Στα τρία προηγούμενα μέρη του αφιερώματος του Newsbeast για το σκάνδαλο Κοσκωτά, παρακολουθήσαμε την πορεία του Έλληνα επιχειρηματία από την πρόσληψή του στην Τράπεζα Κρήτης με πλαστό βιογραφικό, μέχρι την απόκτηση της ίδιας της τράπεζας, τη δημιουργία ενός ισχυρού μιντιακού μηχανισμού, την είσοδό του στον Ολυμπιακό, την αποκάλυψη της τεράστιας οικονομικής «τρύπας» στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που κατείχε και την πολιτική καταιγίδα που ακολούθησε. Το σκάνδαλο είχε πάψει να είναι αμιγώς οικονομικό, είχε γίνει υπόθεση εξουσίας. Είχε εμπλέξει την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τον ίδιο τον τότε πρωθυπουργό, Ανδρέα Παπανδρέου, κορυφαίους υπουργούς, τη Νέα Δημοκρατία, τον Συνασπισμό στον οποίο είχε ενσωματωθεί και το ΚΚΕ, και τον Τύπο. Είχε οδηγήσει σε κυβερνήσεις συνεργασίας που προέκυψαν μετά από εκλογές, σε πολιτικές συμμαχίες που μέχρι λίγα χρόνια νωρίτερα θα έμοιαζαν αδιανόητες, όπως αυτή μεταξύ της Δεξιάς και της Αριστεράς και, τελικά, σε παραπομπές πολιτικών προσώπων.
Το τέταρτο μέρος αρχίζει εκεί όπου τελείωσε το προηγούμενο: στην πορεία προς το Ειδικό Δικαστήριο. Εκεί όπου η πολιτική αντιπαράθεση θα έπαιρνε πλέον δικαστική μορφή. Εκεί όπου οι καταγγελίες, οι υπαινιγμοί, τα πρωτοσέλιδα, οι φήμες, οι βαλίτσες, οι ιστορίες για κουτιά από «Πάμπερς» γεμάτα χαρτονομίσματα, οι πολιτικές ευθύνες και οι ποινικές κατηγορίες θα έμπαιναν κάτω από το ίδιο φως. Όχι πια μόνο των εφημερίδων και των κομματικών ανακοινώσεων, αλλά και κάτω από το φως της Δικαιοσύνης και της τηλεοπτικής κάμερας. Διότι η δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά αποτέλεσε ένα εθνικό θέαμα που έμπαινε καθημερινά στα σπίτια εκατομμυρίων Ελλήνων μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες.
Η δίκη που μπήκε στα σπίτια των Ελλήνων

Το πρωινό της Δευτέρας 11 Μαρτίου 1991 ξεκινά στο Ειδικό Δικαστήριο η πολύκροτη δίκη για την υπόθεση Κοσκωτά, υπό την προεδρία του Βασίλη Κόκκινου, δηλαδή του ίδιου του προέδρου του Αρείου Πάγου. Η χώρα έχει ήδη περάσει μέσα από δύο διαδοχικές εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις το 1989, από την κυβέρνηση Τζαννετάκη, από την οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα και, στη συνέχεια, από τις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου 1990, που έφεραν στην εξουσία τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία έλαβε το διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 46,89% έναντι 38,61% του ΠΑΣΟΚ και 10,28% του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου.
Το Ειδικό Δικαστήριο συγκροτήθηκε για να κρίνει τις ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων που είχαν παραπεμφθεί από τη Βουλή. Το ενδιαφέρον ήταν τεράστιο. Στο επίκεντρο βρισκόταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, ο πολιτικός που είχε κυριαρχήσει σε όλη τη δεκαετία του 1980. Δίπλα του, ως παραπεμφθέντες, βρίσκονταν κορυφαία στελέχη των κυβερνήσεών του: ο Μένιος Κουτσόγιωργας, ο Δημήτρης Τσοβόλας, ο Γιώργος Πέτσος και ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης.
Η Έδρα αποτελούνταν από 13 αρεοπαγίτες και προέδρους Εφετών, υπό την προεδρία του προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλη Κόκκινου, ενώ ρόλο κατηγόρων είχαν τρεις νομικοί βουλευτές: ο Νίκος Κατσαρός και ο Κώστας Κωνσταντινίδης από τη Νέα Δημοκρατία και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος από τον Συνασπισμό. Συνολικά θα διεξάγονταν 142 συνεδριάσεις και θα κατέθεταν 109 μάρτυρες. Η διαδικασία μεταδιδόταν εξαρχής από την τηλεόραση και γρήγορα απέκτησε χαρακτηριστικά καθημερινού πολιτικού δράματος. Οι Έλληνες έβλεπαν στους δέκτες τους δικαστές, κατηγορούμενους, μάρτυρες, δικηγόρους, πολιτικές συγκρούσεις, εκρήξεις, υπαινιγμούς και απολογίες. Η αίθουσα του δικαστηρίου είχε μετατραπεί σε σκηνή πάνω στην οποία παιζόταν, μπροστά σε ολόκληρη τη χώρα, η τελευταία πράξη ενός μεγάλου σκανδάλου. Η εικόνα ήταν πρωτόγνωρη, καθώς η πολιτική αντιπαράθεση, που μέχρι τότε εκφραζόταν κυρίως στα μπαλκόνια, στη Βουλή, στα πρωτοσέλιδα και στα κομματικά γραφεία, περνούσε τώρα μέσα από τη δικαστική διαδικασία. Κάθε κατάθεση σχολιαζόταν. Κάθε φράση αποκτούσε πολιτικό βάρος. Κάθε διακοπή, κάθε ένσταση, κάθε βλέμμα γινόταν αντικείμενο συζήτησης. Τα μεσημέρια ο βουλευτής Β’ Αθηνών του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός, Ευάγγελος Γιαννόπουλος, έβγαινε στο τηλεοπτικό «Κανάλι 29» και με τις νομικές του γνώσεις σχολίαζε, παίρνοντας το γνωστό καταγγελτικό ύφος του, τα τεκταινόμενα της δίκης και φρόντιζε να υπερασπιστεί το Κίνημα και τον πρόεδρό του.
