Το βράδυ του περασμένου Σαββάτου 14 Φεβρουαρίου 2026, αναρτήθηκε στη γνωστή διαδικτυακή πλατφόρμα δημοπρασιών eBay μια δωδεκάδα ανέκδοτων φωτογραφιών με πωλητή έναν Βέλγο, ονόματι Τιμ Ντε Κρένε. Πρόκειται για συλλέκτη που συνηθίζει κατά καιρούς να εκποιεί στρατιωτικά αρχεία της ναζιστικής Γερμανίας από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά αυτή τη φορά το υλικό που ανέβασε στον ιστότοπο ήταν πραγματικά συγκλονιστικό. Κι αυτό γιατί οι φωτογραφίες αποτύπωναν τις τελευταίες στιγμές των 200 Ελλήνων πατριωτών που εκτελέστηκαν από τη Βέρμαχτ την Πρωτομαγιά του 1944, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Οι λεπτομέρειες που μάθαμε από τις φωτογραφίες

Ήταν σαν να είχε ανοίξει μια ρωγμή στον χρόνο μέσα από την οποία περνούσε το φως των όσων συνέβησαν εκείνο το μοιραίο πρωί. Όλα αυτά που κατά καιρούς διαβάζαμε μέσα από μαρτυρίες, όλα αυτά που φανταζόμασταν από τα χαρακτικά, τα σκίτσα και τους πίνακες ζωγραφικής καλλιτεχνών ή πλάθαμε στο μυαλό μας ακούγοντας τα τραγούδια που γράφτηκαν για τη θυσία των εν λόγω πολιτικών κρατουμένων, πλέον σχηματοποιούνταν.

Γινόντουσαν ευδιάκριτη εικόνα. Έβλεπες καθαρά τα βλέμματα των ταλαιπωρημένων ανδρών που δεν δείλιαζαν στον φόβο του επερχόμενου θανάτου. Έβλεπες γροθιές να υψώνονται στον αέρα, χείλη να υποδηλώνουν πως πράγματι τραγουδούσαν οδηγούμενοι στο εκτελεστικό απόσπασμα, επιβεβαιώνοντας με αυτό τον τρόπο τις μαρτυρίες που είχαμε. Αντίκριζες το ντύσιμό τους, τα πουκάμισά τους, τα ευτελή ρούχα και τα σακάκια. Τα κουρεμένα γουλί μαλλιά, τα φθαρμένα παπούτσια. Αντλούσες ταυτόχρονα πληροφορίες που μέχρι σήμερα ήταν αδιευκρίνιστες, όπως για παράδειγμα ότι οι Γερμανοί τους έστηναν στον τοίχο και δεν τους «θέριζαν» με το μυδράλιο, αλλά τους εκτελούσαν με τυφέκια. Τα pixels των φωτογραφιών «ζωντάνευαν» τα γεγονότα που είχαν συμβεί 82 χρόνια νωρίτερα.

Κανείς δεν γνωρίζει ποιος τράβηξε αυτές τις φωτογραφίες. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι βρέθηκαν στο άλμπουμ ενός λιπόσαρκου Γερμανού υπολοχαγού, του Χέρμαν Χόιερ από το Μπίρκενφελντ, που κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπηρετούσε στο Τάγμα Οχυρού (Festungs-Bataillon) 1012, με έδρα τη Μαλακάσα. Μπορεί να τις τράβηξε ο ίδιος, μπορεί να τράβηξε αρκετές από αυτές, μπορεί και απλώς να βρέθηκαν στην κατοχή του. Η είδηση της αποκάλυψης των ντοκουμέντων της Καισαριανής ωστόσο, αποτέλεσε μια καλή αφορμή προκειμένου οι νεότερες γενιές να μάθουν, έστω και δεν αδρές γραμμές, για μια ακόμη από τις αμέτρητες στιγμές θάρρους των Ελλήνων, οι οποίοι δεν δειλιάζουν μπροστά στις κάννες των όπλων και τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Την ίδια ώρα ανοίγει και πάλι η δημόσια συζήτηση για τους κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους, και ειδικότερα για τις ευθύνες του Ελευθέριου Βενιζέλου που θέσπισε το ιδιώνυμο αδίκημα (σ.σ. το αδίκημα δηλαδή που προβλέπει ειδικότερες ποινές, συνήθως αυστηρότερες, σε σχέση με τα εγκλήματα της κατηγορίας στην οποία υπάγεται) με αποτέλεσμα να κυνηγηθούν τα μέλη του ΚΚΕ, για τις ακόλουθες ευθύνες του καθεστώτος Μεταξά που τους έκλεισε στη φυλακή, για την μετέπειτα παράδοσή των κρατουμένων στους Γερμανούς κατακτητές αλλά και για τις ευθύνες του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας που οδήγησαν στην εκτέλεση των πολιτικών συντρόφων τους. Ανάλογα από ποια πλευρά βλέπει κανείς την Ιστορία, αναγνωρίζει περισσότερα ή λιγότερα από τα εγκληματικά λάθη που έγιναν, ερμηνεύει τα γεγονότα μέσα από προκαταλήψεις και αναθεωρεί αφηγήματα.

