Η δραματική ιστορία της οικογένειας Μέρντοχ και της αυτοκρατορίας των μέσων ενημέρωσης που δημιούργησε ο Ρούπερτ Μέρντοχ βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας τετραμερούς σειράς ντοκιμαντέρ του Netflix με τίτλο «Dynasty: The Murdochs», σε σκηνοθεσία της καταξιωμένης Λιζ Γκάρμπους. Η σειρά καταγράφει την πορεία του μεγιστάνα των ΜΜΕ από τα πρώτα βήματα της επιχειρηματικής του επέκτασης έως την τελική σύγκρουση για τη διαδοχή, αποκαλύπτοντας το έντονα ανταγωνιστικό οικογενειακό περιβάλλον που διαμορφώθηκε γύρω από την τεράστια επιχειρηματική αυτοκρατορία του.
Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η δημοφιλής σειρά του HBO «Succession», η οποία αφηγείται μια δηλητηριώδη οικογενειακή ιστορία εξουσίας και διαδοχής, εμπνεύστηκε από τη δυναστεία των Μέρντοχ. Με μια ειρωνική τροπή της πραγματικότητας, η ίδια η οικογένεια φέρεται να επανέλαβε στοιχεία της τηλεοπτικής αφήγησης. Το 2023, ο εκπρόσωπος της Ελίζαμπεθ Μέρντοχ, Μαρκ Ντεβερό, παρακολουθώντας τον θάνατο του χαρακτήρα Λόγκαν Ρόι στην οθόνη και το χάος που ακολούθησε μεταξύ των φανταστικών κληρονόμων, ανησύχησε ότι κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να συμβεί και στην πραγματικότητα. Το υπόμνημα που συνέταξε προκειμένου να αποτραπεί μια αντίστοιχη κατάρρευση της οικογένειας είχε τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα, οδηγώντας σε πραγματική σύγκρουση, δικαστική διαμάχη και έναν διακανονισμό ύψους 3,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς τα αδέλφια που έμειναν εκτός όταν ο Λάχλαν Μέρντοχ έλαβε τον έλεγχο των Fox και News Corp από τον πατέρα του.
Το ντοκιμαντέρ της Λιζ Γκάρμπους, γνωστής μεταξύ άλλων για τη δουλειά της στη σειρά «Harry & Meghan», παρακολουθεί την ιστορία της οικογένειας από την αρχή έως την τελική αυτή αντιπαράθεση. Η αφήγηση συνοδεύεται από τη χαρακτηριστική μουσική της σειράς «Succession», με το ασυνήθιστο και έντονο θέμα του πιάνου και των εγχόρδων να επανέρχεται ως μοτίβο σε μια παραγωγή που παρουσιάζεται με ιδιαίτερα προσεγμένο τρόπο και έντονο αφηγηματικό ρυθμό.
Καθοριστικό στοιχείο της δύναμης της σειράς αποτελεί ο μεγάλος αριθμός ανθρώπων που για δεκαετίες εργάστηκαν για την οικογένεια Μέρντοχ ή έγραψαν για αυτήν. Παρότι η ίδια η οικογένεια αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη, χιλιάδες σελίδες εγγράφων, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και γραπτών συνομιλιών, πολλά από τα οποία προβάλλονται για πρώτη φορά στην τηλεόραση, συνθέτουν την εικόνα ενός αδίστακτου πατριάρχη, ο οποίος σήμερα συμπληρώνει τα 95 του χρόνια και ο οποίος μεγάλωσε τα τέσσερα μεγαλύτερα παιδιά του όχι τόσο ως οικογένεια αλλά ως ανταγωνιστές σε μια αρένα, τοποθετώντας τα το ένα απέναντι στο άλλο για την εύνοιά του και για τον έλεγχο της αυτοκρατορίας του.
Από τρεις διαφορετικές ηπείρους, η Λιζ Γκάρμπους συγκεντρώνει μια εντυπωσιακή ομάδα δημοσιογράφων και αναλυτών. Μεταξύ αυτών βρίσκονται οι Τζιμ Ρούτενμπεργκ και Τζόναθαν Μάλερ των New York Times, οι οποίοι κατέγραψαν τη δικαστική μάχη για το καταπίστευμα της Νεβάδα, καθώς και ο ΜακΚέι Κόπινς του Atlantic, ο οποίος είχε εξασφαλίσει σπάνια πρόσβαση στον Τζέιμς Μέρντοχ. Στη σειρά συμμετέχουν επίσης πολλοί βετεράνοι δημοσιογράφοι της Fleet Street και της Αυστραλίας.
