Ο καφές είναι για πολλούς μία από τις πιο αυτονόητες μικρές απολαύσεις της ημέρας. Μια στάση πριν από τη δουλειά, ένα διάλειμμα ανάμεσα σε ραντεβού, μια παραγγελία στο γραφείο, μια συνήθεια που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σκέψη. Όσο όμως οι τιμές πιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα, ακόμη και αυτή η απλή καθημερινή κίνηση αποκτά διαφορετικό βάρος.

Ο καφές είναι κοινωνική συνήθεια και μικρή ανταμοιβή μέσα στην ημέρα. Γι’ αυτό δύσκολα κόβεται. Ο καταναλωτής μπορεί να περιορίσει το delivery, να αλλάξει κατάστημα, να επιλέξει μικρότερο μέγεθος ή να επιστρέψει στον καφέ από το σπίτι. Η συνήθεια όμως μένει, και μαζί της η τιμή του καφέ γίνεται ένας από τους πιο άμεσους δείκτες της ακρίβειας.

Το μικρό έξοδο που όλοι καταλαβαίνουν

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία αποτυπώνουν την πίεση που αισθάνονται οι καταναλωτές στην καθημερινότητά τους. Τον Μάιο του 2026, ο γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκε 5,2% σε ετήσια βάση. Στην ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά», όπου περιλαμβάνεται και ο καφές, η αύξηση ήταν 3,5%, με την ΕΛΣΤΑΤ να αναφέρει τον καφέ ανάμεσα στα προϊόντα που συνέβαλαν στην άνοδο των τιμών.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη στην ομάδα «Ξενοδοχεία – Καφέ – Εστιατόρια», η οποία αυξήθηκε 8,5% σε σχέση με τον Μάιο του 2025. Εκεί βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα του καφέ στο χέρι: δεν είναι μόνο προϊόν, είναι και υπηρεσία.

Ενδεικτική είναι και η σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Το 2024, ένας freddo espresso στην Αθήνα καταγραφόταν γύρω στα 2,15 ευρώ και ένας freddo cappuccino γύρω στα 2,40 ευρώ, σύμφωνα με έρευνα αγοράς σε μεγάλες πόλεις. Το 2025, οι υψηλότερες τιμές για freddo cappuccino έφταναν έως 3,20 ευρώ στην Αθήνα, ενώ ο freddo espresso έφτανε έως 2,90 ευρώ.

Καφές

Σήμερα, οι ενδεικτικές τιμές για καφέ στο χέρι κινούνται συχνότερα στην περιοχή των 2,50 έως 4 ευρώ, ανάλογα με το ρόφημα, την περιοχή και το κανάλι παραγγελίας. Η εικόνα δεν δείχνει μια ενιαία τιμή για όλη την αγορά, δείχνει όμως ότι το καθημερινό έξοδο για καφέ έχει σταθεροποιηθεί σε υψηλότερα επίπεδα.

Η διαφορά γίνεται πιο καθαρή όταν η καθημερινή αγορά μετατραπεί σε μηνιαίο και ετήσιο κόστος. Με έναν καφέ στο χέρι την ημέρα, δηλαδή περίπου 30 καφέδες τον μήνα, μια τιμή στα 2,50 ευρώ σημαίνει 75 ευρώ τον μήνα και 900 ευρώ τον χρόνο. Αν η τιμή φτάσει τα 3 ευρώ, το κόστος ανεβαίνει στα 90 ευρώ τον μήνα και στα 1.080 ευρώ τον χρόνο.

Από την πρώτη ύλη στο ποτήρι

Όταν ο καφές αγοράζεται από το ράφι, η τιμή του επηρεάζεται από τις διεθνείς αγορές, το κόστος εισαγωγής, τη μεταφορά, τη φορολογία και τη διανομή. Όταν όμως αγοράζεται στο χέρι ή σερβίρεται σε κατάστημα, πάνω στην πρώτη ύλη προστίθενται όλα τα κόστη της εστίασης: ενοίκια, ενέργεια, μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές, συσκευασίες, εξοπλισμός, λειτουργικά έξοδα και, σε αρκετές περιπτώσεις, προμήθειες από πλατφόρμες delivery.

Γι’ αυτό η τελική τιμή που βλέπει ο καταναλωτής στο ταμείο δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο κοστίζει ο καφές στις διεθνείς αγορές. Εξαρτάται και από το πόσο κοστίζει συνολικά η λειτουργία μιας επιχείρησης που τον παρασκευάζει, τον σερβίρει ή τον παραδίδει.

