Οι νοσοκομειακές λοιμώξεις αποτελούν μία από τις πιο σοβαρές και συχνά υποτιμημένες προκλήσεις για τα συστήματα υγείας, επηρεάζοντας την ασφάλεια των ασθενών, τη διάρκεια νοσηλείας και, σε πολλές περιπτώσεις, την ίδια τη ζωή τους. Παρά τις επιστημονικές εξελίξεις, η μετάδοση λοιμώξεων εντός των νοσοκομείων παραμένει ένα σύνθετο πρόβλημα που δεν λύνεται μόνο με πρωτόκολλα, αλλά απαιτεί αλλαγή πρακτικών, κουλτούρας και συνεργασίας.

Σε αυτό το πεδίο παρεμβαίνει το πρόγραμμα GRIPP-SNF, με στόχο τη μείωση των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων μέσα από μία διαφορετική προσέγγιση στην έρευνα και την εφαρμογή της. Το πρόγραμμα εστιάζει στη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων —ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, διοικήσεων, αλλά και ασθενών— αναγνωρίζοντας ότι η πρόληψη είναι συλλογική υπόθεση.

Η συνέντευξη που ακολουθεί φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο το GRIPP-SNF επιχειρεί να μετατρέψει την επιστημονική γνώση σε καθημερινή πρακτική, να ενισχύσει την ασφάλεια στα νοσοκομεία και να συμβάλει σε ένα πιο ανθεκτικό σύστημα υγείας. Ο κ. Θεοκλής Ζαούτης, Καθηγητής Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας στη Β’ Παιδιατρική Κλινική του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ομότιμος Καθηγητής Παιδιατρικής στο Perelman School of Medicine, University of Pennsylvania Division of Infectious Diseases, The Children’s Hospital of Philadelphia, Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων – CLEO, μιλά στο Newsbeast και παρουσιάζει πώς μέσα από συγκεκριμένες παρεμβάσεις, δεδομένα και εμπειρίες από το πεδίο, αναδεικνύεται πώς η έρευνα μπορεί να έχει άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο εκεί όπου χρειάζεται περισσότερο.

Πέντε χρόνια μετά την έναρξη του GRIPP-SNF, ποιος είναι ο συνολικός απολογισμός σας και τι κρατάτε ως τη μεγαλύτερη επιτυχία του προγράμματος;

Πέντε χρόνια μετά, το GRIPP-SNF απέδειξε στην πράξη πώς η μείωση των νοσοκομειακών λοιμώξεων –ή λοιμώξεων που σχετίζονται με τους χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας, όπως είναι πλέον γνωστές– και της μικροβιακής αντοχής είναι εφικτή, ακόμη και σε ένα πιεσμένο δημόσιο σύστημα υγείας. Πέρα από την εντυπωσιακή αύξηση των ποσοστών συμμόρφωσης με την υγιεινή των χεριών (από 20% έως και 50%) και μείωσης των μικροβιαιμιών (50%-80%) στα 10 δημόσια νοσοκομεία του προγράμματος, η μεγαλύτερη επιτυχία είναι η αλλαγή κουλτούρας των επαγγελματιών υγείας, οι οποίοι αγκάλιασαν το πρόγραμμα και το ενσωμάτωσαν στις ροές εργασίας τους.

Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική μείωση των σοβαρών νοσοκομειακών λοιμώξεων. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να αλλάξει η καθημερινή πρακτική μέσα στα δημόσια νοσοκομεία;

Η αλλαγή της καθημερινής πρακτικής δεν ήταν εύκολη, γιατί έγινε σε περιβάλλον υποστελέχωσης, κόπωσης προσωπικού και παράλληλης διαχείρισης της πανδημίας. Κατέστη όμως εφικτή, επειδή στηρίχθηκε σε συνεχή εκπαίδευση, ενδυνάμωση των Επιτροπών Λοιμώξεων, στενή και άρτια συνεργασία μαζί τους, σαφή πρωτόκολλα και διαρκή ανατροφοδότηση με δεδομένα, που έδειχναν στους επαγγελματίες ότι η προσπάθειά τους «μεταφράζεται» σε απτά αποτελέσματα –δηλαδή λιγότερες λοιμώξεις–, που βελτιώνουν τις προσφερόμενες υπηρεσίες στους ασθενείς αλλά διευκολύνουν και τη δική τους –ιδιαίτερα απαιτητική– καθημερινότητα.

