Το «Έργο δύο προσώπων», τo καλύτερο έργο του Τενεσί Ουίλιαμς μετά το «Λεωφορείο ο Πόθος» όπως ο ίδιος ο συγγραφέας το χαρακτήρισε. Πρόκειται για το πιο ασυνήθιστο και αποκαλυπτικό έργο του Αμερικανού συγγραφέα, γραμμένο για δύο πρόσωπα που ενώνονται σε ένα μοναδικό θεατρικό παλίμψηστο.

Ένας σπάνιος θησαυρός που παρουσιάζεται με επιτυχία αυτή την περίοδο στο θέατρο Ροές σε σκηνοθεσία Νάνας Παπαδάκη, με την ίδια να έχει αναλάβει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο πλευρό του Βαγγέλη Παπαδάκη. Η ιστορία του έργου, εκτυλίσσεται σε μια άγνωστη πόλη. Εκεί έχουν φτάσει δύο αδέλφια, ο Φελίς και η Κλαιρ Ντεβότο, περιοδεύοντας με τον θίασό τους. Σε ένα άδειο θέατρο, δίχως θεατές, και καθώς ο θίασος τούς έχει εγκαταλείψει, θα κληθούν να ζωντανέψουν ένα έργο που μοιάζει να είναι η ίδια τους η ζωή.

Με αφορμή την παράσταση η σκηνοθέτρια και πρωταγωνίστρια, Νανά Παπαδάκη μίλησε στο Newsbeast.

– Πώς έγινε η «συνάντησή» σας με το «Έργο δύο προσώπων» και τι ήταν αυτό που σας ιντρίγκαρε περισσότερο, ώστε αποφασίσατε να το ανεβάσετε στη σκηνή;

Τυχαία έγινε η συνάντησή μου μαζί του και αποφάσισα να το ανεβάσω, γιατί κινείται σε μια περιοχή οριακή, σχεδόν «αντιθεατρική», η οποία με ενδιαφέρει πολύ. Με έχουν κουράσει οι παραστάσεις που απλά επιβεβαιώνουν αυτά που ξέρουμε και αυτό που χαρακτηρίζουμε ως «πολιτισμένο», «επιτυχημένο» και «αποδεκτό». Και δεν μιλώ για την «πρόκληση για την πρόκληση», μιλώ για την αγνότητα, το συναίσθημα, την πνευματικότητα, στοιχεία που συνήθως παραλείπονται, γιατί ο άνθρωπος έχει ταυτιστεί με το συμφέρον, τις δεύτερες σκέψεις, το κακό κλπ. Δεν είμαστε μόνον έτσι. Είμαστε και καλοί και ευαίσθητοι και ρωγμώδεις και τρυφεροί και ανθρώπινοι. Αυτές τις ποιότητες κινδυνεύουμε να τις ξεχάσουμε. Νομίζουμε ότι μέσα σε αυτή την ανταγωνιστική κοινωνία θα επιβιώσουμε εάν γίνουμε πιο ξύπνιοι, κουτοπόνηροι, θρασείς κλπ. και ξεχνάμε να θρέψουμε την ομορφιά και τη σύνδεση με τους άλλους ανθρώπους.

– Πρόκειται για ένα σπάνιο έργο και όχι εύκολο. Ποιες ήταν οι προκλήσεις που συναντήσατε σκηνοθετικά; Υπήρξε κάτι που σας δυσκόλεψε περισσότερο;

Το πώς θα ζωντανέψουν όλα τα θέματα που θίγει. Είναι ζωντανό και πολύπλευρο σαν άνθρωπος. Δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν βλέπεις την πολυπλοκότητά του. Όμως, αυτή έπρεπε να αποδοθεί με χιούμορ, ευστροφία, οι σκηνικές λύσεις να είναι απλές, ευφάνταστες, η σχέση των ηρώων άμεση, απόλυτη, καρδιακή, σπλαχνική. Επίσης, δεν χωρούσαν και πολλά τερτίπια. Προτίμησα να αποτύχω, παρά να κοροϊδέψω. Είναι ένα έργο που με ξεπερνά, νομίζω ότι ξεπερνά και το ίδιο το θέατρο.

– Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα άδειο θέατρο. Πώς διαχειριστήκατε σκηνοθετικά αυτόν τον εγκλωβισμό του «θεάτρου μέσα στο θέατρο»; Και αν υπάρχει κάποιος συμβολισμός πίσω από αυτό το άδειο θέατρο.

Για εμένα, η σιωπή είναι πιο εύγλωττη από οποιαδήποτε εικόνα. Η σιωπή έπρεπε να είναι γεμάτη από παρουσίες. Ο κάθε θεατής ζωντανεύει μια απουσία. Με τις αντιδράσεις του ζωντανεύει τη σιωπή. Ίσως το άδειο θέατρο να συμβολίζει την ερημία που ένιωθε ο συγγραφέας μες στον κόσμο, την παρηγοριά που του προσέφερε το θέατρο, την αίσθηση που έχει κανείς σε έναν άδειο χώρο ότι δεν είναι μόνος, σε αντίθεση με πολλές στιγμές ανάμεσα σε ανθρώπους όπου σε κατατρώει η μοναξιά, ίσως, να συμβολίζει μια «ιερή μοναχικότητα», η οποία όσο κι αν πολλαπλασιάζονται τα «θέατρα μέσα στο θέατρο» – ή μάλλον εξαιτίας αυτών των αέναων αντικατοπτρισμών – ανοίγεται σε κάτι που απλά δεν τελειώνει.

– Ως ηθοποιός ποιες είναι οι προκλήσεις που αντιμετωπίσατε στο συγκεκριμένο έργο;

Προσπάθησα να κινήσω τα πράγματα από μέσα, να παραδοθώ στον ψυχισμό της ηρωίδας και μέσα από αυτή την κατάσταση να αντιληφθώ πώς θα έπρεπε να είναι το σκηνικό περιβάλλον, η ατμόσφαιρα, οι εναλλαγές, που σημαίνει ότι, ως ηθοποιός, χρησιμοποίησα το μέγιστο που μπορούσα για να μην μπω στη διαδικασία να δίνω οδηγίες και να κατευθύνω με το μυαλό μου, κάτι που αισθάνθηκα ότι στο συγκεκριμένο έργο θα μας πετούσε όλους έξω. Το έργο δεν ήθελε μυαλό να το καθοδηγήσει, ανθρώπους να το νιώσουν ήθελε. Άρα, η πρόκληση που αντιμετώπισα ήταν να γίνω, όσο μπορούσα, μια πιο σφαιρική και ανοιχτή ηθοποιός για το καλό της παράστασης και την πλήρη συναισθηματική αγκαλιά μου στην ηρωίδα.

– Πώς θα σκιαγραφούσατε την ηρωίδα σας;

Η Κλαιρ είναι ένα πολύ ευαίσθητο πλάσμα, με κεραίες που πιάνουν πουλιά στον αέρα, μια ηθοποιός με μεγάλη γκάμα, ψυχική και πνευματική, που βιώνει την πτώση, όχι μόνο τη δική της και του αδελφού της, αλλά μιας ολόκληρης κοινωνίας που στρέφεται προς τον καθημερινό εκφασισμό και τη στρέβλωση. Νομίζω ότι προσπαθεί να παραμείνει ζωντανή προστατεύοντας, με κάθε τρόπο, την αγνή σχέση με τον «αδελφό» της, καθώς και την ψυχική ανάμνηση της ενότητας με κάτι υπερβατικό και παγκόσμιο.

– Το κοινό πώς θα συνδεθεί με την ιστορία των δύο αδελφών;

Δεν χρειάζεται μόνο να συνδέεται, μπορεί και να αποστασιοποιείται και να παρατηρεί. Μπορεί να σκεφτεί τι οδήγησε έναν συγγραφέα του μεγέθους και της μαεστρίας του Τενεσί Ουίλιαμς να γράψει κάτι τόσο διαφορετικό και ακατάταχτο, τι βίωσε, τι τον οδήγησε μια ολόκληρη κοινωνία να βιώσει και να μετουσιώσει σε δημιουργία και κραυγή για ανθρώπινη επικοινωνία.