Δεν θα είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι η δίκη λειτούργησε σαν ένας καθρέφτης της Ελλάδας των αρχών της δεκαετίας του 1990. Μιας Ελλάδας που έβγαινε από την ένταση της δεκαετίας του 1980, αλλά δεν είχε ακόμη βρει νέο πολιτικό βηματισμό. Μιας χώρας όπου η τηλεόραση άρχιζε να αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες παρακολουθούσαν την πολιτική (θυμίζουμε ότι το πρώτο ιδιωτικό κανάλι, το MEGA, άνοιξε τον Νοέμβριο του 1989). Η υπόθεση Κοσκωτά ήταν από τις πρώτες μεγάλες στιγμές όπου η Δικαιοσύνη, η πολιτική και το τηλεοπτικό θέαμα συνδέθηκαν τόσο έντονα. Γι’ αυτό και πολλοί την αποκάλεσαν «δίκη του αιώνα». Όχι μόνο επειδή αφορούσε ένα τεράστιο οικονομικό σκάνδαλο, αλλά επειδή στο εδώλιο, έστω και συμβολικά, καθόταν ολόκληρη η δεκαετία του 1980.
Ποιοι βρέθηκαν τελικά απέναντι στη Δικαιοσύνη

Αρχικά η Βουλή είχε αποφασίσει την παραπομπή πέντε πολιτικών προσώπων: του Ανδρέα Παπανδρέου, του Μένιου Κουτσόγιωργα, του Δημήτρη Τσοβόλα, του Γιώργου Πέτσου και του Παναγιώτη Ρουμελιώτη. Στην πράξη, όμως, η διαδικασία θα εξελισσόταν διαφορετικά. Ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, πρώην υπουργός Εθνικής Οικονομίας, δεν δικάστηκε τελικά, καθώς είχε εκλεγεί ευρωβουλευτής και η ασυλία του δεν άρθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Έτσι, για εκείνον η υπόθεση δεν οδηγήθηκε σε δικαστική κρίση στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου.
Ο πρώην πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, όπως αναμενόταν δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο. Αρνήθηκε την ποινική βάση των κατηγοριών και αντιμετώπισε τη διαδικασία ως πολιτική δίωξη. Για τον ίδιο και για το ΠΑΣΟΚ, η παραπομπή του ήταν η κορύφωση του «Βρόμικου ’89», δηλαδή μιας οργανωμένης προσπάθειας των πολιτικών του αντιπάλων να τον πλήξουν όχι μόνο εκλογικά, αλλά και ηθικά, ιστορικά, προσωπικά. «Πρώτο εδώλιο για Έλληνα πρωθυπουργό» ήταν ο χαρακτηριστικός πρωτοσέλιδος τίτλος της «Ελευθεροτυπίας» στις 29 Σεπτεμβρίου 1989.
Ο Μένιος Κουτσόγιωργας, αντιθέτως, εμφανίστηκε και έδωσε μάχη. Πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, κορυφαίος υπουργός, στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου και ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους του ΠΑΣΟΚ, είχε βρεθεί στο επίκεντρο των πιο βαριών καταγγελιών, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος. Είχε κατηγορηθεί επίσης ότι παρενέβη για να προστατεύσει ή να διευκολύνει τον Κοσκωτά στις οικονομικές του ατασθαλίες, ενώ το όνομά του είχε ήδη φορτιστεί πολιτικά από τον λεγόμενο «Κουτσονόμο» που έμμεσα φέρεται να παρείχε διευκολύνσεις στον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία, προκειμένου να μην ελεγχθούν οι κινήσεις του σε βάθος.
