Η ήπια άνοδος του εναρμονισμένου πληθωρισμού στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη στατιστικό δεδομένο, αλλά ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα για την επόμενη ημέρα της οικονομίας. Παρά τη γενικότερη εικόνα αποκλιμάκωσης στην Ευρωζώνη, η ελληνική οικονομία δείχνει να παραμένει εγκλωβισμένη σε χρόνιες παθογένειες της αγοράς, με τον πληθωρισμό να συνεχίζει να λειτουργεί ως αχίλλειος πτέρνα.

Τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, την ώρα που μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες εμφανίζουν σαφώς μεγαλύτερη σταθερότητα. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι τόσο το επίπεδο του πληθωρισμού όσο η ποιότητά του: οι αυξήσεις τιμών παραμένουν έντονες σε τομείς που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα, όπως τα τρόφιμα και οι υπηρεσίες, αποκαλύπτοντας ότι οι πιέσεις είναι βαθιά ριζωμένες στη δομή της αγοράς.

Η επιτάχυνση του πληθωρισμού στα τρόφιμα δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε εξωγενείς παράγοντες. Αντίθετα, αναδεικνύει τη χαμηλή ανθεκτικότητα της ελληνικής εφοδιαστικής αλυσίδας, τη διαχρονική αδυναμία ενίσχυσης του ανταγωνισμού και τη μετακύλιση αυξήσεων κόστους στον τελικό καταναλωτή με ελάχιστες ανασχέσεις. Το αποτέλεσμα είναι η διαρκής διάβρωση του διαθέσιμου εισοδήματος, ακόμη και σε περιόδους ονομαστικής αύξησης μισθών.

Αντίστοιχα, ο υψηλός πληθωρισμός στις υπηρεσίες λειτουργεί ως καθρέφτης της ελληνικής οικονομίας: περιορισμένη παραγωγικότητα, ισχυρή εξάρτηση από την εγχώρια ζήτηση και χαμηλή πίεση για συγκράτηση τιμών. Πρόκειται για έναν συνδυασμό που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την ταχεία αποκλιμάκωση, ακόμη και αν το διεθνές περιβάλλον παραμείνει ευνοϊκό.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η στασιμότητα του δομικού πληθωρισμού. Το γεγονός ότι παραμένει σε επίπεδα άνω του 3% δείχνει πως οι πληθωριστικές πιέσεις δεν είναι παροδικές, αλλά έχουν ενσωματωθεί στη λειτουργία της οικονομίας. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια αισιοδοξίας για γρήγορη επιστροφή σε συνθήκες σταθερότητας τιμών και διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένης πίεσης στην αγοραστική δύναμη.

Σούπερ μάρκετ_Καρότσι

Την ίδια στιγμή, η εικόνα στην Ευρωζώνη είναι διαφορετική. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η νομισματική πολιτική ενδέχεται σταδιακά να χαλαρώσει. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η επόμενη πρόκληση για την Ελλάδα.

Αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχωρήσει σε μειώσεις επιτοκίων, η ελληνική οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: φθηνότερο χρήμα σε μια αγορά που εξακολουθεί να παράγει πληθωρισμό. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι πληθωριστικές πιέσεις ενδέχεται όχι μόνο να επιμείνουν, αλλά και να αναζωπυρωθούν, ιδίως αν δεν συνοδευτούν από ουσιαστικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις.

Το διακύβευμα της επόμενης ημέρας δεν αφορά μόνο την πορεία των τιμών, αλλά τη συνολική ανθεκτικότητα της οικονομίας. Με την κατανάλωση να παραμένει ο βασικός μοχλός ανάπτυξης και τις επενδύσεις να κινούνται με επιλεκτικό ρυθμό, ο επίμονος πληθωρισμός λειτουργεί ως φρένο στη βιώσιμη ανάπτυξη. Παράλληλα, εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες και περιορίζει τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Σε αυτό το περιβάλλον, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει οριακά τους επόμενους μήνες, αλλά αν η ελληνική οικονομία μπορεί να απεγκλωβιστεί από τις χρόνιες στρεβλώσεις που τον αναπαράγουν. Διαφορετικά, η ακρίβεια θα συνεχίσει να αποτελεί τον πιο επίμονο και ύπουλο κίνδυνο για την επόμενη φάση της οικονομικής πορείας της χώρας.