Καφές

Γιατί η πτώση στη χονδρική δεν φαίνεται αμέσως στο ταμείο

Τον περασμένο Μάιο, ο σύνθετος δείκτης τιμών του International Coffee Organization υποχώρησε στα 5,65 δολάρια ανά κιλό, μειωμένος κατά 3,8% σε σχέση με τον Απρίλιο. Η υποχώρηση αυτή συνδέθηκε με προσδοκίες για καλύτερη προσφορά, κυρίως λόγω της εικόνας για τη σοδειά της Βραζιλίας.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μείωση περνά άμεσα στον καταναλωτή. Οι επιχειρήσεις αγοράζουν με διαφορετικούς χρόνους, λειτουργούν με αποθέματα και συμβόλαια, ενώ έχουν να καλύψουν σταθερά κόστη που δεν υποχωρούν με τον ίδιο ρυθμό. Παράλληλα, η διεθνής αγορά παραμένει ευμετάβλητη.

Τον Απρίλιο, οι παγκόσμιες εξαγωγές όλων των μορφών καφέ μειώθηκαν κατά 0,9%, στα 12,05 εκατ. σακιά, σε σχέση με τον Απρίλιο του 2025.

Η φορολογία που βαραίνει την τελική τιμή

Στην Ελλάδα υπάρχει και η φορολογική διάσταση. Στα προϊόντα καφέ επιβάλλεται φόρος κατανάλωσης: 3 ευρώ ανά κιλό καθαρού βάρους στον καβουρδισμένο καφέ, 2 ευρώ ανά κιλό στον μη καβουρδισμένο και 4 ευρώ ανά κιλό σε εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ, καθώς και σε παρασκευάσματα με βάση τον καφέ ή τα εκχυλίσματά του.

Παράλληλα, από την 1η Ιουλίου 2024, ο καφές που καταναλώνεται επιτόπου σε κατάστημα υπάγεται σε ΦΠΑ 24%, ενώ ο καφές σε take away και delivery παραμένει στον μειωμένο συντελεστή 13%. Η διαφορά αυτή δείχνει ότι η τελική τιμή δεν είναι απλώς υπόθεση πρώτης ύλης. Είναι αποτέλεσμα μιας αλυσίδας κόστους, φορολογίας και επιχειρηματικών αποφάσεων.

Η εστίαση ανάμεσα σε κόστος και πελάτη

Για τις επιχειρήσεις της εστίασης, η εξίσωση είναι δύσκολη. Η αύξηση των τιμών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων υπηρεσιών εστίασης διαμορφώθηκε στα 2,141 δισ. ευρώ, μειωμένος κατά 1,9% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι αυξήσεις στις τιμές μπορούν να συνυπάρχουν με πίεση στην κατανάλωση ή με αλλαγές στη συμπεριφορά των πελατών. Μια επιχείρηση μπορεί να πουλά ακριβότερα, αλλά να βλέπει μικρότερη συχνότητα αγορών, χαμηλότερες παραγγελίες ή μεγαλύτερη ευαισθησία στις προσφορές.

Ο καφές που δεν κόβεται, αλλά αλλάζει

Όταν η τιμή ανεβαίνει, ο καταναλωτής σπάνια εγκαταλείπει εντελώς τη συνήθεια. Συνήθως την προσαρμόζει. Περιορίζει τις παραγγελίες μέσω εφαρμογών, αναζητά προσφορές, αξιοποιεί κάρτες επιβράβευσης, αγοράζει καφέ από το σούπερ μάρκετ, γεμίζει θερμός από το σπίτι ή μετακινείται προς φθηνότερες επιλογές.

Για άλλους, ο καφές από έξω παραμένει μια μικρή πολυτέλεια που δικαιολογείται ακριβώς επειδή άλλες δαπάνες έχουν ήδη περιοριστεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο καφές δύσκολα εξαφανίζεται από την καθημερινότητα. Αλλάζει μορφή, συχνότητα, σημείο αγοράς ή κανάλι παραγγελίας.

Γυναίκες πίνουν καφέ

Ένα μικρό βαρόμετρο της καθημερινής οικονομίας

Αυτό εξηγεί γιατί ο καφές λειτουργεί πλέον σαν μικρό βαρόμετρο της καθημερινής οικονομίας. Δεν χρειάζεται να κοιτάξει κανείς περίπλοκους δείκτες για να καταλάβει ότι κάτι έχει αλλάξει. Το βλέπει στην απόδειξη, στην εφαρμογή delivery, στον λογαριασμό του μήνα, στην απόφαση να πάρει καφέ απ’ έξω ή να τον φτιάξει στο σπίτι.

Η ακρίβεια γίνεται πιο αισθητή όταν ακουμπά τις συνήθειες που θεωρούνταν δεδομένες. Και ο καφές είναι ακριβώς αυτό: μια μικρή σταθερά μέσα στην ημέρα. Όταν ακόμη και αυτή αρχίζει να μετριέται πιο προσεκτικά, τότε η συζήτηση δεν αφορά μόνο την τιμή ενός ροφήματος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο καταναλωτής ξαναγράφει, σχεδόν αθόρυβα, τον χάρτη των καθημερινών του εξόδων.