– Αλήθεια, πιστεύετε πως σήμερα ζούμε το δικό μας «Έργο δύο προσώπων»;

Όταν δεν μπορούμε να συνδεθούμε με τους άλλους και με τον εαυτό μας, όταν δεν τολμάμε να δούμε κατάματα τη ζωή, τα σφάλματά μας, όταν δεν τολμάμε να βγούμε έξω από αυτά που ήδη γνωρίζουμε, όταν αποφεύγουμε το συναισθηματικό μας βάθος και περιχαρακωνόμαστε στο γνωστό τροπάρι του εαυτού μας, όταν δεν τολμάμε εμείς οι ίδιοι και λέμε στους άλλους τι να κάνουν και αυτά που τους λέμε δεν τα τηρούμε εμείς στη δική μας ζωή, όταν δεν αναγνωρίζουμε την αξία της ανθρώπινης ζωής και συμβάλλουμε όλοι μας στην ηθική κατάπτωση που έχει διαβρώσει κάθε τομέα της ζωής μας, όταν σπεύδουμε να χαρακτηρίσουμε οτιδήποτε διαφέρει από εμάς ως «ξένο» και «τρελό» γιατί φοβόμαστε όχι τη διαφορετικότητα, αλλά την ομοιότητά του με εμάς, όταν κοιτάμε μέσα απ’ τα μάτια μας φοβισμένοι και παθητικά επιθετικοί, ε ναι, με όλα αυτά παλεύουν τα δύο πρόσωπα του έργου και θέλω να πιστεύω ότι πολλοί άνθρωποι ταυτίζονται μαζί τους.

– Είναι το θέατρο τελικά και για εμάς το κοινό ο καθρέπτης της ατομικής και συλλογικής μας συνείδησης;

Ναι και για αυτό οι θεατές αναζητούν το θέατρο. Ψάχνουν ανθρώπους να τους μιλήσουν, έστω από σκηνής, για αυτό που είναι και όχι για αυτό που θέλουν οι μηχανισμοί της εξουσίας να τους κάνουν να είναι. Και το θέατρο, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι επιφυλακτικό με αυτούς τους μηχανισμούς. Γιατί μπορεί, άθελά του, ίσως, να τους υπηρετεί και να τους ενισχύει και, αργά και σταθερά, να στρέφεται, εν τέλει, εναντίον του ίδιου του εαυτού του.

Η παράσταση

Στο «Έργο δύο προσώπων» συναντώνται ο Σάμιουελ Μπέκετ, η «Νύχτα Πρεμιέρας» του Τζον Κασαβέτη, το «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» του Λουίτζι Πιραντέλο, το «Άσμα του Σολομώντα», ακόμη και το «Σπήλαιο του Πλάτωνα», σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα, ανάμεσα στον εγκλεισμό και στην υπέρβαση, στη λειτουργία του θεάτρου ως καθρέπτη της ατομικής και συλλογικής μας συνείδησης. Το έργο έχει γραφτεί πολλές φορές απ’ τον συγγραφέα απ’ το 1966 έως το 1975 κι έχει επίσης ανέβει σε διαφορετικές εκδοχές σε όλο τον κόσμο. Η ομάδα παρουσιάζει την εκδοχή που ενέκρινε ο ίδιος και κυκλοφορεί στον συγκεντρωτικό τόμο με όλα του τα έργα.

Μετάφραση: Αλίκη Κατσαβού
Σκηνοθεσία: Νάνα Παπαδάκη
Μουσική: Βασίλης Τζαβάρας
Φωτογραφίες παράστασης: Κατερίνα Αρβανίτη
Επικοινωνία: Μαριάννα Παπάκη, Nώντας Δουζίνας
Πρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Παπαδάκης, Νάνα Παπαδάκη

Τελευταίες Παραστάσεις:
Κυριακή 22 Μαρτίου στις 16.00 (matinée)
Κυριακή 29 Μαρτίου στις 16.00 (matinée)
Κυριακή 5 Απριλίου στις 16.00 (matinée)
Μ. Δευτέρα 6 Απριλίου στις 21.00
Μ. Τρίτη 7 Απριλίου στις 21.00

Προπώληση: ticketservices.gr
Τοποθεσία: Θέατρο ΡΟΕΣ, Ιάκχου 16, Γκάζι (μετρό Κεραμεικός)