Πώς και γιατί βρέθηκαν οι 200 ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος

Θα επιχειρήσουμε λοιπόν να αποτυπώσουμε το πώς και το γιατί βρέθηκαν οι συγκεκριμένοι 200 Έλληνες πατριώτες (περίπου 170 πρώην κρατούμενοι στην Ακροναυπλία και οι υπόλοιποι πρώην εξόριστοι στην Ανάφη), ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος την 1η Μαΐου του 1944, αξιοποιώντας πηγές και πληροφορίες από όλες τις μεριές. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά:

Το ιδιώνυμο Βενιζέλου και ο αναγκαστικός νόμος Μεταξά

Στις 22 Δεκεμβρίου 1928, τέσσερις μήνες μετά τη νίκη του στις εκλογές, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος φέρνει στη Βουλή το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο, «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Μέσω αυτού προβλεπόταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 6 μηνών για όποιον «ἐπιδιώκει τὴν ἐφαρμογὴν ἰδεῶν ἐχουσῶν ὡς ἔκδηλον σκοπὸν τὴν διὰ βιαίων μέσων ἀνατροπὴν τοῦ κρατούντος κοινωνικοῦ συστήματος ἢ τὴν ἀπόσπασιν μέρους ἐκ τοῦ ὅλου τῆς ἐπικρατείας, ἢ ἐνεργεῖ ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν προσηλυτισμὸν”.

Ήταν το πρώτο νομοθέτημα κατά του ΚΚΕ που θα εγκαινίαζε μια σειρά από έκτακτα μέτρα εναντίον της Αριστεράς από τις μετέπειτα κυβερνήσεις. Ο Νόμος 4229/1929 που ψηφίστηκε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των βενιζελικών βουλευτών, θα αντικατασταθεί επτά χρόνια αργότερα από τον Αναγκαστικό Νόμο 117 «Περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών», που θα θέσπιζε τον Σεπτέμβριο του 1936 ο κινηματίας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, εντατικοποιώντας τον έλεγχο των πολιτικών φρονημάτων.

Ο εγκλεισμός στο στρατόπεδο Ακροναυπλίας

Πολύ γρήγορα το δικτατορικό καθεστώς ξεκινά τις διώξεις κατά των αντιφρονούντων, κυρίως των μελών και των υποστηρικτών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Από τον Φεβρουάριο του 1937 οι κομμουνιστές οδηγούνται στις στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας που μετονομάζονται σε «Στρατόπεδο Κράτησης Κομμουνιστών» (σ.σ. σήμερα έχουν γκρεμιστεί), στο σωφρονιστικό κατάστημα της Κέρκυρας και σε ξερονήσια του Αιγαίου.

