Η «σιωπή» της Μόσχας και του Πεκίνου απέναντι στις πρόσφατες κινήσεις και απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για τη Βενεζουέλα μόνο ουδέτερη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

Παρότι Ρωσία και Κίνα παραμένουν οι δύο σταθερότεροι υποστηρικτές του Νικολάς Μαδούρο, επιλέγουν να κρατούν χαμηλούς τόνους μπροστά στην κλιμακούμενη ρητορική της Ουάσιγκτον –όπως οι κατηγορίες περί «ναρκο-καθεστώτος» και η στοχοποίηση του «Cártel de los Soles» ως τρομοκρατικής οργάνωσης– σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ αυξάνουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην Καραϊβική.

Η προσεκτική αυτή στάση συνδέεται άμεσα με τα βαθιά, αλλά και σύνθετα, συμφέροντα που έχουν Ρωσία και Κίνα στη Βενεζουέλα, τονίζει σε χθεσινό άρθρο της η Wall Street Journal. Το Πεκίνο, που επί χρόνια βοηθούσε την κυβέρνηση Μαδούρο με «χρηματοδότηση έναντι πετρελαίου», έχει πλέον περιορίσει σημαντικά το άνοιγμα νέων πιστώσεων, καθώς οι καθυστερήσεις της PDVSA το έχουν καταστήσει επιφυλακτικό.

Τώρα η Κίνα στρέφεται σε Ζώνες Ειδικής Οικονομικής Δραστηριότητας και παραγωγικές συμφωνίες χαμηλότερου ρίσκου, αναφέρει σε ανάλυσή της η El Pais.

Αντίστοιχα, η Ρωσία έχει ρίξει σημαντικό οικονομικό και στρατιωτικό βάρος στο καθεστώς Μαδούρο, με επενδύσεις μέσω Rosneft, συμβούλους, αντιαεροπορικά συστήματα και την αποστολή στρατηγικών βομβαρδιστικών, αξιοποιώντας τη χώρα ως γεωπολιτικό ανάχωμα κοντά στην αυλή των ΗΠΑ. Παράλληλα, οι δύο χώρες έχουν δεσμευτεί πως δεν αποδέχονται καμία μορφή στρατιωτικής επέμβασης και επικαλούνται το δόγμα της μη ανάμειξης, κάτι που επαναλαμβάνουν συστηματικά σε δηλώσεις και διεθνή φόρα.

Οι λόγοι μιας στρατηγικής επιλογής

Ωστόσο, το χαμηλών τόνων ύφος των αντιδράσεών τους στις πρόσφατες αμερικανικές κινήσεις υποδηλώνει μια στρατηγική επιλογή.

Πρώτον, Ρωσία και Κίνα αποφεύγουν να ανοίξουν απευθείας μέτωπο με τις ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο, την ώρα που η Μόσχα είναι βυθισμένη στην αντιπαράθεση με το ΝΑΤΟ και το Πεκίνο επικεντρώνεται στην Ταϊβάν και την περιοχή του Ειρηνικού.

Δεύτερον, η αμερικανική νομική τακτική –η χρήση όρων όπως «τρομοκρατική οργάνωση» και «αντι-ναρκωτικές επιχειρήσεις»– δημιουργεί ένα γκρίζο πεδίο στο οποίο Ρωσία και Κίνα δεν επιθυμούν να εμπλακούν ανοιχτά, για να μη βρεθούν να υπερασπίζονται κάτι που μπορεί να παρουσιαστεί ως εγκληματική δομή.

Τρίτον, ειδικά για την Κίνα, η οικονομική κούραση είναι εμφανής. Δεν προτίθεται να επαναλάβει κινήσεις υψηλού ρίσκου που την έχουν ήδη κοστίσει. Τέλος, και οι δύο υπερδυνάμεις διατηρούν μια «στρατηγική ασάφεια» απέναντι στον Μαδούρο. Τον στηρίζουν μεν σε θεσμικό και διπλωματικό επίπεδο, αλλά αποφεύγουν να συνδέσουν τη δική τους στρατηγική με το πολιτικό μέλλον ενός καθεστώτος που ενδέχεται να αλλάξει.

Για τη Βενεζουέλα, αυτή η επιφυλακτική αλλά υπαρκτή στήριξη είναι ευλογία και απειλή μαζί. Από τη μία πλευρά, ο Μαδούρο γνωρίζει ότι Ρωσία και Κίνα μπορούν να αποτρέψουν κινήσεις μέσω ΟΗΕ που θα νομιμοποιούσαν μια αμερικανική επέμβαση ή ένα αυστηρότερο καθεστώς κυρώσεων, όπως αναφέρει το πρακτορείο Tass.

Από την άλλη, η στήριξη αυτή γίνεται ολοένα με περισσότερους όρους, με την προειδοποίηση ότι οι δύο σύμμαχοι δεν πρόκειται να εμπλακούν στρατιωτικά σε μια αντιπαράθεση που δεν αποτελεί για αυτούς κομβικό ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Έντονη αλλά διπλωματική καταδίκη

Στην πράξη, εάν η Ουάσιγκτον κινηθεί σε στοχευμένες επιχειρήσεις κατά υποδομών που συνδέονται με τη διακίνηση ναρκωτικών, είναι πιθανότερο ότι Μόσχα και Πεκίνο θα περιοριστούν σε έντονη αλλά διπλωματική καταδίκη, παρά σε κινήσεις που θα μετατρέψουν τη Βενεζουέλα σε δεύτερη Συρία.

H σιωπή των δύο υπερδυνάμεων δηλώνει πως βλέπουν τη Βενεζουέλα ως χρήσιμο αλλά όχι ζωτικό πεδίο αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ, προτιμούν μια «έξυπνη» και χαμηλής τριβής στήριξη αντί μιας επικίνδυνης σύγκρουσης, φοβούνται τις δευτερογενείς επιπτώσεις από οικονομικές ή στρατιωτικές κλιμακώσεις και ταυτόχρονα υπενθυμίζουν στο Καράκας ότι η υποστήριξή τους έχει όρια.

H στάση τους δεν είναι αδιαφορία, αλλά μια καλά υπολογισμένη επιλογή που τους επιτρέπει να κρατούν τη χώρα στη δική τους σφαίρα επιρροής, χωρίς να μετατρέψουν την κρίση της σε ανοιχτό πόλεμο με την Ουάσιγκτον, κάτι που, τουλάχιστον προς το παρόν, αφήνει στον Τραμπ περιθώριο να ανεβάζει λεκτικά την ένταση γνωρίζοντας πως οι μεγάλοι αντίπαλοί του θα σηκώσουν τους τόνους μόνο σε διπλωματικό επίπεδο.