Την ώρα που το κόστος στέγασης πιέζει ασφυκτικά χιλιάδες νοικοκυριά και η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα, ένα παράδοξο αρχίζει να διαμορφώνεται στο παρασκήνιο: σημαντικοί πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης που προορίζονται αποκλειστικά για τη στέγη κινδυνεύουν να μείνουν αδιάθετοι.
Παρά τη μεγάλη ζήτηση και την εμφανή ανάγκη της αγοράς, οι δυσλειτουργίες στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των προγραμμάτων απειλούν να αφήσουν εκτός οικονομίας εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τα προγράμματα «Σπίτι μου ΙΙ» και «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου», συνολικού προϋπολογισμού 2,4 δισ. ευρώ, τα οποία ολοκληρώνονται μέσα στο καλοκαίρι του 2026. Τραπεζικές πηγές που παρακολουθούν στενά την πορεία των αιτήσεων και των εκταμιεύσεων εκτιμούν ότι, αν δεν υπάρξουν άμεσες παρεμβάσεις, έως και 800 εκατ. ευρώ ενδέχεται να μην απορροφηθούν, σε μια περίοδο που η στεγαστική κρίση όχι μόνο δεν αποκλιμακώνεται, αλλά βαθαίνει.
Κάτω από το 65% η απορρόφηση
Στην περίπτωση του «Σπίτι μου ΙΙ», το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος – το αντίθετο. Η ζήτηση υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες του προγράμματος, με χιλιάδες ενδιαφερόμενους έως 50 ετών να εξασφαλίζουν εγκρίσεις στεγαστικών δανείων με γενναία επιδότηση επιτοκίου. Ωστόσο, στην πράξη, μεγάλο μέρος αυτών των εγκρίσεων «κολλάει» στην αγορά ακινήτων. Η προσφορά κατοικιών που πληρούν τα κριτήρια είναι περιορισμένη, ενώ οι τιμές στα διαθέσιμα ακίνητα συχνά ξεπερνούν τις αντοχές των ενδιαφερομένων.
Το αποτέλεσμα είναι η απορρόφηση να παραμένει κάτω από το 65%, παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις στους όρους του προγράμματος. Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, οι αλλαγές αυτές ενισχύουν περαιτέρω τη ζήτηση, χωρίς όμως να διευρύνουν ουσιαστικά τη «δεξαμενή» των επιλέξιμων ακινήτων. Για τον λόγο αυτό, οι τράπεζες επαναφέρουν το αίτημα για πιο γενναίες παρεμβάσεις, όπως η χαλάρωση του κριτηρίου για το έτος κατασκευής των κατοικιών, προκειμένου να μη χαθούν πολύτιμοι πόροι.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στο «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου». Πρόκειται για ένα από τα πιο ευνοϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία της αγοράς, με άτοκα δάνεια έως 25.000 ευρώ, χωρίς έξοδα και χωρίς αυστηρές ενεργειακές προϋποθέσεις. Παρ’ όλα αυτά, η ανταπόκριση των νοικοκυριών παραμένει χαμηλή. Από τα 400 εκατ. ευρώ του προγράμματος, μέχρι πρόσφατα είχε απορροφηθεί μόλις ένα μικρό ποσοστό, γεγονός που προβληματίζει έντονα τον τραπεζικό κλάδο.
Σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην προσφορά, αλλά στη ζήτηση. Πηγές της αγοράς εκτιμούν ότι πολλοί ιδιοκτήτες ακινήτων εξακολουθούν να προτιμούν δράσεις με άμεση επιδότηση και όχι δανειακά σχήματα, ακόμη κι αν αυτά είναι άτοκα. Παράλληλα, δεν αποκλείεται να έχει παίξει ρόλο και η περιορισμένη προβολή του προγράμματος, σε σχέση με άλλες πιο γνωστές στεγαστικές παρεμβάσεις.
Ανάγκη παρέμβασης
Οι προβλέψεις για την τελική εικόνα παραμένουν συγκρατημένες. Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, τραπεζικά στελέχη εκτιμούν ότι μέσω του «Σπίτι μου ΙΙ» θα διατεθούν περίπου 1,5–1,6 δισ. ευρώ, ενώ στο «Αναβαθμίζω το Σπίτι μου» η απορρόφηση δύσκολα θα ξεπεράσει τα 100 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι ένα ιδιαίτερα σημαντικό ποσό κινδυνεύει να μείνει εκτός οικονομίας, την ώρα που θα μπορούσε να στηρίξει την αγορά κατοικίας και την ενεργειακή αναβάθμιση χιλιάδων σπιτιών.
Με δεδομένο ότι τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης συνοδεύονται από αυστηρά χρονοδιαγράμματα, το μήνυμα προς την κυβέρνηση είναι σαφές: είτε θα προχωρήσει άμεσα σε ουσιαστικές αλλαγές και ανασχεδιασμό των δράσεων είτε θα εξετάσει την ανακατεύθυνση των πόρων σε άλλες στεγαστικές παρεμβάσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, η απώλεια εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για τη στέγη θα αποτυπώσει με τον πιο ηχηρό τρόπο το χάσμα ανάμεσα στη στεγαστική ανάγκη και την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων.