Το πρόβλημα με τα κενά σπίτια δεν είναι ελληνικό, ούτε αφορά μεμονωμένες αγορές. Είναι ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο που αναδεικνύει τις βαθιές αντιφάσεις της στεγαστικής πολιτικής στην Ευρώπη. Την ώρα που τα ενοίκια αυξάνονται σταθερά, η αστεγία επεκτείνεται και εκατομμύρια νοικοκυριά επιβαρύνονται από την ενεργειακή φτώχεια, σημαντικό μέρος του κτιριακού αποθέματος παραμένει αναξιοποίητο.

Η στεγαστική κρίση έχει διπλό πρόσημο: κοινωνικό και περιβαλλοντικό. Από τη μία, η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Από την άλλη, ο ανεκμετάλλευτος δομημένος χώρος αποτελεί χαμένη ευκαιρία σε μια ήπειρο που συνεχίζει να επενδύει σε νέες κατασκευές αντί να αξιοποιεί ό,τι ήδη υπάρχει.

Καθώς η ειδική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη στεγαστική κρίση ετοιμάζεται να ψηφίσει την έκθεσή της, το ζήτημα των κενών ακινήτων βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης. Το Σχέδιο Προσιτής Στέγασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναγνωρίζει ρητά ότι τα κενά και υποχρησιμοποιούμενα κτίρια πρέπει να αποτελέσουν μέρος της λύσης. Όπως επισημαίνει και το EUobserver, πρόκειται για μια σημαντική πολιτική αναγνώριση — το ζητούμενο όμως είναι αν θα μεταφραστεί σε συγκεκριμένα εργαλεία και χρηματοδοτήσεις.

Η εικόνα στις ευρωπαϊκές πόλεις αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος. Στο Βερολίνο, δεκάδες χιλιάδες διαμερίσματα παραμένουν κενά, παρά τη σοβαρή έλλειψη κατοικιών και τις κοινωνικές πιέσεις. Στην Πράγα, τα άδεια διαμερίσματα ξεπερνούν τις 90.000. Στις Βρυξέλλες, χιλιάδες κατοικίες παραμένουν ακατοίκητες, ενώ μεγάλοι όγκοι γραφειακών χώρων μένουν χωρίς χρήση. Τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν περιθωριακή εξαίρεση, αλλά ένδειξη διαρθρωτικής δυσλειτουργίας της αγοράς κατοικίας σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Πράγα Τσεχία

Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Περισσότερες από 2,2 εκατομμύρια κατοικίες παραμένουν κλειστές, με περίπου το 35% των κανονικών κατοικιών της χώρας να μην κατοικούνται — το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από αυτές, το 22,5% αφορά δευτερεύουσες ή εξοχικές κατοικίες και το 12% πραγματικά κενά ακίνητα. Αν και οι κενές κατοικίες μειώθηκαν κατά 11,6% σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή, ο αριθμός τους παραμένει υψηλός.

Οι λόγοι είναι σύνθετοι: ακίνητα σε περιοχές με φθίνουσα ζήτηση, εικόνα εγκατάλειψης, υψηλό κόστος ανακαίνισης, αλλά και νομικά ή φορολογικά εμπόδια, όπως αδιευκρίνιστες κληρονομικές υποθέσεις ή διαφωνίες μεταξύ συνιδιοκτητών. Παράλληλα, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων περιορίζει την προσφορά μακροχρόνιας στέγασης, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις τουριστικές περιοχές.

Το ευρωπαϊκό σχέδιο δίνει έμφαση στην ανακαίνιση και επανάχρηση του υφιστάμενου αποθέματος αντί της νέας δόμησης. Η προσέγγιση αυτή είναι ταχύτερη, οικονομικότερη και λιγότερο επιβαρυντική για το περιβάλλον. Ωστόσο, απουσιάζει ακόμη ένας κοινός ορισμός για το τι θεωρείται «κενό ακίνητο», καθώς και συστηματική καταγραφή και ξεχωριστή χρηματοδοτική γραμμή για τη μετατροπή τους σε προσιτές κατοικίες.

Η στεγαστική κρίση δεν είναι μόνο ζήτημα προσφοράς, αλλά κυρίως ζήτημα πρόσβασης: ποιος βρίσκει σπίτι, σε ποια τιμή και με ποιους όρους. Τα κενά σπίτια μπορούν να αποτελέσουν μέρος της λύσης μόνο εάν ενταχθούν σε μια συνεκτική πολιτική με σαφείς κοινωνικούς στόχους και περιβαλλοντικά κριτήρια.

Η Ευρώπη δεν στερείται χώρου. Στερείται ακόμη της πολιτικής βούλησης να μετατρέψει τα κλειστά σπίτια σε ανοιχτές πόρτες για προσιτή και βιώσιμη στέγη.