Πολλοί είναι όλοι όσοι πάσχουν και ταλαιπωρούνται από κάποια μορφή του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου. Μέχρι στιγμής η διάγνωσή του δεν ήταν εύκολη και οι περισσότεροι ασθενείς έφθαναν στον γιατρό όταν είχαν σοβαρά συμπτώματα, όπως δυσκοιλιότητα, διάρροια, πόνους στην κοιλιά, εντερική διαταραχή κ.ά.

Επιστήμονες όμως στην Αυστρία, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και ένας Έλληνας της διασποράς, έδειξαν για πρώτη φορά ότι, τις περισσότερες φορές, το εν λόγω -συχνά ασαφούς αιτιολογίας- σύνδρομο σχετίζεται με βακτηριακά βιοφίλμ στο έντερο, τα οποία είναι ορατά μέσω ενδοσκοπίου. Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται εφικτή μία αντικειμενική διάγνωση της πάθησης.

«Καταφέραμε για πρώτη φορά να εντοπίσουμε μία αιτία του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου και ταυτόχρονα να δείξουμε πώς αυτή η νόσος μπορεί να διαγνωστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια, να κατηγοριοποιηθεί και να αξιολογηθεί», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Κριστόφ Γκάσε, επικεφαλής του Εργαστηρίου Μοριακής Γαστρεντερολογίας του Ιατρικού Πανεπιστημίου της Βιέννης (MedUni) όπως επισημαίνει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Στην ερευνητική ομάδα, η οποία έκανε τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Gastroenterology» της Αμερικανικής Εταιρείας Γαστρεντερολογίας, καθοριστική συμβολή είχε ο μικροβιολόγος Αθανάσιος Μακρυστάθης.

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι άνθρωποι που έχουν πάρει πολλά φάρμακα στη ζωή τους (π.χ. όσα ανήκουν στην κατηγορία των αναστολέων αντλίας πρωτονίων), με αποτέλεσμα να έχει διαταραχθεί η ισορροπία της εντερικής χλωρίδας τους και του μικροβιακού οικοσυστήματός τους, είναι πιθανότερο να εμφανίσουν βακτηριακά βιοφίλμ στο έντερό τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει σε όσους έχουν κάνει μεταμόσχευση οργάνου.

Τα βακτήρια προσπαθούν να αυξήσουν τις πιθανότητες επιβίωσής τους στο έντερο, με αποτέλεσμα να προσκολλώνται και να σχηματίζουν βιοφίλμ, ένα είδος προστατευτικού χώρου που τα καθιστά πιο ανθεκτικά στα αντιβιοτικά και σε άλλες περιβαλλοντικές τοξίνες. Στο πλαίσιο της έρευνας έγιναν περισσότερες από 1.000 κολονοσκοπήσεις και βρέθηκε ότι τo 57% των ατόμων με συμπτώματα ευερέθιστου εντέρου είχαν τέτοια βιοφίλμ στο λεπτό ή στο παχύ έντερό τους. Παρόμοια βιοφίλμ υπήρχαν στο ένα τρίτο (34%) των ασθενών με ελκώδη κολίτιδα, έναντι μόνο 6% στην ομάδα ελέγχου (χωρίς ευερέθιστο έντερο ή ελκώδη κολίτιδα).

Αυτά τα βιοφίλμ σχηματίζουν ένα λεπτό στρώμα και προσκολλώνται μέσα στο έντερο, εμποδίζοντας την ομαλή λειτουργία του. Σε αρκετές περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι είναι δυνατό να απομακρυνθεί αυτό το μικροβιακό φιλμ στο παχύ έντερο με τη χρήση ενός ενδοσκοπικού «σπρέι». Μελλοντικές μελέτες θα δείξουν κατά πόσο αυτό, όντως, μειώνει τα συμπτώματα του συνδρόμου. Η τεχνική, πάντως, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί -τουλάχιστον ακόμη- στο λεπτό έντερο για την απομάκρυνση των βιοφίλμ.

TAGS
Μάθετε πρώτοι τι συμβαίνει στην Ελλάδα και τον κόσμο στο Google News του Newsbeast. Ακολουθήστε το Newsbeast σε Instagram, Facebook και Twitter.