Όταν το 1940 ξεσπά ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος το καθεστώς αρνείται την αποφυλάκισή τους προκειμένου να στρατευτούν εναντίον των κατακτητών, εάν προηγουμένως δεν υπογράψουν δήλωση μετανοίας και αποκηρύξεως του κομμουνισμού. Λίγους μήνες αργότερα, Απρίλιο του 1941, η Ελλάδα αναγκάζεται να συνθηκολογήσει με τους Γερμανούς κατακτητές που και οι αρχές του κινηματία Μεταξά παραδίδουν τους 600 κρατούμενους της Ακροναυπλίας στις δυνάμεις της Βέρμαχτ. Από αυτούς, οι 300 στάλθηκαν στο στρατόπεδο Λάρισας – Τρικάλων (εκ των οποίων οι 54 εκτελέστηκαν ως αντίποινα το 1943) και οι 200 στα στρατόπεδα Κατούνας, Βόνιτσας, Λαραζέτου και Κέρκυρας. Με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, την 8η Σεπτεμβρίου 1943, οι Γερμανοί μετέφεραν τους κρατούμενους της Λάρισας (που νωρίτερα όπως είπαμε βρίσκονταν στην Ακροναυπλία) στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. Έτσι είχε με λίγα λόγια η χωροταξία αναφορικά με τους πολιτικούς κρατούμενους.

Η δολοφονία του Γερμανού διοικητή από αντάρτες του ΕΛΑΣ και τα αντίποινα

Στις 27 Απριλίου 1944 καταγράφεται ένα διόλου ευκαταφρόνητο γεγονός. Διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ (του «Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού» δηλαδή, της μαζικότερης αντιστασιακής οργάνωσης, που καθοδηγούνταν από το ΚΚΕ) σκοτώνει τον Γερμανό διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και τη συνοδεία του, στους Μολάους Λακωνίας (ενώ την προηγούμενη μέρα είχε απαχθεί από Βρετανούς και Έλληνες αντιστασιακούς ο Γερμανός στρατηγός Χάινριχ Κράιπε στην Κρήτη). Οι κατοχικές δυνάμεις σαστίζουν.

Στις 30 Απριλίου, παραμονή της Πρωτομαγιάς, δημοσιεύεται στον αθηναϊκό Τύπο μια ανατριχιαστική ανακοίνωση, η οποία θα διανεμηθεί στους δρόμους και υπό μορφή φυλλαδίου, αναγράφοντας τα εξής:

«Την 27. 4. 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ’ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και 3 συνοδούς του αξιωματικούς. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίσθησαν.

Ως αντίποινα θα εκτελεσθούν:

Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1/5/1944.

Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς την Σπάρτην, έξωθι των χωρίων.

Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Έλληνες εθελονταί (σ.σ. «εθελοντές» εννοεί τα ένοπλα σώματα των Ταγμάτων Ασφαλείας που διατηρούσε η δοσιλογική κυβέρνηση της κατοχικής Ελλάδας) εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.

Ο στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος».

«Το μόνο που απομένει είναι να παρακαλώ τον Θεό» η απάντηση του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού

Άμεσα ξεκινά λαϊκή κινητοποίηση από το ΕΑΜ (το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο δηλαδή που αποτελούσε τον πολιτικό βραχίονα του ΕΛΑΣ), από τις οργανώσεις του ΚΚΕ και από συνδικαλιστές και φοιτητές, προκειμένου να αποτραπούν οι εκτελέσεις. Όπως γράφει το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ Θανάσης Χατζής στο βιβλίο του «Η Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε» (εκδόσεις Δωρικός, τόμος Γ΄, σελ. 141-142):

«Οι οργανώσεις του ΚΚΕ και του ΕΑΜ κυκλοφόρησαν αμέσως χιλιάδες τρικ και καλούσαν τον λαό να σώσουν τους αγωνιστές ομήρους από την εκτέλεση. Σε πολλά εργοστάσια και επιχειρήσεις οι εργάτες σταμάτησαν τη δουλειά. Στα υπουργεία και τις τράπεζες έγιναν συγκεντρώσεις και με ψηφίσματα προς τον (σ.σ. πρωθυπουργό της δωσίλογης κυβέρνησης) Ράλλη και τον δήμαρχο απαιτούσαν άμεση επέμβασή τους για τη ματαίωση της σφαγής. Οι φοιτητές και οι σπουδαστές χύθηκαν στους δρόμους με συνθήματα ενάντια στην τρομοκρατία. Επιτροπές παρουσιάζονταν στις αρχές αδιάκοπα όλη τη μέρα. Στις λαϊκές συνοικίες έγιναν συγκεντρώσεις. Πολλές γυναίκες κρατουμένων ομήρων μαζεύτηκαν στη Μητρόπολη. Ο Αρχιεπίσκοπος (σ.σ. ο Δαμασκηνός, κατά κόσμον Δημήτριος Παπανδρέου) στο διαμέρισμά του «προσευχόταν» για τη σωτηρία των ψυχών των μελλοθανάτων. Όταν αργά τη νύχτα εμφανίστηκε μπροστά στις απελπισμένες γυναίκες είπε: «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα και το μόνο που μου απομένει είναι να παρακαλώ το Θεό»! Την άλλη μέρα, Πρωτομαγιά του 1944, συντελέστηκε το απάνθρωπο έγκλημα».