Ανάμεσα στις μαρτυρίες εμφανίζεται και ο ηθοποιός Χιου Γκραντ, ο οποίος θυμάται ότι τον ακολουθούσε στο Λος Άντζελες ο δημοσιογράφος της News of the World, Πολ ΜακΜάλαν, κατά την περίοδο όπου η εφημερίδα χρησιμοποιούσε αμφιλεγόμενες δημοσιογραφικές πρακτικές. Η παρακολούθηση συνδέθηκε με τη σύλληψη του ηθοποιού το 1995, όταν εντοπίστηκε με την εργαζόμενη στο σεξ Ντιβάιν Μπράουν. Ο ΜακΜάλαν ανακαλεί εκείνη την περίοδο λέγοντας: «Τι ήθελε ο Μέρντοχ να κάνουμε; Να βρούμε την κοπέλα και να της δώσουμε 250.000 δολάρια για να μας πει όλα όσα της ζήτησε ο Χιου Γκραντ να κάνει στο αυτοκίνητό του». Ο ίδιος ο ηθοποιός θυμάται: «Η ζωή εκείνη την περίοδο ήταν εξαιρετικά δύσκολη».
Μέχρι σήμερα, η πιο ολοκληρωμένη καταγραφή της ιστορίας των Μέρντοχ θεωρούνταν η τριμερής σειρά του BBC «The Rise of the Murdoch Dynasty» που προβλήθηκε το 2020, όπως τονίζει ο independent. Παρότι η έρευνά της ήταν εξαιρετικά λεπτομερής, προβλήθηκε πολύ νωρίς, όταν η αυτοκρατορία του Ρούπερτ Μέρντοχ, παρά τα σκάνδαλα, παρέμενε ακόμη ενωμένη. Η αφήγηση της Λιζ Γκάρμπους διαθέτει κάτι που τότε έλειπε: μια σαφή κατάληξη.

Η σκηνοθέτις αφήνει επίσης χώρο για την πιο σκοτεινή πλευρά της ταμπλόιντ δημοσιογραφίας που αναπτύχθηκε στα μέσα του Μέρντοχ. Τα αποσπάσματα που αφορούν το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών είναι ιδιαίτερα ανατριχιαστικά, καθώς πρώην δημοσιογράφοι περιγράφουν με εμφανή άνεση τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν. Ο Πολ ΜακΜάλαν αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μια μέρα εμφανίστηκα με εκείνες τις κλεμμένες φωτογραφίες», αναφέροντας ως παραδείγματα τις Ναόμι Κάμπελ και Κάρλα Μπρούνι, οι οποίες απεικονίζονταν γυμνόστηθες. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο τότε αρχισυντάκτης Πιρς Μόργκαν ενθουσιάστηκε και αυτό αποτέλεσε τη βάση για την πρόσληψή του: «Με βάση αυτό πήρα τη θέση μου στο προσωπικό, ουσιαστικά επειδή έκλεψα».
Παράλληλα, η σειρά παρουσιάζει και τις επιχειρηματικές πιέσεις που κατέστησαν τη διαδοχή ακόμη πιο επείγουσα. Μέχρι το 2017, οι λεγόμενοι «πόλεμοι του streaming» είχαν αλλάξει πλήρως τον χάρτη της βιομηχανίας. «Η Fox δεν είχε το μέγεθος για να ανταγωνιστεί το Netflix, την Amazon και την Apple», εξηγεί ο δημοσιογράφος Μάθιου Μπελόνι. Η πώληση στη Disney που ακολούθησε, η οποία δημιούργησε ένα ρήγμα μέσα στην οικογένεια που δεν έκλεισε ποτέ, αποτέλεσε σύμφωνα με την αφήγηση μια σιωπηρή παραδοχή του Ρούπερτ Μέρντοχ ότι ο κόσμος είχε προχωρήσει πιο γρήγορα από τον ίδιο.
Όπως και η σειρά «Succession», η οποία συνδύαζε σαρκαστικό χιούμορ με στοιχεία τραγωδίας, έτσι και το «Dynasty: The Murdochs» ξεδιπλώνεται σαν μια σύγχρονη οικογενειακή τραγωδία που οδηγείται στο αναπόφευκτο αποκορύφωμά της. Ο δημοσιογράφος Γκάμπριελ Σέρμαν συνοψίζει την ιστορία με μια φράση που αποτυπώνει τον πυρήνα της: «Ο Ρούπερτ έλεγε ότι το όνειρό του ήταν να δημιουργήσει μια οικογενειακή επιχείρηση. Αυτό που δημιούργησε ήταν μια επιχείρηση που κατέστρεψε την οικογένειά του».