Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ απειλεί με αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα παγκοσμίως, το οποίο έχει επανειλημμένα απαιτήσει να επαναλειτουργήσει χωρίς όρους για το Ιράν γράφει ο αναλυτής του CNN Ντέιβιντ Γκόλντμαν.
«Με άμεση ισχύ, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, το καλύτερο στον κόσμο, θα ξεκινήσει τη διαδικασία αποκλεισμού οποιουδήποτε και όλων των πλοίων που προσπαθούν να εισέλθουν ή να εξέλθουν από τα Στενά του Ορμούζ», έγραψε ο Τραμπ στην πλατφόρμα Truth Social το πρωί της Κυριακής. «Σε κάποιο σημείο θα επιστρέψουμε σε καθεστώς όπου όλα τα πλοία θα επιτρέπεται να εισέρχονται και να εξέρχονται, αλλά το Ιράν δεν έχει επιτρέψει να συμβεί αυτό».

Η απόφαση του Ιράν να περιορίσει τη διέλευση πετρελαιοφόρων έχει προκαλέσει σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις σε χώρες που εξαρτώνται από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής και έχει οδηγήσει σε άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ωστόσο, όπως σημειώνει ο αναλυτής του CNN, τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι τεχνικά πλήρως κλειστά. Η Τεχεράνη επιτρέπει σταδιακά τη διέλευση ορισμένων πλοίων, συχνά με αντάλλαγμα τέλη που μπορεί να φτάνουν έως και 2 εκατομμύρια δολάρια ανά πλοίο, ενώ παράλληλα συνεχίζει να επιτρέπει τη δική της εξαγωγή πετρελαίου μέσω της περιοχής.
Σύμφωνα με δεδομένα της εταιρείας Kpler, το Ιράν εξήγαγε κατά μέσο όρο περίπου 1,85 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως έως τον Μάρτιο, περίπου 100.000 βαρέλια περισσότερα από το προηγούμενο τρίμηνο.
Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, ένα πιθανό πλήρες κλείσιμο των Στενών θα μπορούσε να στερήσει από το Ιράν μια βασική πηγή χρηματοδότησης για την κυβέρνηση και τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα θα είχε σοβαρό αντίκτυπο στις παγκόσμιες τιμές πετρελαίου.
Γι’ αυτό το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ έχει επιτρέψει σε ιρανικά δεξαμενόπλοια να διέρχονται από την περιοχή. Οποιαδήποτε ροή πετρελαίου από την περιοχή αυτή τη στιγμή θα μπορούσε να συμβάλει στο να παραμείνουν οι τιμές του πετρελαίου τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό υπό έλεγχο.

Στην πραγματικότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες τον Μάρτιο χορήγησαν μια προσωρινή άδεια στο Ιράν να πουλήσει πετρέλαιο το οποίο παρέμενε αδιάθετο σε δεξαμενόπλοια.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο κατά διαστήματα εδώ και δεκαετίες, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ είχε μπλοκάρει τις πωλήσεις του ιρανικού αργού από τότε που εγκατέλειψε τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν το 2018.
Όπως συνεχίζει στην ανάλυσή του το CNN η απόφαση του Τραμπ να άρει τις κυρώσεις τον περασμένο μήνα απελευθέρωσε μεγάλη ποσότητα πετρελαίου: περίπου 140 εκατομμύρια βαρέλια, ποσότητα που επαρκεί για να καλύψει την παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου για περίπου μιάμιση ημέρα, σύμφωνα με την Υπηρεσία Ενεργειακής Πληροφόρησης των ΗΠΑ.

Ωστόσο, η εικόνα που δημιουργήθηκε από την προσωρινή, μηνιαία εξαίρεση από τις κυρώσεις ήταν δύσκολη πολιτικά: η άδεια επέτρεπε στο Ιράν να πουλά το πετρέλαιο στο οποίο είχαν επιβληθεί κυρώσεις, ώστε να χρηματοδοτεί τον πόλεμό του εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους. Το Ιράν, μάλιστα, αποκόμιζε σημαντικά κέρδη από αυτές τις πωλήσεις, διαθέτοντας το πετρέλαιό του σε τιμή υψηλότερη κατά αρκετά δολάρια από το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς.
Η δυσαρέσκεια για την άνοδο των τιμών της βενζίνης πίεσε την κυβέρνηση Τραμπ να τερματίσει τον πόλεμο, ενώ η απελευθέρωση εκατοντάδων εκατομμυρίων βαρελιών της έδωσε πιθανόν λίγο χρόνο. Επειδή το Ιράν ούτως ή άλλως πουλούσε το πετρέλαιό του, η άρση των κυρώσεων άνοιξε τις πωλήσεις και προς τις δυτικές χώρες, αντί να κατευθύνονται αποκλειστικά στην Κίνα, που είναι μακράν ο μεγαλύτερος αγοραστής του Ιράν.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο μοχλό για να συγκρατήσει τις τιμές του πετρελαίου ενώ διεξάγει τον πόλεμο. Συντόνισε μια ιστορική απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης παγκοσμίως, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ ήρε επίσης κυρώσεις σε εκατοντάδες εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού πετρελαίου τον περασμένο μήνα.
Τώρα, ο Τραμπ ρισκάρει να οδηγήσει ακόμη υψηλότερα τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, προκειμένου να αυξήσει τη διαπραγματευτική πίεση προς το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου.