Η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει να πορεύεται πρώτη στις δημοσκοπήσεις και με μεγάλη διαφορά, με ένα παράδοξο, όμως, που ταρακουνά τις αισιόδοξες αναγνώσεις. Παραμένει πρώτο κόμμα, αλλά το πολιτικό της βάθος έχει μειωθεί. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι κινείται σταθερά στην περιοχή του 24% – 26% στην πρόθεση ψήφου, με τη συσπείρωσή της να κυμαίνεται γύρω στο 58% – 62%. Πρόκειται για ποσοστά που δεν ταυτίζονται με την εικόνα κυριαρχίας προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων. Και κυρίως δεν επαρκούν, με τους σημερινούς συσχετισμούς, για να εξασφαλίσουν αυτοδυναμία χωρίς σοβαρές προϋποθέσεις.
Αν μεταφραστούν τα σημερινά δεδομένα σε εκλογικό αποτέλεσμα, η ΝΔ θα βρισκόταν στην καλύτερη περίπτωση στην περιοχή του 31% – 33% στις εκλογές, εφόσον επιβεβαιωθεί η παραδοσιακή ενίσχυση του πρώτου κόμματος από τους αναποφάσιστους. Η αυτοδυναμία στην πρώτη κάλπη είναι μακρινή, αλλά υπόθεση που έχει βάση στις δεύτερες εκλογές. Ή στις τρίτες. Αν, όμως, η ΝΔ πέσει κάτω από το 30%, το σενάριο απομακρύνεται αισθητά και ανοίγει μια περίοδος πολιτικής αβεβαιότητας που μέχρι σήμερα το κυβερνών κόμμα θέλει πάση θυσία να αποφύγει.
Το θέμα για την κυβέρνηση και τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι μόνο το ύψος των ποσοστών της, αλλά και η ποιότητά τους. Η συσπείρωση παραμένει σαφώς χαμηλότερη από τα επίπεδα του 2019 και του 2023, όταν ξεπερνούσε άνετα το 70%. Σήμερα, ένα κομμάτι παραδοσιακών ψηφοφόρων δηλώνει αποστασιοποιημένο, χωρίς όμως να έχει μετακινηθεί οργανωμένα προς την αντιπολίτευση. Αυτό το ρεύμα «παγωμένης στήριξης» είναι το στοιχείο που δουλεύει για να ανατρέψει το Μαξίμου, διότι δείχνει ότι η σχέση με τη βάση δεν έχει σπάσει, αλλά έχει χαλαρώσει.
Μαρία Καρυστιανού: Ένας παράγοντας φθοράς

Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε νέα πολιτική πρωτοβουλία ή κάθε νέο κόμμα μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής εξελίξεων. Η συζήτηση γύρω από ένα ενδεχόμενο πολιτικό εγχείρημα με αναφορά στη Μαρία Καρυστιανού, ανεξαρτήτως της τελικής του μορφής, έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις. Όχι επειδή απειλεί άμεσα τη Νέα Δημοκρατία με εκλογική εκτόπιση, αλλά επειδή μπορεί να απορροφήσει ένα τμήμα ψηφοφόρων που κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ στήριξης και αποχής. Πρόκειται κυρίως για πολίτες με έντονη ευαισθησία σε ζητήματα θεσμών, δικαιοσύνης και διαφάνειας, ένα ακροατήριο που η ΝΔ είχε καταφέρει να προσεγγίσει σε προηγούμενες φάσεις, αλλά σήμερα εμφανίζεται πιο καχύποπτο.
Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να κινηθεί σε υψηλά ποσοστά, εφόσον αποκτήσει πολιτική συγκρότηση και σαφές αφήγημα – όποιο κι αν είναι αυτό. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ΝΔ δεν θα έχανε μαζικά ψηφοφόρους, αλλά θα δεχόταν πλήγμα κυρίως στη δυνατότητά της να ανακτήσει τους αναποφάσιστους και να φτάσει σε επίπεδα αυτοδυναμίας. Με άλλα λόγια, δεν θα ήταν μια άμεση απειλή εξουσίας, αλλά ένας παράγοντας φθοράς.
