Η ελληνική κυβέρνηση θα ταξιδέψει στην Άγκυρα την Τετάρτη το πρωί, με μοναδικό θέμα στον ελληνοτουρκικό διάλογο την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας, θέμα το οποίο έθεσε για πρώτη φορά η Τουρκία το 1973.

52 χρόνια μετά, πόσο έχει βελτιωθεί η συζήτηση στο θέμα αυτό;

Η Ελλάδα από το 1959 και πιο συστηματικά από το 1969 είχε προχωρήσει σε εκχωρήσεις αδειών για την εξερεύνηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Οι εκχωρήσεις δεν είχαν συναντήσει οποιαδήποτε αντίδραση από την τουρκική πλευρά μέχρι το 1973. Στην επιχειρηματολογία τους βασίστηκαν κατά κύριο λόγο στην ασάφεια που υπήρχε τότε ως προς τους κανόνες της υφαλοκρηπίδας.

Έτσι λοιπόν, την 1η Νοεμβρίου 1973, στην τουρκική εφημερίδα της Κυβέρνησης δημοσιεύτηκε απόφαση με την οποία η Τουρκία εκχωρούσε στην κρατική εταιρεία πετρελαίου TPAO άδεια διερεύνησης και εκμετάλλευσης σε 27 θαλάσσιες περιοχές στα διεθνή ύδατα του Βόρειου Αιγαίου. Οι θαλάσσιες περιοχές βρίσκονταν ανάμεσα στη Λέσβο, τη Χίο, τον Άγιο Ευστράτιο και τη Λήμνο, πολύ κοντά δηλαδή στη Θάσο, εκεί που είχε εντοπιστεί εμπορικά εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα υδρογονανθράκων.

Η Άγκυρα έλαβε ως βάσεις μέτρησης τις ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας μέχρι τα τουρκικά παράλια της Μικράς Ασίας. Αγνόησε πλήρως την ύπαρξη των ελληνικών νησιών του Αιγαίου. Η Αθήνα επέδωσε στην Άγκυρα διάβημα διαμαρτυρίας, στην οποία απάντησε η τουρκική πλευρά.

Λόγω της τουρκικής άρνησης να επιλύσει το θέμα με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, η εκκρεμότητα συνεχίστηκε ως τον Μάρτιο του 1987, οπότε η κρίση έφθασε στα όρια ένοπλης αντιπαράθεσης, όταν το τουρκικό πλοίο Σισμίκ-1, συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά, ξεκίνησε για να πραγματοποιήσει έρευνες έξω από την αιγιαλίτιδα ζώνη ελληνικών νησιών. Η κρίση εκτονώθηκε με την ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ των δύο πρωθυπουργών, του Ανδρέα Παπανδρέου και του Τουργκούτ Οζάλ, οπότε η Ελλάδα επαναδιατύπωσε τη θέση της για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.

Το 1982 η Ελλάδα υπέγραψε τη σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, όχι όμως η Τουρκία. Σταδιακά η Τουρκία εγκατέλειψε τα επιχειρήματα της «φυσικής προέκτασης» της Ανατολίας που αντιμετώπιζε όλα τα ελληνικά νησιά ως απλές εξάρσεις της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Επικεντρώθηκε περισσότερο στην ευθυδικία σε συνδυασμό με τις ειδικές συνθήκες που υποτίθεται ότι επικρατούν στο Αιγαίο λόγω του ημίκλειστου χαρακτήρα της θάλασσας.

Είναι γεγονός ότι στη σύμβαση του 1982, άρθρο 123, προβλέπεται ότι τα παράκτια κράτη στις κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες θα έπρεπε να συνεργάζονται μεταξύ τους. Η συνεργασία όμως περιορίζεται αποκλειστικά σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, αλιείας και διαχείρισης των ζώντων πόρων και της θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας. Η υποχρέωση συνεργασίας δεν εκτείνεται και στην άσκηση άλλων δικαιωμάτων.

52 χρόνια μετά, οι δύο χώρες θα καθίσουν και πάλι στο τραπέζι χωρίς η Τουρκία να έχει αλλάξει στο ελάχιστο τις θέσεις της. Αντίθετα, έχει προσθέσει τις προκλήσεις επί του πεδίου και έχει «εμπλουτίσει» την ανυπόστατη επιχειρηματολογία της.

Γι’ αυτό και οι προσδοκίες θα είναι εξαιρετικά χαμηλές.