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Δημήτρης Τσοβόλας, από την άλλη πλευρά, βρέθηκε στο επίκεντρο για χειρισμούς που συνδέονταν με κρατικά κεφάλαια και τη σχέση δημόσιων οργανισμών με την Τράπεζα Κρήτης, καθώς κάποιοι από αυτούς μετέφεραν τα αποθεματικά τους στο εν λόγω χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Ο δε Γιώργος Πέτσος, πρώην υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών και ακολούθως Δημοσίας Τάξεως, παραπέμφθηκε επίσης για πράξεις και αποφάσεις που συνδέθηκαν με την υπόθεση. Παραπέμφθηκε για το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας σε βαθμό κακουργήματος και της ηθικής αυτουργίας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, εξαιτίας του γεγονότος ότι τα ΕΛΤΑ κατέθεσαν τα χρήματά τους στην Τράπεζα Κρήτης. Σημειωτέον πως είχε αποχωρήσει από το ΠΑΣΟΚ τον Ιούνιο του 1989, με βολές κατά της ηγεσίας.
Πάνω από όλους, βεβαίως, βρισκόταν η σκιά του Γιώργου Κοσκωτά. Του ανθρώπου που είχε ξεκινήσει ως τραπεζικός υπάλληλος, είχε μετατραπεί σε τραπεζίτη, εκδότη και πρόεδρο του Ολυμπιακού, είχε φύγει από την Ελλάδα κυνηγημένος, είχε συλληφθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες και πλέον αποτελούσε το κεντρικό πρόσωπο μιας υπόθεσης που είχε ξεπεράσει κατά πολύ τον ίδιο. Η σύνθεση αυτή έδινε στη δίκη μια ιδιότυπη ένταση. Τα ερωτήματα ήταν πολλά. Είχε διαπραχθεί μια τεράστια υπεξαίρεση από την Τράπεζα Κρήτης. Οι παρατυπίες όσον αφορά το τραπεζικό σκέλος είχαν ήδη αρχίσει να αποκαλύπτονται από τους ελέγχους και τη δικαστική διερεύνηση. Υπήρξε όμως πολιτική κάλυψη; Υπήρξαν πράγματι δωροδοκίες; Υπήρξαν παρεμβάσεις κρατικών αξιωματούχων υπέρ του Κοσκωτά; Ή μήπως οι καταγγελίες του φυγόδικου και αργότερα κατηγορούμενου τραπεζίτη χρησιμοποιήθηκαν για να στηθεί μια πολιτική παγίδα γύρω από τον Ανδρέα Παπανδρέου; Σε αυτά τα ερωτήματα η χώρα δεν είχε κοινή απάντηση.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου απών, αλλά πανταχού παρών
Η απουσία του Ανδρέα Παπανδρέου από τη δικαστική αίθουσα δεν σήμαινε ότι η παρουσία του δεν κυριαρχούσε στη διαδικασία. Το αντίθετο θα λέγαμε. Ο πρώην πρωθυπουργός ήταν ο μεγάλος πολιτικός πρωταγωνιστής της δίκης, ακόμα κι αν δεν καθόταν ως φυσική μορφή στο εδώλιο. Οι κατηγορίες σε βάρος του ήταν βαριές. Συνδέονταν με ηθική αυτουργία, παθητική δωροδοκία και αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.
Η εικόνα του Παπανδρέου εκείνη την περίοδο ήταν έτσι κι αλλιώς φορτισμένη. Είχε επιστρέψει στην πολιτική μάχη μετά τη σοβαρή περιπέτεια της υγείας του και είχε ήδη βρεθεί στο κέντρο ενός καταιγισμού δημοσιευμάτων για την προσωπική του ζωή, ιδίως όσον αφορά τη σχέση με την κατά 35 χρόνια μικρότερή του, Δήμητρα Λιάνη, την οποία νυμφεύθηκε στις 13 Ιουλίου 1989. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν είχε στείλει καν δικηγόρους να τον αντιπροσωπεύσουν στη δίκη. Γρήγορα πάντως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προέκυψαν προβλήματα με το εις βάρος του κατηγορητήριο, καθώς τα αποδεικτικά στοιχεία, τουλάχιστον σε μια από τις κατηγορίες, αποδείχθηκαν ψευδή. Για παράδειγμα, ένα χειρόγραφο σημείωμα που ο Κοσκωτάς υποστήριζε ότι ήταν γραμμένο από τον ίδιο τον Παπανδρέου αποδείχθηκε εν τέλει πλαστό.
Ο Μένιος Κουτσόγιωργας και η στιγμή που πάγωσε η χώρα

Αν ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο μεγάλος απών, ο Μένιος Κουτσόγιωργας ήταν ο μεγάλος παρών της δίκης. Είχε ήδη προφυλακιστεί τον Οκτώβριο του 1990 με απόφαση του Τριμελούς Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου (ο μόνος από τους κατηγορούμενους της υπόθεσης), για να αφεθεί τελικά ελεύθερος μετά από τρεις μήνες, τον Ιανουάριο του 1991, καθώς το Συμβούλιο Εφετών έκανε δεκτή την αίτησή του διατάσσοντας την παύση της προσωρινής κράτησης. Κατέβαλε εγγύηση 70 εκατομμυρίων δραχμών και επέστρεψε σπίτι του. Ακριβώς δύο μήνες αργότερα ξεκίνησε η δίκη.
Ο ίδιος αρνούνταν τις κατηγορίες και εμφανιζόταν αποφασισμένος να συγκρουστεί με τους κατηγόρους του. Για τους αντιπάλους του ήταν το πρόσωπο που συμβόλιζε το σκληρό σύστημα εξουσίας του ΠΑΣΟΚ, ενώ για τους υποστηρικτές του ένας πολιτικός που φορτώθηκε ευθύνες για να χτυπηθεί έμμεσα ο Ανδρέας Παπανδρέου. Κατά τη διάρκεια της δίκης παρενέβαινε, ρωτούσε, πίεζε μάρτυρες, αντεπιτίθετο. Επιχειρούσε να αποδομήσει το κατηγορητήριο και να παρουσιάσει την υπόθεση ως πολιτική σκευωρία. Η παρουσία του είχε βάρος, ένταση και θεατρικότητα. Όπως ακριβώς και η δημόσια διαδρομή του. Εκείνες τις ημέρες, ακόμα και όσοι διαφωνούσαν ριζικά μαζί του, αναγνώριζαν ότι η δίκη είχε αποκτήσει έναν δεύτερο κεντρικό πρωταγωνιστή.
Στις 11 Απριλίου 1991, όμως, η δίκη θα έπαιρνε τραγική τροπή. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ενώ εξέταζε μάρτυρα (τον τέως διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Ευθύμη Παπαγεωργίου), αισθάνεται αδιαθεσία. Παίρνει το ποτήρι με το νερό που βρισκόταν δίπλα του, πάει να πιει, αλλά, πριν το βάλει στα χείλη του, το αφήνει και πάλι κάτω λέγοντας: «Με συγχωρείτε, κύριε πρόεδρε». Δοκιμάζει να ξαναπιεί νερό και μέσα σε δευτερόλεπτα καταρρέει. Είχε υποστεί βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Μία εβδομάδα αργότερα, στις 18 Απριλίου 1991 ώρα 11:15 π.μ. πεθαίνει.
Ο θάνατός του σημάδεψε ανεξίτηλα τη διαδικασία και κατά πολλούς επηρέασε τη συνολική τροπή και την έκβαση της δίκης. Για τους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ, ο Κουτσόγιωργας έγινε σχεδόν σύμβολο του πολιτικού διωγμού που, όπως υποστήριζαν, είχε εξαπολυθεί εναντίον της παράταξης. Για τους αντιπάλους του, ο θάνατός του δεν μπορούσε να σβήσει τα ερωτήματα που υπήρχαν γύρω από τον ρόλο του στην υπόθεση. Νομικά, όμως, ένα πράγμα ήταν σαφές: ότι ο Μένιος Κουτσόγιωργας δεν κρίθηκε ποτέ τελεσίδικα από το Ειδικό Δικαστήριο. Η δίκη για αυτόν έμεινε στη μέση, κομμένη απότομα από το νήμα του θανάτου.
Ο Κοσκωτάς επιστρέφει στην Ελλάδα

Ενώ η δίκη είχε ήδη αρχίσει, ο Γιώργος Κοσκωτάς εκδόθηκε τελικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 1991 οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού. Ήταν πλέον το πρόσωπο που όλοι περίμεναν να μιλήσει. Ο άνθρωπος που είχε προκαλέσει το τραπεζικό σκάνδαλο, είχε δημιουργήσει μια εκδοτική αυτοκρατορία, είχε αγοράσει τον Ολυμπιακό, είχε εμπλέξει πολιτικούς, είχε γίνει πρωτοσέλιδο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, βρισκόταν πια ξανά στη χώρα όπου είχε αρχίσει η άνοδός του. Η επιστροφή του είχε από μόνη της ισχυρό συμβολισμό. Δεν ήταν πια ο φιλόδοξος τραπεζίτης που εμφανιζόταν δίπλα σε ισχυρούς παράγοντες, ούτε ο εκδότης που αγόραζε ιστορικούς τίτλους, ούτε ο παράγοντας που έκανε τον Ολυμπιακό να ονειρεύεται ευρωπαϊκή λάμψη μέσω μεταγραφών εκατοντάδων εκατομμυρίων. Ήταν ένας κρατούμενος, ο βασικός κατηγορούμενος του οικονομικού σκέλους, ο άνθρωπος γύρω από τον οποίο είχαν καταρρεύσει τράπεζα, όμιλος, πολιτικές ισορροπίες και δημόσιες βεβαιότητες.
Η παρουσία του είχε τεράστια σημασία, αλλά και ένα θεμελιώδες πρόβλημα: δεν ήταν ένας ουδέτερος μάρτυρας. Ήταν ο βασικός πρωταγωνιστής της υπεξαίρεσης από την Τράπεζα Κρήτης, που αντιμετώπιζε και ο ίδιος βαριές ποινικές ευθύνες. Είχε κάθε λόγο, λοιπόν, να εμφανιστεί ως κάποιος που δεν έδρασε μόνος του. Είχε κάθε λόγο να παρουσιάσει την υπόθεση ως δίκτυο σχέσεων, προστασίας και πολιτικών ανταλλαγμάτων. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι όσα έλεγε ήταν κατ’ ανάγκην ψευδή. Σήμαινε όμως ότι έπρεπε να αξιολογηθούν με αυστηρά κριτήρια.