Αλέξης Τσίπρας: Αλλαγή στις ισορροπίες της Κεντροαριστεράς

Αντίστοιχα, η συζήτηση για τον ρόλο του Αλέξη Τσίπρα παραμένει ανοιχτή και πολυεπίπεδη. Η επανεμφάνισή του με νέο πολιτικό σχήμα δεν φαίνεται, προς το παρόν, να ανησυχεί τη ΝΔ. Ωστόσο, θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες στον χώρο της Κεντροαριστεράς και να περιορίσει το στρατηγικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης που σήμερα βασίζεται στην αδυναμία της αντιπολίτευσης. Ένα σενάριο ανασύνταξης γύρω από τον Τσίπρα θα μπορούσε να συμπιέσει το ΠΑΣΟΚ και να δημιουργήσει έναν πιο καθαρό διπολισμό, κάτι που ιστορικά δυσκολεύει τη ΝΔ όταν βρίσκεται ήδη σε φάση φθοράς.
Η στάση των κοινωνικών ομάδων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των κοινωνικών ομάδων. Στα μεσαία στρώματα, που αποτέλεσαν βασικό πυλώνα της εκλογικής νίκης της ΝΔ, καταγράφεται σήμερα κόπωση. Ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και ιδιωτικοί υπάλληλοι δηλώνουν ότι αισθάνονται μεγαλύτερη οικονομική πίεση και μικρότερη προοπτική βελτίωσης. Εκεί η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται, αλλά με μειωμένα ποσοστά και αυξημένη αμφιθυμία, ενώ και μερίδα αγροτών βρίσκεται απέναντι.
Στους νέους έως 34 ετών, η εικόνα είναι ακόμα πιο δύσκολη. Η ΝΔ κινείται χαμηλότερα από τον εθνικό της μέσο όρο, με ποσοστά που συχνά δεν ξεπερνούν το 18% – 20%. Η εργασία, η ανασφάλεια στο στεγαστικό και η αίσθηση της αλλαγής που πάντα έχουν οι νέοι λειτουργούν αποτρεπτικά. Πρόκειται για μια γενιά που δεν έχει ισχυρούς κομματικούς δεσμούς και μετακινείται εύκολα, κάτι που καθιστά το μέλλον της εκλογικής επιρροής απρόβλεπτο.
Αντίθετα, στους άνω των 60 ετών η ΝΔ διατηρεί ισχυρά ερείσματα, με ποσοστά που συχνά υπερβαίνουν το 35%. Εκεί λειτουργούν ακόμα τα αντανακλαστικά της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στη διακυβέρνηση. Όμως αυτό το πλεονέκτημα έχει ημερομηνία λήξης, αν δεν συνοδευτεί από ανανέωση του κοινωνικού ακροατηρίου.
Η στρατηγική από εδώ και πέρα μοιάζει να κινείται σε δύο παράλληλους άξονες. Ο πρώτος είναι η προσπάθεια αύξησης της συσπείρωσης, με καθαρά μηνύματα προς τη βάση και λιγότερη ανοχή σε εσωτερικές αστοχίες. Ο δεύτερος είναι η ανάκτηση της πρωτοβουλίας στην καθημερινότητα, με παρεμβάσεις που να έχουν άμεσο αντίκτυπο στο εισόδημα και στην ποιότητα ζωής. Χωρίς αυτά, η συζήτηση περί αυτοδυναμίας θα παραμένει θεωρητική.
Η Νέα Δημοκρατία δεν βρίσκεται μπροστά σε μια άμεση εκλογική απειλή, αλλά σε έναν πιο ύπουλο κίνδυνο. Να εγκλωβιστεί σε ποσοστά που δεν της επιτρέπουν να κυβερνά με άνεση, σε ένα πολιτικό τοπίο που γίνεται ολοένα και πιο κατακερματισμένο. Το αν θα καταφέρει να αναστρέψει αυτή την τάση θα κριθεί λιγότερο από τα συνθήματα και περισσότερο από το αν μπορεί να αποδείξει ότι εξακολουθεί να καταλαβαίνει -και να εκπροσωπεί που είναι το ζητούμενο- τις κοινωνικές ομάδες που τη στήριξαν όταν βρέθηκε στην κορυφή.