Την καταδίκη του πατέρα Αντωνίου και μελών της πρώην διοίκησης της «Κιβωτού του Κόσμου» σχολίασε ο Κωνσταντίνος Γλούμης-Ατσαλάκης, νομικός και γενικός γραμματέας Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής στο υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, μέσα από ανάρτησή του στο Facebook.
Στην τοποθέτησή του, τόνισε ότι το ζητούμενο δεν είναι η τιμωρία ως αυτοσκοπός, αλλά η ουσιαστική προστασία των ανηλίκων, υπογραμμίζοντας ότι η συνεχής επιμονή της πολιτείας στη διερεύνηση των καταγγελιών και στην ενίσχυση του πλαισίου εποπτείας αποδεικνύεται κρίσιμη για την ασφάλεια των παιδιών.
Ο Κωνσταντίνος Γλούμης-Ατσαλάκης έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη δράση της αρμόδιας υπουργού Δόμνας Μιχαηλίδου, επισημαίνοντας ότι από το 2019 έχει θέσει την παιδική προστασία στο επίκεντρο της πολιτικής της και έχει δρομολογήσει κρίσιμες παρεμβάσεις στον τομέα της εποπτείας και της λειτουργίας των δομών.
Καταλήγοντας, τόνισε ότι η συνεχής βελτίωση των διαδικασιών και η αυστηρή εποπτεία αποτελούν βασικά εργαλεία για την πρόληψη κακοποιητικών φαινομένων και τη διασφάλιση ενός ασφαλούς περιβάλλοντος για τα παιδιά που φιλοξενούνται σε τέτοιες δομές.
Αναλυτικά η ανάρτησή του:
«Η σημερινή απόφαση της Δικαιοσύνης, με την οποία καταδικάστηκαν σε δεύτερο βαθμό ο πατέρας Αντώνιος και τα μέλη της παλιάς διοίκησης της “Κιβωτού του Κόσμου” για σωματική και ψυχολογική βία, τιμωρίες και καταναγκαστική εργασία σε βάρος ανηλίκων παιδιών, των οποίων η φροντίδα τους είχε ανατεθεί από το κράτος, μας στενοχωρεί βαθιά όλους και μας προβληματίζει.
Κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ικανοποίηση όταν μια υπόθεση αφορά παιδιά και τη διαχείριση της φροντίδας τους. Αυτό που μας ενδιαφέρει -και αυτό που επιδιώκουμε σταθερά- δεν είναι η τιμωρία ως αυτοσκοπός, αλλά η προστασία των παιδιών. Ωστόσο, είναι σαφές ότι η Πολιτεία ορθώς επέμεινε να διερευνηθούν σε βάθος οι καταγγελίες και να ενισχυθεί το θεσμικό πλαίσιο εποπτείας. Η σημερινή εξέλιξη αναδεικνύει τη σημασία αυτής της θεσμικής επιμονής.
Έξι χρόνια πριν, το πεδίο της παιδικής προστασίας λειτουργούσε με σημαντικά κενά. Δεν υπήρχαν προδιαγραφές λειτουργίας των κλειστών δομών, δεν υπήρχε συγκροτημένος μηχανισμός τακτικών και έκτακτων ελέγχων, δεν υπήρχε διαφάνεια, δεν υπήρχαν σαφείς κανόνες αναφοράς περιστατικών, δεν υπήρχε ένα συνεκτικό σύστημα λογοδοσίας, δεν είχαν αναπτυχθεί και ενισχυθεί θεσμοί, όπως η αναδοχή ή η ημιαυτόνομη διαβίωση. Η αποϊδρυματοποίηση δεν είχε αποκτήσει τον κεντρικό ρόλο που της αναλογεί σε ένα σύγχρονο σύστημα παιδικής προστασίας.
Αυτά τα δεδομένα τα αλλάξαμε με συγκεκριμένες παρεμβάσεις: θεσπίσαμε αυστηρούς όρους αδειοδότησης και λειτουργίας των δομών παιδικής προστασίας, καθιερώσαμε σαφείς κανόνες εποπτείας και ελέγχου, οργανώσαμε μηχανισμούς συστηματικής διερεύνησης καταγγελιών και ενισχύσαμε θεσμούς, όπως η αναδοχή και η ημιαυτόνομη διαβίωση. Μετατοπίσαμε το κέντρο βάρους από την ιδρυματική φροντίδα στη στήριξη στην κοινότητα· με όρους επαγγελματισμού και διαφάνειας, προσεγγίζοντας το παιδί όχι ως αντικείμενο προστασίας, αλλά ως υποκείμενο δικαιωμάτων.
Και μαζί αλλάξαμε και τη νοοτροπία των φορέων και της κοινωνίας.
Οι αλλαγές αυτές δεν ήταν αυτονόητες ούτε ανέξοδες. Υπήρξαν αντιδράσεις. Επιμείναμε, όμως, γιατί η προστασία των παιδιών δεν είναι πεδίο συμβιβασμών. Είναι αμετακίνητη θεσμική υποχρέωση.
Οι αλλαγές αυτές ήταν αποτέλεσμα συνειδητής πολιτικής επιλογής και συστηματικής δουλειάς. Έγιναν με την καθοδήγηση και το πάθος της Δόμνα Μιχαηλίδου, η οποία από το 2019 έθεσε την παιδική προστασία στο επίκεντρο της πολιτικής της δράσης. Και έγιναν από μια ομάδα ανθρώπων στο Υπουργείο που, σε διαφορετικές θέσεις και ρόλους όλα αυτά τα χρόνια, μοιραζόμαστε τον ίδιο πυρήνα αξιών: ότι η ασφάλεια και η αξιοπρέπεια των παιδιών δεν διαπραγματεύονται. Αυτό μας πεισμώνει, μας αγχώνει, μας βαραίνει -αλλά ταυτόχρονα μας δίνει δύναμη και επιμονή.
Η σημερινή απόφαση μάς υπενθυμίζει ότι τα λάθη και οι παραλείψεις του παρελθόντος έχουν πραγματικές συνέπειες για πραγματικά παιδιά. Και ταυτόχρονα επιβεβαιώνει ότι η Πολιτεία οφείλει -και μπορεί- να παρεμβαίνει εγκαίρως, να ελέγχει ουσιαστικά και να εγγυάται ότι καμία δομή, όσο ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα κι αν έχει, δεν βρίσκεται υπεράνω κανόνων.
Η προστασία των παιδιών δεν είναι σύνθημα. Είναι πράξη διαρκούς εγρήγορσης. Και αυτήν την ευθύνη θα συνεχίσουμε να την υπηρετούμε χωρίς καμία ανοχή σε κακοποιητικές συμπεριφορές και χωρίς καμία έκπτωση στη διαφάνεια και τη λογοδοσία».