Η «μεγάλη» συζήτηση για τους μισθούς το 2026 δεν θα κριθεί μόνο από την αύξηση του κατώτατου, αλλά κυρίως από κάτι που για χρόνια έμοιαζε να έχει μπει σε παρένθεση: τα επιδόματα. Με το νέο πλαίσιο για τις συλλογικές συμβάσεις, η αγορά εργασίας μπαίνει σε μια περίοδο όπου οι κλαδικές συμφωνίες αναμένεται να επιστρέψουν στο προσκήνιο και μαζί τους να επανέλθει ένα ευρύτερο πακέτο πρόσθετων παροχών που επηρεάζουν άμεσα το τελικό εισόδημα των εργαζομένων.
Το κρίσιμο «εργαλείο» που ανοίγει τον δρόμο είναι η επαναφορά της πλήρους μετενέργειας, όπως προβλέπει το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων. Με απλά λόγια, η μετενέργεια σημαίνει ότι μετά τη λήξη μιας κλαδικής σύμβασης δεν «σβήνουν» αυτόματα οι όροι της. Αντίθετα, οι βασικές ρυθμίσεις συνεχίζουν να ισχύουν μέχρι να υπογραφεί νέα σύμβαση. Η διαφορά τώρα είναι ότι με την πλήρη μετενέργεια δεν διατηρούνται μόνο οι βασικοί μισθοί, αλλά και το σύνολο των επιδομάτων που προβλέπει η σύμβαση.
Αυτό αλλάζει δραστικά την πραγματικότητα σε πολλούς κλάδους. Στο ισχύον καθεστώς, μετά τη λήξη μιας σύμβασης παρέμεναν ενεργά μόνο τέσσερα επιδόματα: το επίδομα προϋπηρεσίας, το επίδομα τέκνων, το επίδομα σπουδών και το ανθυγιεινό. Όλα τα υπόλοιπα είτε «εξαφανίζονταν» είτε έμεναν μετέωρα, γεγονός που δημιουργούσε ανασφάλεια και συμπίεζε το πραγματικό εισόδημα. Με την επαναφορά της πλήρους μετενέργειας, το πλαίσιο γίνεται πιο σταθερό: τα επιδόματα δεν θα χάνονται με τη λήξη της σύμβασης, άρα η διαπραγμάτευση για νέα σύμβαση δεν θα σημαίνει αυτόματα απώλειες για τους εργαζόμενους.
Στην πράξη, αυτό που «επιστρέφει» είναι η δυνατότητα οι κλαδικές συμβάσεις να περιλαμβάνουν ξανά – και να διατηρούν – επιδόματα που διαφοροποιούν ουσιαστικά τις αποδοχές ανάλογα με ειδικότητα, συνθήκες εργασίας, ωράρια, οικογενειακή κατάσταση ή άλλες παραμέτρους που κάθε κλάδος ενσωματώνει στις συμφωνίες του. Για πολλούς εργαζόμενους, αυτά τα πρόσθετα ποσά έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από μια οριζόντια αύξηση, καθώς «γράφουν» πάνω στον μισθό κάθε μήνα και, κυρίως, δεν περιορίζονται στην ελάχιστη βάση.
Το δεύτερο στοιχείο του νέου πλαισίου είναι ότι διευκολύνεται η επέκταση μιας κλαδικής σύμβασης στο σύνολο ενός κλάδου παραγωγής, κάτι που μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά: αν μια σύμβαση με επιδόματα και καλύτερους όρους καλύψει περισσότερους εργοδότες και εργαζομένους, τότε η επίδρασή της δεν θα είναι «νησίδα», αλλά κανόνας σε ολόκληρο τον κλάδο. Το νομοσχέδιο που ενσωματώνει αυτές τις αλλαγές είχε τεθεί σε δημόσια διαβούλευση έως τις 28 Ιανουαρίου και στόχος είναι να γίνει νόμος εντός Φεβρουαρίου, ώστε οι νέες συμβάσεις που θα υπογραφούν από εκεί και πέρα να «κουμπώσουν» στο νέο καθεστώς.
Σε δεύτερο χρόνο έρχεται ο κατώτατος μισθός, ο οποίος από τον Απρίλιο του 2026 αναμένεται – με βάση τα έως τώρα σενάρια – να διαμορφωθεί στα 920 έως 930 ευρώ από τα 880 ευρώ που είναι σήμερα. Η διαδικασία της αναπροσαρμογής ξεκινά στο τέλος Ιανουαρίου με την αποστολή προσκλήσεων προς κοινωνικούς εταίρους και επιστημονικούς φορείς, ενώ η αύξηση αυτή θεωρείται κρίσιμη και στο κυβερνητικό αφήγημα, καθώς συνδέεται με τον στόχο των 950 ευρώ το 2027.
Η άνοδος του κατώτατου μισθού στα 920 έως 930 ευρώ θα συμπαρασύρει και τον εισαγωγικό μισθό στο Δημόσιο, αλλά και τους βασικούς μισθούς των επόμενων κλιμακίων, αφού προβλέπεται αντίστοιχη αναπροσαρμογή προς τα πάνω. Στον ιδιωτικό τομέα, η νέα βάση επηρεάζει και όσους αμείβονται με προϋπηρεσία, καθώς οι κατώτατες αποδοχές τους ανεβαίνουν κλιμακωτά.
Ωστόσο, το «ζουμί» του 2026 παραμένει στα επιδόματα: αν οι κλαδικές συμβάσεις κινηθούν γρήγορα και η πλήρης μετενέργεια εφαρμοστεί όπως σχεδιάζεται, τότε η πραγματική αύξηση για αρκετούς εργαζόμενους μπορεί να έρθει όχι μόνο από τα 920 έως 930 ευρώ του κατώτατου, αλλά από την επαναφορά ενός ολόκληρου μηχανισμού πρόσθετων παροχών που ανεβάζει το τελικό ποσό στην τσέπη.