Μετά την ένταξη της πρώτης φρεγάτας Belh@rra «Κίμων» στον στόλο και την επικείμενη έλευση άλλων τριών ίδιου τύπου πλοίων από τα γαλλικά ναυπηγεία της Naval Group σε σύμπραξη με τα αντίστοιχα ελληνικά, οι επιτελείς του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας στρέφουν τώρα το ενδιαφέρον τους στον τρόπο που θα είμαστε καλυμμένοι και στον βυθό, πέραν της επιφάνειας της θάλασσας. Για τον λόγο αυτό έχει δοθεί το «πράσινο» φως για την απόκτηση ισραηλινών μη επανδρωμένων υποβρυχίων BlueWhale («Μπλε Φάλαινες»). Πρόκειται για ένα προηγμένο σύστημα που εξετάζεται σοβαρά από την Αθήνα ως επόμενο βήμα τεχνολογικής αναβάθμισης του Πολεμικού Ναυτικού.
Σύμφωνα με πληροφορίες, έχει ήδη υπάρξει μια πρώτη συμφωνία-πλαίσιο που προβλέπει τη δυνατότητα συμπαραγωγής, σε περίπτωση τελικής επιλογής του συστήματος, μεταξύ της ισραηλινής αεροδιαστημικής βιομηχανίας και ελληνικών εταιρειών. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που αποσκοπεί στη μείωση του ρίσκου για τα πληρώματα και στη μεταφορά των πιο επικίνδυνων αποστολών σε αυτόνομα μέσα.
Το BlueWhale είναι ένα μη επανδρωμένο υποβρύχιο μήκους περίπου 11 μέτρων, με σχεδίαση που παραπέμπει σε υπερμεγέθη τορπίλη. Αναπτύσσει ταχύτητα έως 7 κόμβους και μπορεί να επιχειρεί συνεχώς για διάστημα που φτάνει τις τέσσερις εβδομάδες. Το μέγιστο επιχειρησιακό του βάθος αγγίζει τα 300 μέτρα, ενώ το χαμηλό ακουστικό του ίχνος το καθιστά εξαιρετικά δύσκολο στον εντοπισμό. Χάρη σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, έχει τη δυνατότητα να εκτελεί αποστολές με υψηλό βαθμό αυτονομίας, ακόμη και χωρίς συνεχή ανθρώπινη παρέμβαση.
Ο ρόλος του δεν είναι επιθετικός με την κλασική έννοια, καθώς δεν φέρει οπλισμό. Ωστόσο, η αξία του στον ανθυποβρυχιακό πόλεμο θεωρείται καθοριστική. Το σύστημα εντοπίζει εχθρικά υποβρύχια, συλλέγει κρίσιμα δεδομένα και μεταδίδει πληροφορίες στοχοποίησης, συμβάλλοντας στο πρώτο και ίσως πιο κρίσιμο στάδιο της λεγόμενης «αλυσίδας καταστροφής». Με απλά λόγια, καθιστά εφικτό τον εντοπισμό του στόχου, ώστε άλλα μέσα να αναλάβουν την εμπλοκή. Παράλληλα, το BlueWhale μπορεί να επιχειρεί σε ρηχά νερά, κοντά σε ευαίσθητες περιοχές όπως ναύσταθμοι, λιμάνια ή θαλάσσιες εγκαταστάσεις, συλλέγοντας πληροφορίες μέσω προηγμένων αισθητήρων. Η χρήση του στον ναρκοπόλεμο θεωρείται επίσης ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι νάρκες παραμένουν ένα από τα πιο καταστροφικά όπλα στη θάλασσα, με ιστορικά δεδομένα να δείχνουν ότι προκάλεσαν το μεγαλύτερο ποσοστό ναυτικών απωλειών στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συνεργασία του μη επανδρωμένου υποβρυχίου με τα συμβατικά υποβρύχια που ήδη κατέχει η χώρα μας. Όπως ήδη συμβαίνει στην αεροπορία με τη σύμπραξη επανδρωμένων αεροσκαφών και drones, αλλά και στη θάλασσα με μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας, το BlueWhale λειτουργεί ως προέκταση των δυνατοτήτων των επανδρωμένων μέσων. Στην πράξη, όπως σημειώνουν οι γνωρίζοντες, αυξάνει σημαντικά την ακτίνα επιτήρησης και δράσης των υποβρυχίων, χωρίς να εκθέτει πληρώματα σε άμεσο κίνδυνο.
Για το Πολεμικό Ναυτικό, μια τέτοια προσθήκη θα μπορούσε να μετατραπεί σε στρατηγικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η υποθαλάσσια επιτήρηση παίζει κρίσιμο ρόλο. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και δυνάμεις με περιορισμένα παραδοσιακά μέσα μπορούν, μέσω μη επανδρωμένων θαλάσσιων συστημάτων, να περιορίσουν τη δράση ισχυρών στόλων, όπως έχει φανεί πρόσφατα στη Μαύρη Θάλασσα.
Όπως σημείωσε ο στρατιωτικός αναλυτής Γιάννης Παλιούρας στην τηλεόραση του Σκάι, το κόστος για κάθε τέτοιο υποβρύχιο εκτιμάται στα 80 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς όμως να υπολογίζονται πρόσθετες δαπάνες για υποδομές, υποστήριξη, εκπαίδευση και τυχόν προσαρμογές στις επιχειρησιακές ανάγκες του αγοραστή. Στο τραπέζι βρίσκεται ένα σενάριο αρχικής προμήθειας ενός συστήματος για δοκιμαστική χρήση και, στη συνέχεια, μιας μεγαλύτερης παραγγελίας που θα μπορούσε να φτάσει συνολικά τα δώδεκα (6+6) μη επανδρωμένα υποβρύχια.