Φάμπρικα εκμετάλλευσης φτωχών ομοεθνών τους είχαν στήσει 3 Ρουμάνοι -ηγετικά στελέχη εγκληματικής ομάδας-, εξαναγκάζοντας τους να ζητιανεύουν σε φανάρια κεντρικών δρόμων της Αθήνας προκειμένου να τους παραδώσει ο καθένας το χρηματικό ποσό τουλάχιστον των 500 ευρώ ως υποτιθέμενο «χρέος» απέναντι τους.

Πρόκειται για κύκλωμα που ξεκίνησε τη δράση του ίσως και νωρίτερα από 2021, με «πρωταγωνιστές» δύο άνδρες και μία γυναίκα ηλικίας 40, 37 και 43 ετών, ενώ στη δικογραφία από το «ελληνικό FBI» περιλαμβάνονται ακόμη 7 άτομα ως μέλη της εγκληματικής ομάδας. Η αστυνομική επιχείρηση για τη σύλληψη των τριών αρχηγικών μελών έγινε από το Τμήμα Καταπολέμησης Διακίνησης και Εμπορίας Ανθρώπων στο κέντρο της Αθήνας, ενώ χρειάστηκε και η συνεργασία των αμερικανικών Αρχών σε επίπεδο παροχής πληροφοριών για τους συνεργούς του κυκλώματος στη Ρουμανία.

Οι συνεργάτες του κυκλώματος κανόνιζαν τη στρατολόγηση, τη μεταφορά και την προώθηση εντός της ελληνικής επικράτειας υπηκόων Ρουμανίας, οι οποίοι βρίσκονταν σε ευάλωτη οικονομική θέση, με σκοπό την κατ’ επάγγελμα εκμετάλλευση της επαιτείας τους. Η προσέγγιση των παθόντων πραγματοποιείτο είτε απευθείας από μέλη της οργάνωσης, είτε μέσω τρίτων προσώπων που γνώριζαν τα οικονομικά τους προβλήματα και τη δυσκολία στο να βρουν δουλειά. Στα θύματα υπόσχονταν ψεύτικες διαβεβαιώσεις περί εξασφάλισης νόμιμης και καλά αμειβόμενης εργασίας στην Ελλάδα (ως οικοδόμοι, σε εργοστάσια, κ.λπ.), ή στην αναληθή υπόσχεση αποκόμισης υψηλών οικονομικών απολαβών από την επαιτεία.

Με τον τρόπο αυτό αποσπούσαν τη συναίνεση τους για να μετακινηθούν εκτός της χώρας καταγωγής τους, χωρίς οι τελευταίοι να γνωρίζουν τις πραγματικές συνθήκες που θα αντιμετώπιζαν. Μετά τη στρατολόγηση, οι παθόντες μεταφέρονταν στην Ελλάδα, κυρίως οδικώς, με οχήματα που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της οργάνωσης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η μετακίνηση περιλάμβανε ενδιάμεσες χώρες (π.χ. Τουρκία). Η μεταφορά συνοδευόταν πάντοτε από μέλη ή συνεργούς της οργάνωσης, διασφαλίζοντας τον έλεγχο των παθόντων ήδη από το στάδιο της μετακίνησης.

Με την άφιξή τους στην Αθήνα, οι παθόντες εγκαθίσταντο σε διαμερίσματα που χρησιμοποιούσε η οργάνωση, κυρίως στο κέντρο της Αθήνας, όπου διέμεναν από κοινού με μέλη της οργάνωσης και άλλα άτομα που τελούσαν υπό εκμετάλλευση. Εκεί τελούσαν υπό έλεγχο και περιορισμό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παρακρατούνταν έγγραφα ταυτότητας, τους γνωστοποιούνταν η ύπαρξη δήθεν χρέους μεταφοράς ή διαμονής (συνήθως ποσού περί τα 500 ευρώ ή ημερήσιου αντιτίμου), ή ασκούνταν απειλές προκειμένου να διασφαλιστεί η σιωπή και η συμμόρφωσή τους. Καθ’ όλο το διάστημα της παραμονής τους στα σπίτια αυτά, τα θύματα ήταν μόνιμα υπό επιτήρηση από τα μέλη της εγκληματικής ομάδας και κάθε τους κίνηση ελέγχονταν μέχρι να πάρουν τα χρήμα που ήθελαν.

Στο πλαίσιο αυτό, οι Ρουμάνοι που έρχονταν εδώ με το όνειρο μίας καλύτερης ζωής εξαναγκάζονταν σε πολύωρη επαιτεία, κυρίως σε φωτεινούς σηματοδότες και λοιπά πολυσύχναστα σημεία της Περιφέρειας Αττικής. Τα μέλη της οργάνωσης υπεδείκνυαν συγκεκριμένα σημεία επαιτείας, μεριμνούσαν για τη μεταφορά των παθόντων στα σημεία αυτά και την επιστροφή τους στους χώρους διαμονής και ασκούσαν συνεχή επιτήρηση και έλεγχο, διερχόμενοι επανειλημμένα από τα σημεία επαιτείας με οχήματα, διασφαλίζοντας τη συμμόρφωση των παθόντων στις εντολές τους.

Κατά τις έρευνες, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων:

  • Το χρηματικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα πέντε (4.595) ευρώ σε χαρτονομίσματα.
  • Το χρηματικό ποσό των διακοσίων ογδόντα ένα και σαράντα λεπτών (281,40) σε κέρματα.
  • Πλήθος παραστατικών αποστολής χρημάτων στη Ρουμανία.
  • Κινητά τηλέφωνα.
  • Ιδιόχειρες σημειώσεις

Περαιτέρω, κατασχέθηκαν τρία αυτοκίνητα της οργάνωσης, ως μέσα μεταφοράς των θυμάτων από και προς τα σημεία εκμετάλλευσης, καθώς και από τη Ρουμανία στη χώρα μας. Σε ότι αφορά τα 12 θύματα που εντοπίστηκαν και απελευθερώθηκαν, πλέον λαμβάνουν φροντίδα από ΜΚΟ.