Η επιλογή των 200 που θα τουφεκίζονταν

Το κακό μαντάτο φθάνει γρήγορα και στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Σύμφωνα με την μαρτυρία του πολιτικού κρατούμενου Δημήτρη Παυλάκη, η επιλογή των 200 που θα εκτελούνταν, έγινε στην πρωινή αναφορά την Πρωτομαγιά. Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του «Από το Χαϊδάρι στο Μπέλσεν» (αυτοέκδοση, Αθήνα 1965, σελ. 69-70):

«Σαν ετελείωσε η αναφορά, ο Φίσερ (σ.σ. ο Γερμανός διοικητής του στρατοπέδου Χαϊδαρίου, Καρλ Φίσερ) είπε πως: «Αυτοί που θ’ ακούσουν τα ονόματά τους θα βγαίνουν μπροστά για να μεταφερθούν σε άλλο στρατόπεδο. […] Η εκφώνηση των ονομάτων γινόταν σε πενηντάδες».

Αγραφιώτης Αγησίλαος. «Παρών!…»

Αϊβατζίδης Γεώργιος «Παρών!…»

Αλατζάς Νικόλαος «Παρών!…»

200 ονόματα. Όταν ακούστηκε το 71ο όνομα και ήχησε η απάντηση «παρών», το στρατόπεδο πάγωσε. Ήταν αυτό του Ναπολέων Σκουκατζίδη του βασικό διερμηνέα που γνώρισε τη γερμανική γλώσσα και βοηθούσε τους κρατούμενους να συνεννοηθούν με τους δεσμοφύλακες ακόμη και για τις υποτυπώδεις ανάγκες. Εκείνος, παρέδωσε τη σφυρίχτρα και τα χαρτιά του στον δεύτερο διερμηνέα Θανάση Μερεμέτη, και του είπε, σύμφωνα με σχετικό αφιέρωμα που είχε κάνει ο Ριζοσπάστης στις 14 Δεκεμβρίου 2008: «Θανάση, μην ξεχνάς ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και εξυπηρετείς Έλληνες στρατιώτες. Να είσαι πάντα καλός μαζί τους. Στο πρόσωπό σου τους αποχαιρετώ όλους».

Ο Γερμανός διοικητής του στρατοπέδου Φίσερ πρότεινε στον Ναπολέοντα να τον εξαιρέσει. «Εάν αφαιρεθεί το όνομά μου στη θέση του θα μπει το όνομα άλλου κρατούμενου;» ρώτησε απορημένος. Όταν ο Φίσερ του απάντησε καταφατικά, αρνήθηκε να εξαιρεθεί. Προτίμησε τον παλικαρίσιο θάνατο από και την ταπεινή συναλλαγή.

Τα σημειώματα των μελλοθάνατων

Το πρωί της 1ης Μαΐου, οι πολιτικοί κρατούμενοι οδηγούνται με καμιόνια στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Στη διαδρομή, πετάνε πολλά σημειώματα για τα αγαπημένα τους πρόσωπα, γραμμένα πάνω σε χαρτάκια ή κομμάτια από ύφασμα, ενώ κάποια βρέθηκαν ακολούθως και στα πράγματά τους.

«Αγαπημένοι μου. Ο θάνατος δε θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για πάλη που διεξάγετε. Σφίξετε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα αυτή δοκιμασία. Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ. Με πολλή αγάπη. Σας φιλώ. Μήτσος Ρεμπούτσικας».

«Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος. Νίκος Μαριανάκης».

«Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι. Πάμε στη μάχη. Κώστας Τσίρκας».

«Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε Μάνα. Δημήτρης Σόφης».

«Ας μάθει όλη η Ελλάδα πως ούτε στιγμή δε χάσαμε την πίστη στην τελική νίκη. Καμιά δύναμη δε θα μπορέσει να τσακίσει το ΚΚΕ. Θα νικήσει».

«Καλώ τον αδελφό μου να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση (σ.σ. εννοεί κατά πάσα πιθανότητα την ενυπόγραφη δήλωση μετανοίας, απαρνούμενος τα κομμουνιστικά ιδεώδη) και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ. Σάββας Σαββόπουλος».

«Πεθαίνω για τα ιδανικά που έμαθε να αγαπάμε η Κομμουνιστική Νεολαία. Πείτε στους δικούς μου ότι πεθαίνω και να ‘ναι περήφανοι για μένα. Αποστόλης Καλόφας».

«Δε σας ξέχασα ποτέ. Για σας και τον Ελληνικό Λαό έδωσα και τη ζωή μου. Σήμερα 1 του Μάη 1944, σας φιλώ για τελευταία φορά. Αποστόλης Βαγενάς».

Όπως σημειώνει το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Βασίλης Μπαρτζιώτας στο βιβλίο του «Άστραψε φως η Ακροναυπλία», από τους 200 που στήθηκαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, οι 125 ήταν πρώην φυλακισμένοι της Ακροναυπλίας. Ιδεολογικά, έξι ήταν τσοτσκιστές και πέντε αρχειομαρξιστές. Βασικά, όπως αναφέρει και η «Εφημερίδα των Συντακτών» στο φύλλο της 17ης Φεβρουαρίου 2026, σελ. 28, οι μαζικές συλλήψεις «κομμουνιστών» στην Αθήνα και την επαρχία μετά την εισβολή του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση το καλοκαίρι του 1941, στην πραγματικότητα ήταν συλλήψεις «αριστερών κάθε λογής που ήταν καταχωρισμένοι ως τέτοιοι στα κιτάπια των ελληνικών υπηρεσιών ασφαλείας».

Οι περισσότεροι εκτελεσθέντες… «είχαν παρασυρθεί από τη σημαία των πατρίδων τους»

Αίσθηση προκαλεί το πρωτοσέλιδο κείμενο στο φύλλο υπ’ αριθμ. 12 της εφημερίδας «Διεθνιστής» της 28ης Μαΐου 1944 που αποτελούσε «όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Κομμουνιστών – Διεθνιστών Ελλάδας». Εκεί, διαβάζουμε χαρακτηριστικά για τα θύματα του «σφαγείου της Καισαριανής» που «θερίστηκαν το ματωμένο πρωϊνό της φωτεινής πρωτομαγιάς από τα πολυβόλα των δημίων του γερμανικού ιμπεριαλισμού και της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας»:

«Η πρώτη ομάδα (σ.σ. αυτών που εκτελέστηκαν, καθότι στήνονταν στον τοίχο ανά 20) ήσαν οι κομμουνιστές – διεθνικές μέλη και οπαδοί του κόμματός μας και της 4ης Διεθνούς: Ανάμεσά τους ήσαν στελέχη σαν τον Χρ. Σούλα, τον Γ. Κρόκο, τον Πανταζή, τον Γιαννακουρέα.

Οι άλλες ομάδες ήσαν μέλη και οπαδοί του σταλινικού ΚΚΕ θλιβερά θύματα του σοσιαλπατριωτισμού που είχανε εγκαταλείψει την κόκκινη σημαία της τάξης μας και είχανε παρασυρθεί κάτω από τη σημαία των πατρίδων και των πολέμων, κάτω από τη σημαία των ντόπιων και ξένων καπιταλιστών…».