Μιλάτε συχνά για τις νοσοκομειακές λοιμώξεις ως «σιωπηλή πανδημία». Τι σημαίνει αυτό στην πράξη για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους;

Ο όρος «σιωπηλή πανδημία» αποτυπώνει μία σκληρή πραγματικότητα για την Ελλάδα, η οποία όμως ελάχιστα έχει αναδειχθεί: ότι οι νοσοκομειακές λοιμώξεις και η μικροβιακή αντοχή σκοτώνουν χιλιάδες ανθρώπους κάθε χρόνο, παρατείνοντας νοσηλείες και επιβαρύνοντας τις οικογένειες, χωρίς όμως να γίνονται πρωτοσέλιδο. Για τον ασθενή και την οικογένειά του αυτό σημαίνει περισσότερες μέρες στο νοσοκομείο, περισσότερα αντιβιοτικά, περισσότερες επιπλοκές, οικονομική και ψυχολογική επιβάρυνση – δηλαδή ένα βάρος που συχνά αποδίδεται στην «τύχη» και όχι σε αποτρέψιμους κινδύνους φροντίδας.

Πόσο καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των νοσηλευτών επιτήρησης λοιμώξεων στην επιτυχία του GRIPP-SNF και τι θα συνέβαινε αν αυτός ο ρόλος δεν υπήρχε;

Οι νοσηλευτές επιτήρησης λοιμώξεων υπήρξαν απολύτως καθοριστικοί για την επιτυχία του προγράμματος, γιατί λειτούργησαν ως «γέφυρα» ανάμεσα σε δεδομένα, πρωτόκολλα και καθημερινή κλινική πράξη, υποστηρίζοντας ενεργά τις κλινικές σε πραγματικό χρόνο. Χωρίς αυτόν τον εξειδικευμένο ρόλο, η επιτήρηση θα έμενε αποσπασματική, οι παρεμβάσεις λιγότερο στοχευμένες, και η αλλαγή κουλτούρας πολύ πιο αργή και εύθραυστη. Η ενίσχυση των νοσοκομείων και των Επιτροπών Λοιμώξεων με έναν επιπλέον νοσηλευτή λοιμώξεων και η καλή συνεργασία με τα στελέχη τους (ΝΕΛ, πρόεδροι, αντιπρόεδροι) ήταν καταλυτική, πιστεύω.

Η συμμόρφωση στην υγιεινή των χεριών αυξήθηκε θεαματικά. Τι άλλαξε στην κουλτούρα των επαγγελματιών υγείας ώστε αυτό το αποτέλεσμα να είναι διατηρήσιμο;

Η θεαματική αύξηση της συμμόρφωσης στην υγιεινή των χεριών δεν προήλθε μόνο από εκπαίδευση, αλλά από μία συνολική αλλαγή κουλτούρας: από την «τυπική συμμόρφωση» περάσαμε στη συνειδητοποίηση ότι κάθε φορά που εφαρμόζουμε υγιεινή των χεριών, ένας ασθενής αντιμετωπίζει μικρότερο κίνδυνο λοίμωξης.

Η διατήρηση –και η σταδιακή βελτίωση– του αποτελέσματος καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος στηρίχθηκε στην ορατότητα των δεικτών, στη συστηματική ανατροφοδότηση, στην ενεργή συμμετοχή της ηγεσίας των κλινικών και των νοσοκομείων, και στο ότι η υγιεινή των χεριών έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της επαγγελματικής ταυτότητας των ομάδων υγείας. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι έχουμε ακόμα αρκετό χώρο για βελτίωση.

Θεοκλής Ζαούτης, Καθηγητής Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας στη Β’ Παιδιατρική Κλινική του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ομότιμος Καθηγητής Παιδιατρικής στο Perelman School of Medicine, University of Pennsylvania Division of Infectious Diseases, The Children’s Hospital of Philadelphia, Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων – CLEO

Το πρόγραμμα βασίστηκε σε συστηματική συλλογή και ανάλυση δεδομένων. Πόσο σημαντικό είναι για ένα σύγχρονο σύστημα υγείας να «μετρά» την ποιότητα και την ασφάλεια;

Σε ένα σύστημα υγείας χωρίς συστηματική μέτρηση ποιότητας και ασφάλειας, η βελτίωση βασίζεται στην εντύπωση και όχι στην πραγματικότητα. Το GRIPP-SNF έδειξε ότι η οργανωμένη συλλογή και ανάλυση δεδομένων, με ενιαία ηλεκτρονική πλατφόρμα και χρήση κοινών ορισμών και δεικτών, επιτρέπει να εντοπίζονται τα προβλήματα, να σχεδιάζονται και να αξιολογούνται οι παρεμβάσεις και να εκτιμάται η πορεία στον χρόνο ενός τμήματος.

