Στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση, η σχέση γλώσσας και κοινωνίας βρίσκεται στο επίκεντρο, ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα ισότητας, ορατότητας και αναπαράστασης των φύλων. Η θηλυκοποίηση των επαγγελματικών τίτλων και των θεσμικών ρόλων αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πεδία όπου η γλωσσική χρήση συναντά τις κοινωνικές αλλαγές, αλλά και τις αντιστάσεις που αυτές συχνά προκαλούν.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Ρέα Δελβερούδη, καθηγήτρια Γενικής Γλωσσολογίας-Ιστορίας γλωσσικών ιδεών στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, αναλύει στο Newsbeast με επιστημονική τεκμηρίωση αλλά και κοινωνική ευαισθησία τις πτυχές του ζητήματος. Μέσα από τις απαντήσεις της, φωτίζονται οι ιστορικές ρίζες της γλωσσικής αμηχανίας απέναντι στους θηλυκούς τύπους, οι κοινωνικές ιεραρχίες που αποτυπώνονται στη γλώσσα, ο ρόλος των θεσμών και των μέσων ενημέρωσης, αλλά και οι νέες προκλήσεις που θέτει η ανάγκη για μια πιο συμπεριληπτική γλωσσική πρακτική.

Ρέα Δελβερούδη - Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ
Η Ρέα Δελβερούδη, καθηγήτρια Γενικής Γλωσσολογίας-Ιστορίας γλωσσικών ιδεών στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ

-Ποιοι επαγγελματικοί τίτλοι στην ελληνική γλώσσα θεωρείτε ότι «αντιστέκονται» περισσότερο στη θηλυκοποίηση και γιατί;

Το θέμα της θηλυκοποίησης των επαγγελματικών ονομάτων ή των ονομάτων που δηλώνουν θεσμικούς ρόλους (π.χ. πρύτανης, πρόεδρος) είναι ένα σημαντικό ζήτημα, που καταδεικνύει τη σχέση μεταξύ γλώσσας, κοινωνικής ιεραρχίας και έμφυλων στερεότυπων. Το ερώτημα της ονομασίας των γυναικών που ασκούν επαγγέλματα ή αναλαμβάνουν θεσμικούς ρόλους ανέκυψε όταν οι γυναίκες άρχισαν να αναλαμβάνουν θέσεις και αξιώματα που παραδοσιακά κατείχαν άνδρες. Στην Ελλάδα εμφανίζεται ευρέως στη δημόσια σφαίρα το 1952, όταν εκλέγεται η πρώτη Ελληνίδα βουλεύτρια, η Ελένη Σκούρα. Με αφορμή αυτό το γεγονός, το 1953, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης δημοσίευσε στη «Νέα Εστία» το περίφημο άρθρο του «Η “βουλευτίνα” και ο σχηματισμός των θηλυκών επαγγελματικών ουσιαστικών». Εκεί φαίνεται η αμηχανία που είχε προκύψει για το πώς θα αποκαλείται η κυρία αυτή. Μας κάνει ίσως σήμερα εντύπωση, αλλά πολλές εφημερίδες χρησιμοποίησαν τότε τον όρο «βουλευτίνα». Κάποιες άλλες κράτησαν τον αρσενικό τύπο «βουλευτής» με θηλυκό άρθρο, ενώ κάποιες άλλες υιοθέτησαν το καθαρευουσιάνικο «βουλευτίς». Πράγματι, για την ελληνική γλώσσα, το θέμα της θηλυκοποίησης περιπλέκεται, καθώς η χρήση της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας είχε ως αποτέλεσμα οι τύποι της καθαρεύουσας να θεωρούνται πιο επίσημοι και συνεπώς πιο κατάλληλοι για σημαντικά αξιώματα ή επαγγέλματα «κύρους». Έτσι παρατηρούμε, ακόμα και σήμερα, τον αρσενικό τύπο της καθαρεύουσας να χρησιμοποιείται και για τα δύο γένη, με αλλαγή του άρθρου (ο/η κοσμήτωρ, ο/η ιατρός). Η ίδια λύση εφαρμόζεται και με αρσενικά ονόματα της δημοτικής (ο/η δικαστής, ο/η γιατρός, ο/η δικηγόρος). Σήμερα, 70 χρόνια μετά το άρθρο του Τριανταφυλλίδη και 50 χρόνια μετά την καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας, η αρχική αμηχανία δεν έχει πάψει και το θέμα της θηλυκοποίησης των επαγγελματικών τίτλων πυροδοτεί συχνά έντονες συζητήσεις.