Οι ευθύνες του ΚΚΕ για τους 200 της Καισαριανής

Ο Άγις Στίνας (πραγματικό όνομα Σπύρος Πρίφτης) πριν από την Κατοχή, ήταν σημαίνον στέλεχος του ΚΚΕ και ανήκε σε αυτούς που φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία. «Έπειτα ωστόσο διέρρηξε τις σχέσεις του με το κόμμα κι έγινε τροτσκιστής» όπως ανέφερε και η εφημερίδα «Δημοκρατία» στο φύλλο της 17ης Φεβρουαρίου 2026 (σελ. 40, στήλη «Περί Πωλητικής» του Παναγιώτη Λιάκου). Ο Στίνας, που έφυγε από τη ζωή το 1987 σε ηλικία 87 ετών υποστήριζε πως εάν η δικτατορία Μεταξά είναι μια φορά υπεύθυνη για την παράδοση των κομμουνιστών στους Γερμανούς κατακτητές (με αποτέλεσμα να πάρουν τους 200 εξ αυτών και να τους εκτελέσουν την Πρωτομαγιά του 1944), η σταλινική ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης ήταν εκατό φορές πιο υπεύθυνη.

Γράφει επί λέξει στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο «Αναμνήσεις» (τόμος Β΄, σελ. 22-23, εκδόσεις Βέργος):

«Παντοῦ ἄκουγες: Γιατί δὲν φεύγουμε (σ.σ. από την Ακροναυπλία); Θὰ μείνουμε ἐδῶ νὰ μᾶς πιάσουν οἱ γερμανοί; (σ.σ. που μόλις είχαν μπει στη χώρα μας τον Απρίλιο του 1941) Μὲ ἀγανάκτηση οἱ σταλινικοὶ κρατούμενοι παρακολουθοῦσαν τὴν παθητική στάση τῆς ἡγεσίας τους.

Μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν κατακραυγὴ ἡ ἡγεσία τῶν σταλινικών, στέλνει μία ἐπιτροπὴ στὸν Διοικητή τοῦ Στρατοπέδου γιὰ νὰ ζητήσει ἀπ’ αὐτὸν νὰ μᾶς ἀφήσει ἐλεύθερους. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετή συζήτηση μὲ τὸν Διοικητή προβαίνει, ἀρκετὰ ίκανοποιημένη, σὲ ἀνακοινώσεις. Ὁ Διοικητής τοὺς βεβαίωσε ὅτι θὰ ἀνοίξει τις πόρτες τοῦ Στρατοπέδου καὶ θὰ μᾶς ἀφήσει ἐλεύθερους, ὅταν ἡ κυβέρνηση (σ.σ. του Ιωάννη Μεταξά) εγκαταλείψει τὴν ᾿Αθήνα. Αὐτὴ εἶπε εἶναι ἡ διαταγὴ ποὺ ἔχει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Ασφαλείας. Καὶ γιὰ νὰ βεβαιωθεῖ ἡ ἐπιτροπή ὅτι ἡ κυβέρνηση βρίσκεται ἀκόμα στην Αθήνα, τὴν συνέδεσε τηλεφωνικά μὲ τὸν Μανιαδάκη (σ.σ. εννοεί τον αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, στενότατο συνεργάτη του Ιωάννη Μεταξά και Υφυπουργό Δημόσιας Ασφάλειας – σαν να λέμε υπουργό Δημόσιας Τάξης). Ἡ ἐπιτροπὴ ἔτσι πείστηκε γιὰ τὴν εἰλικρίνεια τοῦ Διοικητή, καὶ καταγγέλλει γιὰ τυχοδιωκτικές καὶ ἐπικίνδυνες τὶς προτάσεις γιὰ ἀπόδραση. Συνιστά ψυχραιμία, πειθαρχία καὶ ἐμπιστοσύνη στὴν ἡγεσία καὶ ἐνισχύει τὶς σταλινικές φρουρές γιὰ νὰ ἐμποδίσουν κάθε ἀπόπειρα ἀτομικῆς ἢ ὁμαδικῆς ἀπόδρασης.