Στο δικαστήριο συνέχισε να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι χρήματα της Τράπεζας Κρήτης είχαν διοχετευθεί σε πολιτικά πρόσωπα. Οι καταγγελίες του είχαν ήδη παίξει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία του πολιτικού σεισμού. Τώρα, όμως, δεν αρκούσε να εντυπωσιάζουν. Έπρεπε και να αποδειχτούν. Κι εκεί ακριβώς βρισκόταν η μεγάλη δυσκολία, γιατί είναι άλλο η πολιτική εντύπωση, άλλο το δημοσιογραφικό κλίμα, άλλο η κοινωνική πεποίθηση και άλλο η δικαστική απόδειξη. Το Ειδικό Δικαστήριο δεν καλούνταν να αποφασίσει αν το σύστημα της εποχής ήταν προβληματικό, αν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί άργησαν, αν υπήρξε πολιτική ανοχή ή αν η χώρα είχε βυθιστεί σε μια ζώνη συναλλαγών και σκιών. Καλούνταν να κρίνει συγκεκριμένες κατηγορίες, συγκεκριμένα πρόσωπα, συγκεκριμένες πράξεις. Και εκεί, η απόσταση ανάμεσα στο πολιτικό και το ποινικό αποδείχτηκε τεράστια. Ο Κοσκωτάς επιχείρησε πολλάκις να εμφανίσει τον εαυτό του ως ένα άτομο που κινούνταν σε ένα ευρύτερο δίκτυο πολιτικών επαφών, προστασίας και εξυπηρετήσεων και πως δεν ήταν εκείνος ο μοναδικός πρωταγωνιστής του σκανδάλου. Υποστήριξε ότι μέρος των χρημάτων που έφυγαν από την Τράπεζα Κρήτης είχε κατευθυνθεί προς πολιτικά πρόσωπα και κυβερνητικούς παράγοντες, ενώ επέμεινε ότι οι σχέσεις του με το ΠΑΣΟΚ και με πρόσωπα κοντά στην τότε εξουσία μόνο τυπικές δεν ήταν. Στο επίκεντρο των ισχυρισμών του βρέθηκαν οι καταγγελίες περί χρηματισμών, οι διαδρομές εκατομμυρίων δραχμών, οι επαφές με μεσάζοντες και το περίφημο αφήγημα για χρήματα που φέρονταν να διακινούνται ακόμα και μέσα σε κουτιά από πάνες.
Η ετυμηγορία της 16ης Ιανουαρίου 1992
Στις 16 Ιανουαρίου 1992, δέκα μήνες μετά την έναρξη της δίκης, το Ειδικό Δικαστήριο εξέδωσε την ετυμηγορία του για την υπόθεση Κοσκωτά. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες. Για το πιο κρίσιμο σκέλος της υπόθεσης που τον αφορούσε, η απόφαση ήταν οριακή με 7 ψήφους υπέρ της αθώωσης έναντι 6 κατά. Για το ΠΑΣΟΚ, η αθώωση αποτελούσε δικαίωση του προέδρου, ενώ για τους αντιπάλους του, η οριακή πλειοψηφία άφηνε πολιτικές σκιές, ακόμα κι αν ποινικά η υπόθεση είχε πλέον κριθεί.
Ειδικότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής για τους κατηγορούμενους:
1. Για τον Ανδρέα Παπανδρέου (πρώην πρωθυπουργό):
-Όσον αφορά την ηθική αυτουργία σε απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (για τις καταθέσεις των ΔΕΚΟ στην Τράπεζα Κρήτης και τη ρύθμιση των χρεών του επιχειρηματία Σωκράτη Καλκάνη): Αθώος με ψήφους 7 προς 6.
-Όσον αφορά την παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος με ψήφους 10 προς 3.
-Όσον αφορά την αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος με ψήφους 8 προς 5.
2. Για τον Δημήτρη Τσοβόλα (πρώην υπουργό Οικονομικών):
-Όσον αφορά την απιστία περί την υπηρεσία και την παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (σχετικά με τη ρύθμιση των χρεών των Γιώργου Κοσκωτά και Σωκράτη Καλκάνη): Ένοχος. Ποινή: Φυλάκιση 2 1/2 ετών (εξαγοράσιμη προς 1.000 δραχμές τη μέρα) και τριετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
3. Για τον Γιώργο Πέτσο (πρώην υφυπουργό Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας):
-Όσον αφορά την παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών (για παράνομη έκδοση άδειας για την ανέγερση κτηρίων της εκδοτικής εταιρείας «Γραμμής Α.Ε.» του Γιώργου Κοσκωτά στην Παλλήνη): Ένοχος. Ποινή: Φυλάκιση 10 μηνών με διετή αναστολή και διετή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
-Όσον αφορά την ηθική αυτουργία σε απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (για τις καταθέσεις των ΕΛΤΑ στην Τράπεζα Κρήτης): Αθώος.
-Όσον αφορά την παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: Αθώος λόγω αμφιβολιών.
Ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, όπως προαναφέραμε, δεν δικάστηκε λόγω της ευρωβουλευτικής του ασυλίας και ο Μένιος Κουτσόγιωργας είχε πεθάνει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Έτσι, από τα πέντε πολιτικά πρόσωπα που είχαν παραπεμφθεί, η τελική εικόνα ήταν σύνθετη: ένας πρώην πρωθυπουργός αθώος, ένας κορυφαίος υπουργός νεκρός πριν κριθεί, ένας πρώην υπουργός δεν συμπεριλήφθη στη δίκη λόγω ασυλίας και είχαμε εν τέλει δύο καταδίκες, εκ των οποίων μόνο η μία με βαρύ πολιτικό φορτίο. Η απόφαση δεν μπορούσε να ικανοποιήσει όλους. Και πράγματι δεν ικανοποίησε. Για τους υποστηρικτές της «κάθαρσης», το αποτέλεσμα έμοιαζε μικρότερο από το μέγεθος του σκανδάλου. Για τους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ, αντίθετα, η αθώωση Παπανδρέου επιβεβαίωνε ότι η υπόθεση είχε χρησιμοποιηθεί για να πληγεί πολιτικά ο ηγέτης της παράταξης. Η δικαστική απόφαση μπορεί να ολοκλήρωσε τη διαδικασία, αλλά δεν έκλεισε τη δημόσια αντιπαράθεση. Το «Βρόμικο ’89» συνέχισε να ζει μέχρι και σήμερα ως πολιτικό σύνθημα, ως μνήμη, ως πληγή και ως όπλο στον δημόσιο λόγο για πολλά ακόμα χρόνια.
Γιατί αθωώθηκε ο Παπανδρέου και γιατί 6 δικαστές τον ήθελαν ένοχο
Η αθώωση του πρώην πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, όπως είδαμε, ήταν οριακή. Επτά δικαστές τάχθηκαν υπέρ της αθώωσης και έξι υπέρ της ενοχής του. Αυτό και μόνο δείχνει πόσο βαρύ ήταν το πολιτικό και δικαστικό φορτίο της υπόθεσης. Η πλειοψηφία του Ειδικού Δικαστηρίου δεν είπε ότι δεν υπήρχαν πολιτικές σκιές ή ότι το σκάνδαλο δεν είχε διαβρώσει τη δημόσια ζωή. Είπε κάτι διαφορετικό και πολύ συγκεκριμένο: ότι δεν αποδείχθηκε ποινικά η προσωπική εμπλοκή του πρώην πρωθυπουργού στις πράξεις που του αποδίδονταν.
Υπέρ της αθώωσης του Ανδρέα Παπανδρέου ψήφισαν ο Χρήστος Πλουμής, αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Παρμενίων Τζίφρας, επίσης αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο οποίος αργότερα θα εξέδιδε βιβλίο με τίτλο «Η αθωωτική μου ψήφος για τον Ανδρέα Γ. Παπανδρέου», οι αρεοπαγίτες, Πρόδρομος Ασημιάδης, Παναγιώτης Κατραλής, Βασίλειος Λαμπρίδης, και οι πρόεδροι Εφετών, Δημήτριος Ζάχος και Γεώργιος Μακρής. Το σκεπτικό τους κινήθηκε γύρω από την έλλειψη συγκεκριμένων αποδείξεων που να συνδέουν τον Παπανδρέου με εντολές προς διοικητές δημοσίων επιχειρήσεων ή με γνώση των υπεξαιρέσεων του Κοσκωτά.
Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα του σκεπτικού της πλειοψηφίας: «Το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος αυτός προκάλεσε με οποιονδήποτε τρόπο την απόφαση των διοικητών των ΔΕΚΟ να τελέσουν τις εν λόγω πράξεις οι οποίες τους αποδίδονται, αλλά και ούτε συνήργησε με οποιονδήποτε τρόπο στις πράξεις αυτές. […] Εξάλλου οι εκδότες που κατέθεσαν αόριστα ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέχει και ποινικές ευθύνες, απάντησαν σε σχετικές ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν ότι δεν έχουν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος είχε δώσει εντολές σε διοικητές δημοσίων επιχειρήσεων να καταθέσουν τα διαθέσιμα κεφάλαια αυτών στην Τράπεζα Κρήτης».
Ακόμα πιο κρίσιμο ήταν το σημείο του σκεπτικού που αφορούσε τη γνώση του Παπανδρέου για τις υπεξαιρέσεις. Η πλειοψηφία ανέφερε: «Πέραν όμως αυτών, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο πρώην πρωθυπουργός είχε γνώση των υπεξαιρέσεων που διέπραττε ο Γεώργιος Κοσκωτάς κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 19 Ιανουαρίου 1988 έως 19 Οκτωβρίου 1988, όταν υπεξαιρούσε τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης». Με απλά λόγια, το Ειδικό Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, έκρινε ότι άλλο πράγμα είναι η πολιτική ευθύνη μιας κυβέρνησης για όσα συνέβησαν επί των ημερών της και άλλο η ποινική απόδειξη ότι ο πρωθυπουργός γνώριζε, έδωσε εντολές ή συνέδραμε στις πράξεις του Κοσκωτά.
