια το γεύμα που περίμεναν ανυπόμονα, σιωπώντας, οικογένειες με μάτια ρουφηγμένα από την πείνα.

Οι περισσότεροι κάτοικοι εξαρτώνται από τέτοιες κουζίνες, σωσίβια που όμως αρχίζουν να εξαφανίζονται όσο τα αποθέματα εξαντλούνται.

Για να επιβιώσουν, οικογένειες τρέφονται με ζωοτροφές, που είναι όχι απλά ακατάλληλες αλλά θανατηφόρες για τους ανθρώπους.

Αυτή την εβδομάδα, έξι μέλη της ίδιας οικογένειας –η μητέρα, τρία παιδιά της κι οι γιαγιάδες τους– πέθαναν επειδή έτρωγαν για μήνες ομπάζ, μια από τις ζωοτροφές αυτές –πρόκειται για πολτό από τσόφλια φιστικιών–, σύμφωνα με οργάνωση εθελοντών.

Αφότου έχασαν τον έλεγχο της πρωτεύουσας Χαρτούμ σε ευρείας κλίμακας επιχείρηση του στρατού τον Μάρτιο, οι ΔΤΥ αναδιπλώθηκαν στο δυτικό τμήμα της χώρας κι έκτοτε προσπαθούν να καταλάβουν πλήρως το Νταρφούρ.

Το αρχηγείο της αστυνομίας της Ελ Φάσερ έπεσε. Οι μαχητές προχωρούν πλέον στην κατεύθυνση συγκροτήματος κτιρίων του στρατού, όπου φιλοξενούνται οικογένειες αξιωματικών του στρατού.

Μέσα σε μόλις δέκα ημέρες αυτόν τον μήνα, ο ΟΗΕ έκανε λόγο για τουλάχιστον 89 νεκρούς στην Ελ Φάσερ και στον Αμπού Σουκ, με φόντο ανησυχίες για εθνοκάθαρση.

Η πτώση του Ζαμζάμ τον Απρίλιο προκάλεσε μαζική μετακίνηση προς τον αστικό ιστό της Φάσερ και πιο δυτικά, σε πόλεις όπως η Ταουίλα.

Οι ακατάπαυστοι βομβαρδισμοί στον καταυλισμό Αμπού Σουκ εγείρουν φόβους για νέα μαζική έξοδο.

Σύμφωνα με τον Άνταμ Έσα, τοπικό αξιωματούχο, πέντε ως επτά παιδιά πεθαίνουν καθημερινά στον Αμπού Σουκ.

Την περασμένη χρονιά κηρύχτηκε λιμός σε τρεις καταυλισμούς εκτοπισμένων γύρω από τη Φάσερ, συμπεριλαμβανομένου του Αμπού Σουκ.

Ο ΟΗΕ εκτιμά πως περί το 40% των παιδιών κάτω των 5 ετών στη Φάσερ πάσχει από οξύ ως ακραίο υποσιτισμό.

Η μοναδική έξοδος

Η μοναδική οδός εξόδου από τη Φάσερ, δρόμος που πλέον είναι γεμάτος λακκούβες, προς δυτική κατεύθυνση για 70 χιλιόμετρα, έχει πλέον μετατραπεί σε άτυπο νεκροταφείο, είναι στρωμένος άταφους νεκρούς.

Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, πολλοί πεθαίνουν, από πείνα, από δίψα, ή από πυρά.

Ανταποκριτής του AFP στην Ταουίλα βλέπει καθημερινά να φτάνουν πρόσφυγες, εξαντλημένοι, πολλοί με τραύματα, που ορισμένοι υπέστησαν από σφαίρες καθ’ οδόν.

Ο Σάλεχ Έσα, δημόσιος υπάλληλος, 42 ετών, βάδιζε τρεις ημέρες για να φθάσει στην Ταουίλα, μαζί με τη γυναίκα του. Μαζί τους είχαν «τη διαβητική μητέρα της» και «τα παιδιά τους» που είχαν βάλει «σε κάρο που έσερνε γαϊδούρι».

Ταξιδεύοντας νύχτα για την αποφυγή φυλακίων ελέγχου, καλυπτόταν κάτω από κλαδιά την ημέρα, ώσπου να φθάσει σε κάποια σχετικά ασφαλή τοποθεσία. «Εδώ είμαστε ασφαλείς, όμως το νερό και η τροφή σπανίζουν».

Στη συνοικία Ταμαμπάσι της Ελ Φάσερ, ο Ιμπραχίμ Έσα, 47 χρονών, προσπάθησε να φύγει μαζί με την οικογένειά του τον Μάιο, αλλά αναγκάστηκε να κάνει αναστροφή.

Σήμερα το μόνο καταφύγιο που έχει η οικογένεια είναι υπόγειο που σκάφτηκε πρόχειρα σε οικόπεδο πίσω από το σπίτι της.

«Όταν γίνονται βομβαρδισμοί, εκεί πάμε όλοι για να προστατευτούμε», πρόσθεσε μιλώντας στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Για πολλούς, η απόδραση είναι αδύνατη.

«Δεν έχουμε χρήματα», εξηγεί η Χαλίμα Χασίμ, 37 ετών, δασκάλα, μητέρα τεσσάρων παιδιών. «Το να φύγουμε είναι επικίνδυνο» κι η παραμονή σημαίνει αργό θάνατο, προσθέτει.

Πηγή: ΑΠΕ