Αὐτὰ μᾶς εἶπε ἡ ἐπιτροπὴ ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ πρόσωπα ἀπόλυτης έμπιστοσύνης τῆς ἡγεσίας. Ήταν ὅμως ἀλήθεια; Τότε τοὺς πιστέψαμε. Οὔτε ἐφημερίδες διαβάζαμε, οὔτε ὑπῆρχε τρόπος να μάθουμε τι γινόταν ἔξω ἀπὸ τὸ Στρατόπεδο. Σήμερα όμως μπορούμε μὲ βεβαιότητα να πούμε ότι ὅλα αὐτὰ ποὺ μᾶς ἀνακοίνωσε ἡ ἐπιτροπή ήταν ψέματα».

Και προσθέτει: «Ήταν ψέμα ὅτι ἀπαιτήσανε ἀπὸ τὸν Διοικητὴ νὰ μᾶς ἀφήσει ἐλεύθερους, ήταν ψέμα ὅτι ὁ Διοικητής τοὺς βεβαίωσε ὅτι ἔχει ἐντολὴ νὰ ἀνοίξει τὶς πόρτες τοῦ Στρατοπέδου όταν ή κυβέρνηση ἐγκαταλείψει τὴν ᾿Αθήνα καὶ ἦταν ψέμα ή τηλεφωνική συνδιάλεξη μὲ τὸν Μανιαδάκη. Ὅλα ήταν ψέματα καὶ ψέματα ποὺ τὰ σκαρώσανε ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Διοικητὴ τοῦ Στρατοπέδου γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἀπόδραση. Σε δυὸ ἢ τρεῖς μέρες, γερμανοὶ ἀλεξιπτωτιστές καταλαμβάνουν τὸ Ναύπλιο. Τὸ Στρατόπεδο εἶναι ζωσμένο ἀπὸ πάνοπλους γερμανοὺς ἀλεξιπτωτιστές.

Ἐὰν ἡ δικτατορία εἶναι μία φορὰ ὑπεύθυνη γιὰ τὴν παράδοσή μας στοὺς γερμανούς, ἡ σταλινική ηγεσία εἶναι ἑκατὸ φορές. Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν κρατουμένων της Ακροναυπλίας τουφεκίστηκαν. Ἐκτὸς φυσικὰ ἀπὸ τὰ ἡγετικά στελέχη ποὺ ὅλα δίχως ἐξαίρεση κατόρθωσαν νὰ δραπετεύσουν. Αὐτὴ ἡ ἐπαίσχυντη καὶ ἐγκληματική πράξη της σταλινικῆς ἡγεσίας έξηγείται ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ἀπὸ τὴ δειλία τους μπρὸς σὲ μιὰ πιθανὴ σύγκρουσή μας μὲ τὴ φρουρὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο (πρὸ παντὸς ἀπ᾿ αὐτό), ἀπὸ τὶς αὐταπάτες ποὺ ἔτρεφαν γιὰ τὴ στάση τῶν γερμανών, συμμάχων ἀκόμα τότε τῆς ΕΣΣΔ, ἀπέναντί τους. Δηλαδὴ περίμεναν τοὺς γερμανοὺς σὰν φίλους καὶ δικούς τους ἀνθρώπους».

«Πριν φτάσουν οι Γερμανοί τα κελιά μας ήταν ξεκλείδωτα και οι φρουροί μας πρότειναν να δραπετεύσουμε αλλά η «καθοδήγηση» μας κράτησε μέσα»

Ένας από τους εκατοντάδες κομμουνιστές που βίωσαν τη δυσάρεστη εμπειρία του εγκλεισμού στην Ακροναυπλία ήταν και ο Γιάννης Μασούσακας, που επίσης αναφέρει πως όταν κατέρρευσε το μέτωπο το 1941 και μπήκαν οι Γερμανοί στη χώρα μας, οι φυλακισμένοι της Ακροναυπλίας μπορούσαν να δραπετεύσουν αφού είχαν φύγει οι φρουροί και τα λουκέτα ήταν ξεκλείδωτα, αλλά το ΚΚΕ (η «καθοδήγηση» όπως αναφέρει) τους είπε να μην δραπετεύσουν.