Η ερώτησή σας λοιπόν είναι πολύ καίρια, μιας και το πρόβλημα δεν είναι γενικευμένο, αλλά φαίνεται να εντοπίζεται σε ορισμένους τύπους. Για παράδειγμα, ενώ λέμε χωρίς πρόβλημα νοσηλεύτρια, τραγουδίστρια, χορεύτρια, δασκάλα, δεν χρησιμοποιούμε τύπους όπως βουλευτίνα/βουλεύτρια, δικαστίνα, δημαρχίνα, πρυτάνισσα, προτιμώντας τη λύση που πρόσφερε η καθαρεύουσα, δηλαδή τους αρσενικούς τύπους σε συνδυασμό με το θηλυκό άρθρο: η βουλευτής, η δικαστής, η δήμαρχος, η πρύτανης. Σε αντίθεση με τα πρώτα παραδείγματα, σε αυτές τις περιπτώσεις, η θηλυκή μορφή αποφεύγεται γιατί θεωρείται ότι συνοδεύεται από μία συνδήλωση λαϊκότητας, ανεπίσημου ή και υποτιμητικού λόγου. Παλαιότερα, μάλιστα, κάποιοι θηλυκοί τύποι δήλωναν την ιδιότητα της συζύγου και όχι τη γυναίκα που ασκούσε το επάγγελμα ή κατείχε τον θεσμικό ρόλο (η γιατρίνα, η δημαρχίνα = η γυναίκα του γιατρού, η γυναίκα του δημάρχου). Θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι οι τίτλοι που αντιστέκονται περισσότερο είναι αυτοί που δηλώνουν επαγγέλματα υψηλού κύρους, που παραδοσιακά ασκούσαν άνδρες και, για τον λόγο αυτό, οι αρσενικοί τύποι καθιερώθηκαν, ρίζωσαν, θα λέγαμε, στο γλωσσικό μας υποσυνείδητο.

Όμως αυτό δεν είναι απόλυτο, καθώς μεταξύ των μη θηλυκοποιημένων μορφών έχουμε και λέξεις που παραπέμπουν σε επαγγέλματα που παραδοσιακά έχουν συνδεθεί με το γυναικείο φύλο, όπως για παράδειγμα, η νηπιαγωγός, η παιδαγωγός. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η γλωσσική συνήθεια και το γλωσσικό μας αίσθημα δεν μας αφήνουν να χρησιμοποιήσουμε θηλυκούς τύπους που -θεωρητικά μόνο- είναι διαθέσιμοι, όπως νηπιαγωγίνα ή παιδαγωγίνα (βλ. για παράδειγμα το αρκετά αποδεκτό «προσκοπίνα»). Γενικότερα, τα ονόματα σε -ος (γιατρός, φιλόλογος, μηχανικός) αντιστέκονται έντονα στη θηλυκοποίηση. Θα συμπεραίναμε, λοιπόν, ότι η γλώσσα (όχι ως σύστημα, αφού οι θηλυκοί τύποι είναι διαθέσιμοι, αλλά ως εφαρμογή, αφού εμείς δεν τους επιλέγουμε) εξελίσσεται πιο αργά από την κοινωνία.

Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη περίπτωση, αυτή των διοικητικών εγγράφων, που μας δείχνει το ακριβώς αντίθετο. Εδώ, παρόλο που ο θηλυκός τύπος είναι όχι μόνο διαθέσιμος, αλλά και σε ευρεία χρήση, δεν χρησιμοποιείται. Για παράδειγμα, ενώ ο τύπος «φοιτήτρια» είναι πάγκοινος, οι φοιτητικές ταυτότητες όλων των φοιτητριών γράφουν «προπτυχιακός φοιτητής». Επίσης, στις πανεπιστημιακές βαθμίδες, ενώ λέμε ότι η τάδε είναι επίκουρη καθηγήτρια ή αναπληρώτρια καθηγήτρια ή πρωτοβάθμια καθηγήτρια, στη νομοθεσία οι θέσεις των πανεπιστημιακών καταγράφονται μόνο στο αρσενικό γένος, με αποτέλεσμα το παράδοξο στα πρακτικά εκλογής μελών ΔΕΠ να αναγράφεται: «Η κυρία τάδε εκλέχθηκε στη θέση του επίκουρου καθηγητή» και όχι «της επίκουρης καθηγήτριας». Αυτό συμβαίνει γιατί στα ελληνικά -όπως και σε άλλες γλώσσες (π.χ. τα γαλλικά)- έχουμε συνηθίσει το αρσενικό να λειτουργεί ως «ουδέτερο». Αυτή όμως η γλωσσική σύμβαση κάνει τις γυναίκες αόρατες.

Επομένως, η αντίσταση στη θηλυκοποίηση δεν σχετίζεται τόσο με τις δυνατότητες που μας παρέχει η γλώσσα, όσο με τις κοινωνικές ιεραρχίες που είναι εγγεγραμμένες στη χρήση της. Η συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι γλωσσική, αλλά πολιτισμική και κοινωνική.

-Πόσο σημαντικό είναι η θηλυκοποίηση να υποστηρίζεται θεσμικά (όπως στη Γαλλία) και ποιες θα μπορούσαν να είναι αντίστοιχες πρακτικές για την ελληνική πραγματικότητα;

Η θεσμική υποστήριξη της θηλυκοποίησης είναι καθοριστική, γιατί μεταφέρει το ζήτημα από το επίπεδο της προσωπικής επιλογής στο επίπεδο της νόρμας, δηλαδή της γλωσσικής κανονικότητας. Η γλώσσα δεν αποτυπώνει μόνο τις έμφυλες διακρίσεις, συχνά τις διαμορφώνει και οι θεσμοί οφείλουν να τις αποτρέπουν. Σε αυτόν τον τομέα, σίγουρα η Γαλλία που αναφέρατε προηγείται, αλλά οφείλουμε να πούμε ότι και εκεί τα πράγματα δεν ήταν πάντα εύκολα. Υπήρξαν ισχυρές αντιδράσεις. Η χώρα που από πολύ νωρίς έκανε δραστικές αλλαγές στον τομέα αυτό ήταν ο Καναδάς. Στη βιβλιοθήκη μου έχω ένα βιβλίο σύνταξης της γαλλικής του 1996 που εκδόθηκε στον Καναδά και στο εξώφυλλό του, δίπλα στο όνομα της συγγραφέα, γράφει στο θηλυκό γένος: professeure (με -e στο τέλος) de linguistique. Αυτό για τη Γαλλία εκείνης της εποχής ήταν αδιανόητο. Σκεφτείτε ότι οι Γαλλίδες καθηγήτριες πανεπιστημίου προσφωνούνταν: Μadame le Professeur (δηλαδή με το αρσενικό γένος). Όχι μόνο δεν υπήρχε το -e στο τέλος, αλλά ούτε καν το θηλυκό άρθρο. Σήμερα, όμως, η χρήση των θηλυκών τύπων είναι γενικευμένη και κανονικότατη, επομένως οι γλωσσικές συνήθειες διαμορφώνονται και μεταβάλλονται. Η γλώσσα δεν είναι κάτι στατικό και αμετακίνητο. Οι ομιλητές και οι ομιλήτριες με τον καιρό συνηθίζουν και αυτό που θεωρούσαν στην αρχή ως «λάθος» ή «απόκλιση» από τη νόρμα, τελικά κανονικοποιείται. Αυτό μας έχει δείξει το παράδειγμα της Γαλλίας.

