Σημαντικές αποκλίσεις στους χρόνους διεκπεραίωσης βασικών διαδικασιών που επηρεάζουν άμεσα την επιχειρηματικότητα καταγράφει νέα έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, αποτυπώνοντας μια γνώριμη εικόνα για την ελληνική οικονομία: πρόοδο σε ορισμένους τομείς, αλλά και έντονες ανισότητες στην εφαρμογή κανόνων και υπηρεσιών από περιοχή σε περιοχή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης «Subnational Business Ready in Greece», η μεταβίβαση ενός ακινήτου μπορεί να ολοκληρωθεί σε μόλις 56 ημέρες στην Αλεξανδρούπολη, αλλά να φτάσει τις 213 ημέρες στη Θεσσαλονίκη. Η διαφορά αυτή αποδίδεται κυρίως στο γεγονός ότι η μετάβαση από το παλαιό καθεστώς των υποθηκοφυλακείων στο Ελληνικό Κτηματολόγιο δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό σε όλες τις περιοχές.

Αντίστοιχες αποκλίσεις εντοπίζονται και στον τομέα της απονομής δικαιοσύνης, που εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο δυσβάσταχτους κρίκους του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Ο χρόνος εκδίκασης εμπορικών διαφορών κυμαίνεται από 905 ημέρες στην Πάτρα έως και 1.410 ημέρες στην Αθήνα, δηλαδή σχεδόν τέσσερα χρόνια. Πρόκειται για καθυστερήσεις που επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία των επιχειρήσεων, ειδικά σε περιπτώσεις όπου η δικαστική επίλυση αποτελεί προϋπόθεση για τη συνέχιση δραστηριοτήτων.

Στον τομέα των αδειοδοτήσεων, η εικόνα είναι ελαφρώς πιο βελτιωμένη, αλλά και πάλι όχι ομοιόμορφη. Για την έκδοση οικοδομικής άδειας απαιτούνται από 73 ημέρες στη Λάρισα έως 120 ημέρες στο Ηράκλειο. Παράλληλα, η σύνδεση επιχειρήσεων με βασικά δίκτυα παρουσιάζει επίσης διαφοροποιήσεις: η ηλεκτροδότηση μπορεί να ολοκληρωθεί σε 71 έως 124 ημέρες, ενώ η σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης απαιτεί από 40 έως 99 ημέρες, ανάλογα με τον δήμο.

Ένας ακόμη τομέας με ανομοιογένεια είναι οι πτωχευτικές διαδικασίες. Οι επιδόσεις των δήμων διαφέρουν αισθητά, με τη βαθμολογία να κυμαίνεται από 57 μονάδες στην Αλεξανδρούπολη έως 78 στο Ηράκλειο (σε κλίμακα 0–100). Οι διαφορές αυτές σχετίζονται κυρίως με τον χρόνο ολοκλήρωσης των διαδικασιών εκκαθάρισης, αλλά και με το πόσο διαδεδομένη είναι η χρήση εργαλείων εξυγίανσης. Σε μικρότερους δήμους, όπως η Λάρισα και η Αλεξανδρούπολη, η αξιοποίηση τέτοιων εργαλείων παραμένει περιορισμένη, γεγονός που αποδίδεται εν μέρει σε ελλιπή ενημέρωση των επιχειρήσεων.

Παρά τα προβλήματα, η έκθεση καταγράφει και τομείς όπου η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο. Η σύσταση επιχειρήσεων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς οι διαδικασίες έχουν απλοποιηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Μέσω της πλατφόρμας e-ΥΜΣ, μια επιχείρηση μπορεί να συσταθεί σε μόλις δύο ημέρες, με κόστος που περιορίζεται στα 18 ευρώ. Η μείωση των απαιτούμενων διοικητικών βημάτων και του ελάχιστου μετοχικού κεφαλαίου έχει συμβάλει καθοριστικά σε αυτή τη βελτίωση.

Ωστόσο, η θετική αυτή εικόνα δεν επεκτείνεται σε όλους τους τομείς. Στα δικαστήρια, για παράδειγμα, το επίπεδο ψηφιοποίησης παραμένει χαμηλό, καθώς δεν έχουν ακόμη καθιερωθεί πλήρως η ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, η ψηφιακή έκδοση αποφάσεων ή η αυτοματοποιημένη κατανομή υποθέσεων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διατηρούνται μεγάλες καθυστερήσεις, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση μεταξύ των δήμων που συμμετείχαν στην έρευνα – Αλεξανδρούπολη, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα και Ηράκλειο. Η Λάρισα εμφανίζεται να καταγράφει τις καλύτερες συνολικές επιδόσεις σε αρκετούς δείκτες, όπως οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, η χωροθέτηση επιχειρήσεων και η επίλυση διαφορών, αποδεικνύοντας ότι το μέγεθος ενός δήμου δεν είναι απαραίτητα καθοριστικός παράγοντας για την αποτελεσματικότητα της διοίκησης. Η παρουσίαση της έκθεσης πραγματοποιήθηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσαν το ΙΟΒΕ και η Παγκόσμια Τράπεζα, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της κυβέρνησης, ευρωπαϊκών θεσμών και οικονομικών φορέων. Όπως επισημάνθηκε, η χώρα έχει κάνει βήματα προόδου, ιδίως στη δημιουργία ψηφιακών υποδομών, αλλά παραμένει το ζητούμενο η ομοιόμορφη εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων σε τοπικό επίπεδο.

Στο πλαίσιο αυτό, η Παγκόσμια Τράπεζα προτείνει συγκεκριμένες παρεμβάσεις, όπως η καθιέρωση ενιαίου κωδικού ταυτοποίησης επιχειρήσεων, η επιτάχυνση της διαδικασίας ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών, η επέκταση της πλατφόρμας e-Άδειες, καθώς και η ενίσχυση της ψηφιοποίησης στα δικαστήρια με ηλεκτρονικές διαδικασίες και διαδικτυακές ακροάσεις.

Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην ανάγκη καλύτερου συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων και ενίσχυσης της διοικητικής ικανότητας σε επίπεδο δήμων. Η βασική πρόκληση που αναδεικνύεται δεν αφορά τόσο την ύπαρξη θεσμικού πλαισίου, όσο την πρακτική εφαρμογή του, η οποία εξακολουθεί να διαφέρει σημαντικά από περιοχή σε περιοχή.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σύνθετη: από τη μία πλευρά, η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά την έναρξη επιχειρηματικής δραστηριότητας. Από την άλλη, η καθημερινή λειτουργία της αγοράς εξακολουθεί να επηρεάζεται από καθυστερήσεις, γραφειοκρατία και άνιση εφαρμογή των κανόνων, στοιχεία που εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση για την επιχειρηματικότητα.