Δεν πρόκειται για αναφορές ενός τυχαίου προσώπου. Εάν διαβάσει κανείς το βιογραφικό του θα διαπιστώσει πως τα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ασπάστηκε τις αριστερές ιδέες και το 1934 εκλέχτηκε πρόεδρος του χωριού του, τον Άγιο Κωνσταντίνο Ρεθύμνου. Το 1936 τον έπαψε από τη θέση αυτή, η δικτατορία Μεταξά και τον καταδίωξε. Τρία χρόνια αργότερα συνελήφθη και βασανίστηκε σκληρά στην Ειδική Ασφάλεια επί μήνες. Έπειτα εκτοπίστηκε για τρία χρόνια στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας, στη διάρκεια της Κατοχής έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως διοικητής ίλης ιππικού στη Ρούμελη και στη Θεσσαλία και την περίοδο του Εμφύλιου, έλαβε μέρος σε μάχες, ως αντάρτης, στα βουνά της Κρήτης.

Στο βιβλίο του λοιπόν με τίτλο «Ο Εμφύλιος, στη σκιά της Ακροναυπλίας» (εκδόσεις Δωδώνη), αναφέρει πως οι αντιπρόσωποι του ΚΚΕ στις ομιλίες τους «δεν έκαναν κριτική για τα λάθη του Κόμματος ή της οργάνωσης Κρήτης» και εξαιτίας αυτού του γεγονότος δίσταζε κι εκείνος να αποτελέσει την εξαίρεση στον κανόνα. Ωστόσο «βρήκα τη δύναμη, γράφει, εκείνο που ήθελα να πω να το πω, έστω βιάζοντας τον εαυτό μου: “Θα καταγγείλω, σύντροφοι, άρχισα, ένα λάθος που το κάναμε εμείς οι ακροναυπλιώτες, που το νιώθω ρίζα των λαθών του Κόμματος για τα οποία μίλησε στην έκθεσή του ο σύντροφος γραμματέας”. Όταν φάνηκε από τις πρώτες λέξεις της ομιλίας μου για το ποιο θέμα θα μιλούσα είδα τον Πορφυρογένη (σ.σ. αναφέρεται στο ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Μιλτιάδη Πορφυρογένη, υπουργό Εργασίας στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του 1944 και υπουργό Δικαιοσύνης στην επονομαζόμενη «Κυβέρνηση του Βουνού» το 1947) ν’ αναπιάνει το στυλό του προσπαθώντας να γράψει ως και την κάθε μου λέξη. Σιγάνεψα κι εξακολούθησα παίρνοντας θάρρος: “Όταν ο Γερμανικός στρατός κατέβαινε κατά τη νότια Ελλάδα κι ο κρατικός ο μηχανισμός ήταν παραλυμένος, οι πόρτες του στρατοπέδου της Ακροναυπλίας όπου ο Ελληνικός φασισμός μας είχε κλεισμένους, ήταν χωρίς λουκέτα. Οι φρουροί μας, οι πιο πολλοί είχανε φύγει για τα σπίτια τους κι όσοι απόμειναν μας πρότειναν να φύγομε. Η καθοδήγηση όμως για λόγους ανεξήγητους και φόβους ανύπαρκτους, παρά τη γνώμη σχεδόν όλων και των εξακοσίων δυο συντρόφων που κρατιόμαστε, έκανε το λάθος να μας κρατήσει εκεί μέσα κλεισμένους. Έτσι, 602 στελέχη που το Κόμμα χρειάστηκε δεκάδες χρόνια για να τα φτιάξει, στην πιο κρίσιμη στιγμή για τη χώρα, που μπορούσαν να βρεθούν λεύτεροι για τη συνέχιση του αγώνα, αχρηστεύτηκαν. Οι μισοί και πάνω απ’ αυτούς τους συντρόφους μας στήθηκαν στ’ αποσπάσματα ή πέθαναν από πείνα και μεις οι υπόλοιποι, άλλοι 300, που μετά από δυο ή και πάνω χρόνια λευτερωθήκαμε, είχαμε χάσει κατά πενήντα στα εκατό τη σωματική και την πνευματική μας ικανότητα».

  • Ο Γεώργιος Σαρρής είναι δημοσιογράφος – μέλος της ΕΣΗΕΑ, τιμηθείς από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με το Βραβείο Αθ. Μπότση για την αντικειμενική και με πληρότητα παρουσίαση ιστορικών πολιτικών θεμάτων.