Με την ολοκλήρωση της πιλοτικής φάσης και την παράδοση του προγράμματος στην Πολιτεία, ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι αλλά και οι μεγαλύτερες ευκαιρίες που βλέπετε;

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος μετά την ολοκλήρωση της πιλοτικής φάσης είναι η αποδυνάμωση των δομών και των ρόλων που δημιουργήθηκαν, αν δεν εξασφαλιστεί σταθερή θεσμική και χρηματοδοτική συνέχεια. Όπως ήδη αναφέραμε, η δέσμευση του προσωπικού αποτέλεσε βασικό παράγοντα επιτυχίας του προγράμματος. Αυτή, όμως, βασίστηκε εν πολλοίς στην εμπιστοσύνη που έδειξε το προσωπικό σε έναν ανεξάρτητο συντονιστή του προγράμματος, με επιστημονική επάρκεια, υψηλή τεχνογνωσία και σύγχρονα. Το στοίχημα είναι αυτή η εμπιστοσύνη να διατηρηθεί και να ενισχυθεί και στην επόμενη φάση. Οι μεγαλύτερες ευκαιρίες είναι η επέκταση του μοντέλου σε εθνικό επίπεδο, η ενσωμάτωση της επιτήρησης λοιμώξεων σε όλες τις δομές του ΕΣΥ και η χρήση των εργαλείων του GRIPP-SNF ως πρότυπο για άλλα πεδία ποιότητας και ασφάλειας.

Πιστεύετε ότι το μοντέλο του GRIPP-SNF μπορεί να αλλάξει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο το ΕΣΥ αντιμετωπίζει τη μικροβιακή αντοχή;

Το μοντέλο του GRIPP-SNF έχει όλα τα συστατικά για να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο το ΕΣΥ αντιμετωπίζει τη μικροβιακή αντοχή: συνδυάζει εκπαίδευση, επιτήρηση, κλινικές παρεμβάσεις και πολιτική δέσμευση. Αν διασφαλιστεί η επέκτασή του σε όλο το σύστημα υγείας και η στενή σύνδεση με τις πολιτικές ορθολογικής χρήσης αντιβιοτικών, το GRIPP-SNF μπορεί να αποτελέσει τον κορμό μιας μακροπρόθεσμης, εθνικής στρατηγικής έναντι της μικροβιακής αντοχής.

Επιπλέον, μέχρι σήμερα στη χώρα μας σκεφτόμαστε τη μικροβιακή αντοχή ως ένα πρόβλημα που η λύση του είναι ο περιορισμός της χρήσης των αντιβιοτικών. Σκεφτείτε, ωστόσο, ότι μία νοσοκομειακή λοίμωξη, η οποία συνήθως οφείλεται σε «νοσοκομειακά» παθογόνα με αυξημένες αντοχές, θα χρειαστεί προωθημένα αντιβιοτικά. Όμως, αν καταφέρουμε μέσω των καλών πρακτικών –σαν και αυτές που υιοθετήθηκαν μέσω του GRIPP-SNF– να τις αποφύγουμε, να τις αποτρέψουμε, τότε δεν θα χρειαστεί να δώσουμε προωθημένα αντιβιοτικά και άρα θα ελαττωθεί και η πίεση να αναπτύξουν επιπλέον αντοχές τα μικρόβια.

Ποιος είναι ο ρόλος της εκπαίδευσης των επαγγελματιών υγείας στη μάχη κατά των νοσοκομειακών λοιμώξεων και ποιο είναι το επόμενο βήμα σε αυτόν τον τομέα;

Η εκπαίδευση από μόνη της –όπως φαίνεται από την παγκόσμια βιβλιογραφία– δεν μπορεί να αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα. Όμως είναι αδιαμφισβήτητα ο πυρήνας της μάχης κατά των νοσοκομειακών λοιμώξεων, γιατί χωρίς κοινή γλώσσα, κοινά πρότυπα και δεξιότητες, κανένα πρωτόκολλο δεν εφαρμόζεται με συνέπεια. Το πρώτο βήμα ήταν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τη Νοσηλευτική Σχολή του ΕΚΠΑ, καθώς και τα μαθήματα που διοργάνωσαν οι επιτροπές νοσοκομειακών λοιμώξεων εντός των νοσοκομείων όλα αυτά τα χρόνια.

Το επόμενο βήμα είναι η θεσμοθέτηση συνεχούς, πιστοποιημένης εκπαίδευσης σε πρόληψη και έλεγχο λοιμώξεων για όλες τις ειδικότητες, η αξιοποίηση ψηφιακών πλατφορμών μάθησης και η σύνδεση της εκπαίδευσης με δείκτες κλινικής πρακτικής και αξιολόγησης δομών.

Αν έπρεπε να συνοψίσετε σε μία φράση το μήνυμα του GRIPP-SNF προς την κοινωνία, ποιο θα ήταν αυτό;

Αν έπρεπε να συνοψιστεί σε μία φράση, το μήνυμα του GRIPP-SNF προς την κοινωνία θα ήταν:

«Η ασφάλεια του ασθενούς δεν είναι πολυτέλεια αλλά δικαίωμα, και οι νοσοκομειακές λοιμώξεις δεν είναι αναπόφευκτο κακό – είναι κάτι που μπορούμε και οφείλουμε να προλαμβάνουμε