Η μειοψηφία, όμως, είδε την υπόθεση διαφορετικά. Υπέρ της ενοχής του Ανδρέα Παπανδρέου ψήφισαν ο Βασίλειος Κόκκινος, πρόεδρος του Αρείου Πάγου, και οι αρεοπαγίτες Εμμανουήλ Αποστολάκης, Βασίλειος Κούσουλας, Σπυρίδων Σπύρου, Νικόλαος Στυλιανάκης και Σωκράτης Σωκρατείδης. Σύμφωνα με το δικό τους σκεπτικό, ο τότε πρωθυπουργός είχε αυξημένη θεσμική ευθύνη, δυνατότητα ενημέρωσης και πολιτική υποχρέωση να γνωρίζει ποιος ήταν ο Κοσκωτάς, ειδικά από τη στιγμή που ο νεαρός τραπεζίτης και εκδότης είχε αποκτήσει τόσο μεγάλη οικονομική και δημόσια παρουσία.
Στο σκεπτικό της μειοψηφίας αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Ο πρώτος των κατηγορουμένων ως πρωθυπουργός της Ελλάδας και κατά το από 11 Ιουνίου 1987 έως 19 Οκτωβρίου 1988 κρίσιμο χρονικό διάστημα είχε την αυτονόητη υποχρέωση και πρώτιστο καθήκον κατά τις διατάξεις του Συντάγματος και του νόμου να κατευθύνει τις ενέργειες της κυβέρνησης, να συντονίζει την κυβερνητική πολιτική σε όλους τους τομείς και να εποπτεύει για την εφαρμογή των νόμων προς το συμφέρον του κράτους και των πολιτών. Είχε ακόμη τη δυνατότητα ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ να πληροφορηθεί αμέσως το ποιόν και τη δράση του Γεωργίου Κοσκωτά».
Η μειοψηφία έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα και στο γεγονός ότι ο Κοσκωτάς εμφανιζόταν να κινείται με άνεση κοντά στην τότε εξουσία. Στο ίδιο σκεπτικό αναφερόταν: «Ο Γεώργιος Κοσκωτάς όμως, παρ’ όλα αυτά, απολάμβανε της πλήρους υποστήριξης και κάλυψης της πολιτικής εξουσίας. Είχε τη δυνατότητα να προσφωνεί και να προσφωνείται από τον πρωθυπουργό της χώρας του με δηλωτικές οικειότητας φράσεις, είχε τη δυνατότητα να βλέπει τον πρωθυπουργό κατ’ ιδίαν στην οικία του σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία είχε αρχίσει να πείθεται για τη δράση του».
Εκεί ακριβώς βρισκόταν και η ουσία της διαφωνίας. Για τους έξι δικαστές που μειοψήφησαν, η θέση του Παπανδρέου, οι πληροφορίες που θα μπορούσε να έχει και η δημόσια διαδρομή του Κοσκωτά οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν μπορούσε να είναι αμέτοχος ή ανυποψίαστος. Για τους επτά που σχημάτισαν την πλειοψηφία, όμως, αυτά δεν αρκούσαν για ποινική καταδίκη. Η πολιτική εγγύτητα, οι υποψίες, το κλίμα της εποχής και η αίσθηση ότι ο Κοσκωτάς είχε προσβάσεις στην εξουσία δεν μπορούσαν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Γι’ αυτό και η αθώωση Παπανδρέου υπήρξε ταυτόχρονα δικαστική λύση και πολιτική εκκρεμότητα. Νομικά, ο πρώην πρωθυπουργός απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες. Πολιτικά, η υπόθεση συνέχισε να διχάζει.
Η άλλη δίκη: Η καταδίκη του ίδιου του Κοσκωτά

Παράλληλα με το πολιτικό σκέλος, ωστόσο, υπήρχε και η ποινική υπόθεση του ίδιου του Γιώργου Κοσκωτά για την υπεξαίρεση από την Τράπεζα Κρήτης. Εκεί τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ’ αριθμ. 941/92 βούλευμά του, παραπέμπει σε άλλη, ξεχωριστή δίκη, στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, τον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία και 29 ακόμα άτομα για την υπεξαίρεση 32 δισεκατομμυρίων δραχμών από την Τράπεζα Κρήτης.
Στην ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη στην αίθουσα των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού και διήρκεσε σχεδόν δύο χρόνια, ο πρωταγωνιστής του σκανδάλου θα υποστηρίξει εκ νέου πως ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μεσολαβήσει προκειμένου οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί (ΔΕΚΟ) να καταθέσουν τα αποθεματικά τους στην Τράπεζα Κρήτης. Ο Κοσκωτάς θα καταδικαστεί στις 8 Νοεμβρίου 1994 σε κάθειρξη 25 ετών, καθώς η Έδρα απεφάνθη πως όντως αποκόμισε χρήματα από την τράπεζα με τα οποία αγόρασε τις μετέπειτα επιχειρήσεις του. Στο Εφετείο, τον Μάιο του 1997, η ποινή των 25 ετών παρέμεινε ως είχε.
