Τη βιωσιμότητα στον τομέα των επιχειρήσεων, καθώς και της οικονομίας και κοινωνίας όχι ως μια θεωρητική έννοια ή υποχρέωση, αλλά ως μια επιχειρηματική φιλοσοφία που βασίζεται στη συνέχεια, τη συνέπεια και την επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα, προσέγγισε η πρόεδρος του ΟΦΕΤ Ιουλία Τσέτη, μιλώντας στο Delphi Economic Forum XI και στη θεματική συζήτηση «Οικοσύστημα βιωσιμότητας: Η απάντηση για τη μακροζωία της οικονομίας και της κοινωνίας», την Παρασκευή 24 Απριλίου 2026.
Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής της ήταν ότι η πραγματική βιωσιμότητα εκφράζεται μέσα από την καθημερινή πρακτική: στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων, στη στήριξη των ανθρώπων τους και στη σύνδεσή τους με την κοινωνία. Τόνισε ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να υπερβαίνουν τα βραχυπρόθεσμα κριτήρια απόδοσης, όπως η ταχύτητα ή η μεγιστοποίηση του κέρδους, και να εστιάζουν σε χαρακτηριστικά όπως η μακροχρόνια παρουσία, η αξιοπιστία και η ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα σε εποχές αβεβαιότητας και προκλήσεων. Χρησιμοποιώντας τον μύθο του Αισώπου «ο λαγός και η χελώνα», υπογράμμισε ότι η επιμονή και η συνέπεια είναι εκείνες που οδηγούν σε μακροπρόθεσμη βιώσιμη επιτυχία.
Αναφερόμενη στη βιωσιμότητα στην υγεία και στις βιοεπιστήμες, η Ιουλία Τσέτη υπογράμμισε ότι η καλή δημόσια υγεία αποτελεί τη βάση μιας βιώσιμης κοινωνίας και οικονομίας, επισημαίνοντας τη δυναμική της οικονομίας της μακροζωίας και τον ρόλο των σημαντικών επιστημονικών εξελίξεων στην εποχή μας, όπως η αναγεννητική ιατρική και οι επιγενετικές παρεμβάσεις. Οι εξελίξεις αυτές όπως είπε, δημιουργούν νέες ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης. Επισήμανε ότι το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μόνο να ζούμε περισσότερα χρόνια, αλλά να ζούμε καλύτερα και πιο λειτουργικά, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ανθρώπινο παράγοντα, περιγράφοντας τους εργαζομένους ως αναντικατάστατους συνεργάτες σε κάθε στρατηγική βιωσιμότητας. Υπογράμμισε τη σημασία της έμπνευσης και της διατήρησης ταλέντου, ιδιαίτερα σε απαιτητικά περιβάλλοντα όπως αυτό της Ελλάδας, όπου το φαινόμενο του brain drain παραμένει πρόκληση, τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας ανταγωνιστικών συνθηκών και στήριξης από την Πολιτεία. Στο πλαίσιο αυτό, ανέδειξε τον κλάδο των βιοεπιστημών ως κλάδο του παρόντος και του μέλλοντος, που δημιουργεί ουσιαστικές προοπτικές και παράλληλα συμβάλλει στην κοινωνική πρόοδο.
«Για μένα, η βιωσιμότητα είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε καθημερινά, ο τρόπος που επενδύουμε και καινοτομούμε, αλλά και ο τρόπος που εμπνέουμε τους νέους ανθρώπους να παραμείνουν στον τόπο μας», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ανέδειξε τη σημασία της συνέχειας και της συνέπειας στις πολιτικές και στρατηγικές βιωσιμότητας, τονίζοντας ότι τα διδάγματα προηγούμενων κρίσεων, όπως οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, απαιτούν συντονισμένη και μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση.
Αναφερόμενη στις τεχνολογικές εξελίξεις, στάθηκε στον μετασχηματιστικό ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης, ιδιαίτερα στην επιτάχυνση της έρευνας και της καινοτομίας. Έφερε ως παράδειγμα τη μείωση του χρόνου ανάπτυξης σε φόρμουλες νέων προϊόντων, που με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μειωθεί από τέσσερα ή πέντε χρόνια σε μόλις οκτώ μήνες. Επισήμανε ότι, παρότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μειώσει σημαντικά τον χρόνο ανάπτυξης νέων προϊόντων, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο υποστήριξης των εργαζομένων και όχι ως υποκατάστατο της ανθρώπινης γνώσης και δημιουργίας. Αξίες όπως η ηθική, η δέσμευση και η ανθρώπινη συνείδηση, όπως τόνισε, παραμένουν αναντικατάστατες. «Οι εργαζόμενοι είναι οι σύμμαχοί μας. Η νοοτροπία, η δέσμευση και η αφοσίωση είναι αξίες που η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αποκτήσει», είπε χαρακτηριστικά.
Η Ιουλία Τσέτη, υποστήριξε ακόμη, ότι η ανάπτυξη και εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς κανόνες και ηθικές αρχές, καθώς πρόκειται για ένα πεδίο που εξελίσσεται διαρκώς και εγείρει σύνθετα ζητήματα.
Κλείνοντας, συνέδεσε τη βιωσιμότητα με την ανθεκτικότητα, τη σταθερότητα και την ηγεσία με αξίες. Υπογράμμισε ότι τα βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα προϋποθέτουν ένα σταθερό περιβάλλον και στρατηγική διορατικότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο γεωπολιτικών προκλήσεων και διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, η βιωσιμότητα, η ανταγωνιστικότητα και η κερδοφορία δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους, αλλά αλληλένδετους πυλώνες, όταν οι επιχειρήσεις λειτουργούν με γνώμονα τις ηθικές αρχές και μια ισχυρή ανθρωποκεντρική προσέγγιση.
Στη θεματική συζήτηση συμμετείχαν επίσης η Αλεξάνδρα Πάλλη, Πρόεδρος CSR Hellas, και ο Ανδρέας Α. Παπανδρέου, Καθηγητής Περιβαλλοντικών Οικονομικών ΕΚΠΑ. Το πάνελ συντόνισε ο δημοσιογράφος Γιώργος Ευγενίδης.
