Έντονη κινητικότητα παρατηρείται στον ασφαλιστικό κλάδο με σκιαμαχίες αναφορικά με αυξήσεις τιμών κάτω από το τραπέζι, αλλά και αποφάσεις που αλλάζουν άρδην την αγορά που κινείται σε ανοδικούς ρυθμούς το 2025, τάση που όλα δείχνουν ότι θα συνεχιστεί και το 2026. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται και οι ευρύτερες εξελίξεις στην ασφαλιστική αγορά, όπου η διευρυμένη υποχρεωτικότητα, οι αλλαγές στις πολιτικές των εταιρειών και οι πιέσεις στο κόστος διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένων απαιτήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύεται η ανάγκη για προσεκτικές κινήσεις που δεν θα διαταράξουν τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ασφαλισμένων, διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, ο κλάδος παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις συζητήσεις για πιθανές νέες εξαγορές και ανακατατάξεις, σε μια περίοδο όπου η ενίσχυση της αξιοπιστίας και της διαφάνειας θεωρείται κρίσιμη προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ασφαλιστικής αγοράς
Αποτελέσματα
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της παραγωγής ασφαλίστρων για το διάστημα Ιανουαρίου – Οκτωβρίου, ο κλάδος «οδεύει» με θετικό πρόσωπο γεγονός που αποτυπώνει μια σταθερή και ευρείας βάσης αναπτυξιακή πορεία. Η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων ανήλθε στα 4,93 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 5,1% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, εξέλιξη που επιβεβαιώνει την ανθεκτικότητα του κλάδου σε ένα περιβάλλον αυξημένων οικονομικών και γεωπολιτικών προκλήσεων.
Η εικόνα της αγοράς χαρακτηρίζεται από σαφή διαφοροποίηση μεταξύ των δύο βασικών πυλώνων της. Οι ασφαλίσεις κατά Ζημιών συνεχίζουν να αποτελούν τον βασικό μοχλό ανάπτυξης, ενώ οι ασφαλίσεις Ζωής κινούνται με πιο συγκρατημένους ρυθμούς, διατηρώντας ωστόσο το υψηλό τους μερίδιο στο σύνολο της παραγωγής.
Ηγετικός ρόλος των ασφαλίσεων κατά Ζημιών
Οι ασφαλίσεις κατά Ζημιών κατέγραψαν παραγωγή ασφαλίστρων ύψους 2,64 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 8,4% σε ετήσια βάση. Πρόκειται για επίδοση που αντανακλά τόσο την ενίσχυση της ζήτησης για καλύψεις καθημερινών κινδύνων όσο και τη διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Κεντρικό ρόλο εξακολουθεί να διαδραματίζει η Αστική Ευθύνη Οχημάτων, με παραγωγή ασφαλίστρων 690,6 εκατ. ευρώ και αύξηση 5,4%. Παράλληλα, ισχυρή άνοδος καταγράφεται και σε άλλους κλάδους, όπως η Πυρκαγιά και τα στοιχεία της φύσεως, όπου η παραγωγή ενισχύθηκε κατά 13,6%, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με την αυξανόμενη έκθεση περιουσιακών στοιχείων σε φυσικούς κινδύνους.
Ανοδικά κινήθηκαν επίσης οι ασφαλίσεις Ασθενειών, με αύξηση 8,6%, καθώς και οι καλύψεις που αφορούν διάφορες χρηματικές απώλειες και εγγυήσεις, οι οποίες εμφανίζουν διψήφιους ρυθμούς μεταβολής. Συνολικά, οι λοιποί κλάδοι κατά Ζημιών – πέραν της αστικής ευθύνης οχημάτων – ξεπέρασαν τα 1,94 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας τη σταδιακή διεύρυνση του ασφαλιστικού προϊόντος στην ελληνική αγορά.
Πιο ήπια εικόνα στις ασφαλίσεις Ζωής
Στον κλάδο Ζωής, η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων διαμορφώθηκε στα 2,29 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 1,6% σε σύγκριση με το 2024. Οι κλασικές ασφαλίσεις Ζωής αντιπροσωπεύουν περίπου το 44% της συνολικής παραγωγής του κλάδου, με οριακή άνοδο, ενώ αντίστοιχο ποσοστό κατέχουν τα προϊόντα Ζωής συνδεδεμένα με επενδύσεις, τα οποία κατέγραψαν αύξηση 4,4%.