Εν τέλει θα αποφυλακιστεί στις 16 Μαρτίου 2001 έχοντας εκτίσει τα 3/5 της ποινής του, καθώς το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων μείωσε την ποινή λόγω «ειλικρινούς μεταμέλειας». Άξιο μνείας είναι το γεγονός πως δεν επέστρεψε ούτε δραχμή πίσω, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε σχετικός νόμος που να προβλέπει κάτι τέτοιο. Η δημόσια παρουσία του Κοσκωτά δεν θα αποκτούσε ποτέ ξανά τη λάμψη, την επιθετικότητα και την ισχύ των χρόνων της ανόδου. Η αυτοκρατορία του είχε καταρρεύσει οριστικά. Τα ΜΜΕ πέρασαν σε άλλα χέρια. Ο Ολυμπιακός άλλαξε σελίδα. Η δε Τράπεζα Κρήτης απορροφήθηκε το 1999 από την EFG Eurobank.
Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές
Ο Ανδρέας Παπανδρέου βγήκε από το Ειδικό Δικαστήριο αθωωμένος και πολιτικά τραυματισμένος, αλλά όχι τελειωμένος. Το ΠΑΣΟΚ θα επέστρεφε στην εξουσία το 1993, με τον ίδιο και πάλι πρωθυπουργό. Θα πέθαινε τρία χρόνια αργότερα στο σπίτι του, στην Εκάλη. Ο Δημήτρης Τσοβόλας, αν και καταδικάστηκε, διατήρησε πολιτική παρουσία. Αργότερα θα ακολουθούσε δική του πολιτική πορεία, εκτός ΠΑΣΟΚ, ιδρύοντας το ΔΗΚΚΙ. Ο Γιώργος Πέτσος απομακρύνθηκε από το κέντρο της πολιτικής σκηνής. Ο δε Παναγιώτης Ρουμελιώτης συνέχισε τη δημόσια διαδρομή του, χωρίς να έχει δικαστεί στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου για την υπόθεση.
Το πολιτικό αποτύπωμα του σκανδάλου

Το σκάνδαλο Κοσκωτά άφησε πίσω του μια χώρα βαθιά καχύποπτη απέναντι στη σχέση πολιτικής εξουσίας και επιχειρηματικού χρήματος. Άφησε ένα τραύμα στο τραπεζικό σύστημα, που έδειξε πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η έλλειψη αποτελεσματικής εποπτείας. Άφησε ένα προηγούμενο στη σχέση Τύπου και εξουσίας, καθώς απέδειξε πως τα ΜΜΕ δεν είναι απλώς επιχειρήσεις ενημέρωσης, αλλά μπορούν να γίνουν εργαλεία επιρροής, προστασίας, πίεσης και πολιτικής συναλλαγής. Μετά την υπόθεση Κοσκωτά, η δυσπιστία απέναντι στις τράπεζες, στους ελεγκτικούς μηχανισμούς και στα μέσα ενημέρωσης είχε αποκτήσει συγκεκριμένη ιστορική αναφορά.
Άφησε επίσης βαθιά πολιτική πόλωση. Το 1989 ήταν για τη Νέα Δημοκρατία και ένα τμήμα της Αριστεράς η χρονιά της «κάθαρσης». Για το ΠΑΣΟΚ έγινε το «Βρόμικο ’89». Δύο λέξεις, δύο στρατόπεδα, δύο μνήμες. Η ίδια η υπόθεση συνέχισε να διαβάζεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την πολιτική ταυτότητα εκείνου που την αφηγούνταν. Για κάποιους, ήταν η πρώτη μεγάλη προσπάθεια να λογοδοτήσει η εξουσία. Για άλλους, ήταν η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ποινικοποίησης της πολιτικής αντιπαράθεσης. Το γεγονός ότι αυτές οι δύο αναγνώσεις επιβίωσαν για δεκαετίες δείχνει πόσο βαθύ ήταν το ρήγμα που άνοιξε τότε.
Ίσως όμως το πιο ανθεκτικό αποτύπωμα της υπόθεσης ήταν ότι βοήθησε να εδραιωθεί στη δημόσια συζήτηση μια έννοια που θα κυριαρχούσε τα επόμενα χρόνια: η «διαπλοκή». Η λέξη θα χρησιμοποιηθεί πολύ περισσότερο αργότερα, σε άλλες υποθέσεις, με άλλους επιχειρηματίες, άλλα ΜΜΕ και άλλες κυβερνήσεις. Το σκάνδαλο Κοσκωτά δεν τελείωσε πραγματικά με την απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, καθώς έμεινε η αίσθηση ότι πίσω από την επίσημη λειτουργία των θεσμών υπήρχαν παράλληλα δίκτυα επιρροής, σχέσεις εξάρτησης, αμοιβαίες εξυπηρετήσεις και σκοτεινές διαδρομές χρήματος. Κράτησε επίσης την καχυποψία απέναντι σε όσους αποκτούν γρήγορα οικονομική ισχύ, αγοράζουν μέσα ενημέρωσης, αποκτούν πρόσβαση σε πολιτικά γραφεία και εμφανίζονται ως «νέοι παίκτες» χωρίς να είναι σαφές από πού προέρχεται η δύναμή τους. Ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί ενδιαφέρον. Ίσως γιατί πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να εμφανιστεί ένας νέος «Κοσκωτάς».