Αυξήσεις μισθών, περισσότερες συλλογικές συμβάσεις και μια αγορά εργασίας που αλλάζει ρυθμούς. Αυτό είναι το αποτέλεσμα που φιλοδοξεί να φέρει το νέο εργασιακό πλαίσιο, σε μια περίοδο όπου οι ανάγκες των εργαζομένων και των επιχειρήσεων δείχνουν να συγκλίνουν περισσότερο από ποτέ.

Το νομοσχέδιο που οδεύει προς ψήφιση διαμορφώνει πιο ευνοϊκές συνθήκες για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, επαναφέροντας βασικούς μηχανισμούς προστασίας και σταθερότητας. Κομβική ρύθμιση αποτελεί η πλήρης μετενέργεια των συμβάσεων, που επιτρέπει τη διατήρηση όρων αμοιβής και εργασίας και μετά τη λήξη τους. Η αλλαγή αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς δημιουργεί έδαφος για αυξήσεις μισθών σε ευρύτερη κλίμακα και όχι μόνο μέσω αποσπασματικών παρεμβάσεων.

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η αγορά εργασίας εμφανίζεται σαφώς πιο «σφιχτή» σε σχέση με το παρελθόν, με την ανεργία να έχει υποχωρήσει στο 7,5%, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών. Σε πολλούς κλάδους, οι επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό, γεγονός που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων και αυξάνει τον ανταγωνισμό για ανθρώπινο δυναμικό.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι συλλογικές συμβάσεις επανέρχονται στο προσκήνιο ως εργαλείο εξισορρόπησης. Η διεύρυνσή τους μπορεί να οδηγήσει σε πιο γενικευμένες αυξήσεις μισθών, περιορίζοντας τις ανισότητες και ενισχύοντας το αίσθημα ασφάλειας στην εργασία. Παράλληλα, δημιουργείται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για τις επιχειρήσεις, που καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα πλαίσιο ξεκάθαρων κανόνων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό, ενόψει της νέας αναπροσαρμογής που αναμένεται από την 1η Απριλίου. Τα τελευταία χρόνια ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί αισθητά, από τα 650 ευρώ στα 880 ευρώ, ενώ παραμένει ανοιχτός ο στόχος για περαιτέρω άνοδο έως το 2027. Κάθε νέα αύξηση δεν επηρεάζει μόνο τους χαμηλόμισθους, αλλά συμπαρασύρει επιδόματα, τριετίες και συνολικά τη μισθολογική κλίμακα.

Ευρώ

Παράλληλα, βελτιωμένη εικόνα καταγράφεται και στον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης, ο οποίος διαμορφώνεται στα 1.516 ευρώ. Η ενίσχυση του εισοδήματος δεν βασίζεται αποκλειστικά στις αυξήσεις μισθών, αλλά συνδυάζεται με παρεμβάσεις στη φορολογία και τις ασφαλιστικές εισφορές, ώστε το όφελος να αποτυπώνεται στο καθαρό εισόδημα.

Σημαντικές αλλαγές σημειώνονται και στο πεδίο της απασχόλησης. Η πλήρης εργασία ενισχύεται σταθερά, με σχεδόν οκτώ στους δέκα εργαζόμενους να απασχολούνται πλέον σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το στοιχείο αυτό θεωρείται ποιοτική αναβάθμιση της αγοράς εργασίας, περιορίζοντας τις πιο επισφαλείς μορφές εργασίας.

Την ίδια στιγμή, δίνεται έμφαση στη διασύνδεση εργαζομένων και επιχειρήσεων και στην αναβάθμιση δεξιοτήτων. Προγράμματα κατάρτισης, reskilling και upskilling επιχειρούν να καλύψουν τα κενά σε τομείς με αυξημένη ζήτηση, με αιχμή τις ψηφιακές δεξιότητες.

Καθοριστικό ρόλο στο νέο τοπίο παίζει και η μετάβαση στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ, το οποίο τίθεται πλέον σε πλήρη εφαρμογή. Το νέο πληροφοριακό σύστημα φιλοδοξεί να μειώσει τη γραφειοκρατία και να απλοποιήσει τις διαδικασίες για εργαζόμενους και επιχειρήσεις, προσαρμόζοντας τη λειτουργία της αγοράς εργασίας στις σύγχρονες ανάγκες.

Συνολικά, το νέο πλαίσιο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για αυξήσεις μισθών και στην απαίτηση για μια πιο ευέλικτη, αλλά ταυτόχρονα πιο σταθερή αγορά εργασίας. Το αν αυτή η ισορροπία θα αποτυπωθεί και στην καθημερινότητα των εργαζομένων, θα φανεί στην πράξη τους επόμενους μήνες.