Αντίθετα, η διαχείριση συλλογικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων παρουσίασε πτώση, στοιχείο που αποδίδεται τόσο στις συνθήκες των χρηματοοικονομικών αγορών όσο και στη συγκρατημένη στάση επιχειρήσεων και εργαζομένων απέναντι σε μακροπρόθεσμες συνταξιοδοτικές δεσμεύσεις.
Ο Οκτώβριος επιβεβαιώνει τη θετική τάση
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα στοιχεία του Οκτωβρίου 2025, ο οποίος επιβεβαιώνει τη συνολική ανοδική τροχιά της αγοράς. Η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων για τον μήνα ανήλθε στα 507,9 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 3,3% σε ετήσια βάση.
Οι ασφαλίσεις κατά Ζημιών κατέγραψαν αύξηση 4,6%, με αιχμή την Αστική Ευθύνη Οχημάτων, τις ασφαλίσεις Υγείας και τις καλύψεις Πυρκαγιάς. Οι ασφαλίσεις Ζωής κινήθηκαν επίσης ανοδικά, με αύξηση 1,9%, διατηρώντας τη σταθερότητα του κλάδου σε μηνιαίο επίπεδο.
Σε κυλιόμενη δωδεκάμηνη βάση, η συνολική παραγωγή ασφαλίστρων εμφανίζει αύξηση 4%, με τις ασφαλίσεις κατά Ζημιών να ξεχωρίζουν (+8,2%) και τις ασφαλίσεις Ζωής να κινούνται οριακά χαμηλότερα.
Προοπτικές για το σύνολο του έτους
Η εικόνα του 10μήνου Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2025 δημιουργεί βάσιμες προσδοκίες ότι η ασφαλιστική αγορά θα ολοκληρώσει τη χρονιά με θετικό πρόσημο, με βασικό στήριγμα τους κλάδους κατά Ζημιών. Η αυξανόμενη ανάγκη για προστασία περιουσίας, υγείας και εισοδήματος, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και τις μεταβολές στο κανονιστικό περιβάλλον, ενισχύουν τον ρόλο της ασφάλισης ως βασικού εργαλείου οικονομικής θωράκισης.
Παρά τις προκλήσεις, η σταθερή διεύρυνση της παραγωγής ασφαλίστρων αποτυπώνει τη σταδιακή ωρίμανση της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.
Κώστας Ρούσσης: Προβληματισμός για την εγκύκλιο της Εθνικής Ασφαλιστικής και τις επιπτώσεις στα συμβόλαια υγείας
Έντονο προβληματισμό προκαλεί στην ασφαλιστική διαμεσολάβηση πρόσφατη εγκύκλιος της Εθνικής Ασφαλιστικής που αφορά το δικαίωμα συμβολαίου, με τον Γενικό Γραμματέα της Ένωσης Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Ελλάδος (ΕΑΔΕ), Κώστα Ρούσση, να επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη πολιτική ενδέχεται να πλήξει την εμπιστοσύνη των ασφαλισμένων στα συμβόλαια υγείας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αλλαγή αυτή δημιουργεί σοβαρές αναταράξεις στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς, επηρεάζοντας τόσο τους επαγγελματίες της διαμεσολάβησης όσο και τους ίδιους τους ασφαλισμένους. Όπως υπογραμμίζεται, η σταθερότητα και η σαφήνεια στους όρους των συμβολαίων αποτελούν βασικό πυλώνα για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης, ιδιαίτερα σε έναν τόσο ευαίσθητο κλάδο όπως η υγεία.
Βέβαια με απόφαση-σταθμό (ΣτΕ Δ’ 2196/2025) το Συμβούλιο της Επικρατείας θέτει σαφή όρια στη μονομερή αναπροσαρμογή ασφαλίστρων υγείας που περιλαμβάνονται ως συμπληρωματικές καλύψεις σε συμβάσεις ζωής, επικυρώνοντας πρόστιμο σε ασφαλιστική εταιρεία απορρίπτοντας την αίτηση αναίρεσης. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, ερμηνεύοντας συνδυαστικά τη νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή και την ιδιωτική ασφάλιση (ν. 2251/1994, ν. 2496/1997, ν.δ. 400/1970 και την οδηγία 2002/83), έκρινε ότι οι ρήτρες μονομερούς αναπροσαρμογής ασφαλίστρου ως γενικοί όροι συναλλαγών είναι κατ’ αρχήν επιτρεπτές, υπό αυστηρές όμως προϋποθέσεις διαφάνειας, καλής πίστης και ισορροπίας.