Λέξη, γυναίκα, λεξικό

Όσον αφορά το ζήτημα των πρακτικών που θα πρέπει να υιοθετηθούν, η πολιτεία θα πρέπει να είναι ευαίσθητη και να συνδράμει στην εξάλειψη της γλωσσικής αποτύπωσης των έμφυλων διακρίσεων. Αυτό μπορεί να το κάνει με πολλούς τρόπους. Για παράδειγμα, να συστήνει στις κρατικές υπηρεσίες να εφαρμόζουν τις οδηγίες για τη χρήση θηλυκών επαγγελματικών τίτλων που κατά καιρούς συντάσσουν γλωσσολόγοι (βλ. για παράδειγμα τον πολύ πρόσφατο οδηγό που εξέδωσε η Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας). Να μεριμνά ώστε οι θηλυκοί τύποι να εμφανίζονται στα δημόσια έγγραφα και τη νομοθεσία (βλ. παραπάνω το παράδειγμα με τις φοιτητικές ταυτότητες και τις βαθμίδες των καθηγητών/καθηγητριών). Επίσης, θα πρέπει να υπάρχει σχετική μέριμνα στα σχολικά εγχειρίδια και τα σχολικά έγγραφα, ώστε το γυναικείο φύλο να μην είναι αόρατο.

-Υπάρχουν ενδείξεις ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών επηρεάζει τον τρόπο που οι Έλληνες και οι Ελληνίδες αντιλαμβάνονται ή υιοθετούν θηλυκοποιημένες μορφές;

Δεν έχω υπόψη μου έρευνες σχετικές με αυτό το πολύ ενδιαφέρον ερώτημα. Το βέβαιο είναι ότι η εκμάθηση γλωσσών είναι ένα παράθυρο προς άλλους πολιτισμούς και μας επιτρέπει να δούμε τη δική μας γλώσσα με άλλο μάτι. Θα τολμούσα να απαντήσω ότι εξαρτάται από τη γλώσσα, αν και χρειάζονται έρευνες για να το αποδείξουν. Για παράδειγμα, γλώσσες όπως η τουρκική, που δεν κάνουν διάκριση γένους, δεν αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα. Για τους ομιλητές της τουρκικής, μάλιστα, όταν μαθαίνουν γαλλικά, θεωρείται αδιανόητη η χρήση του αρσενικού ως «ουδέτερου». Γνωρίζουμε, επίσης, ότι η αγγλική γλώσσα που επίσης δεν έχει γένη, στο πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας τείνει να διαφοροποιεί λέξεις σεξιστικές και να τις αντικαθιστά με ουδέτερες, π.χ. «chairperson» αντί για «chairman». Όμως, αυτές είναι αλλαγές λεξιλογικές, μικρότερης κλίμακας από αυτές που απασχολούν γλώσσες όπως οι λατινογενείς και η δική μας, που κάνουν διάκριση γένους. Για τη γαλλική πραγματικότητα, την οποία γνωρίζω καλύτερα, μπορώ να υποθέσω ότι όσοι και όσες μαθαίνουν γαλλικά, μπορούν να αντιληφθούν ότι το «πρόβλημα» δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά υπάρχει και στη γαλλική γλώσσα και να σκεφτούν ότι μπορούμε και στην Ελλάδα να δώσουμε λύσεις αντίστοιχες με αυτές που δόθηκαν για τη γαλλική. Η στάση της Γαλλικής Ακαδημίας, η οποία -έστω και έπειτα από αρκετό καιρό- αποδέχτηκε τους θηλυκοποιημένους όρους, μπορεί να βοηθήσει να καμφθούν οι αντιστάσεις που υπάρχουν στη χώρα μας. Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι οι αλλαγές αυτού του τύπου δεν αποτελούν γλωσσική φθορά ή αλλοίωση ούτε είναι μόδα, αλλά κοινωνική αναγκαιότητα και διεθνής πρακτική.

-Γιατί πιστεύετε ότι στην Ελλάδα η δημόσια συζήτηση γύρω από τη θηλυκοποίηση συνοδεύεται συχνά από χλευασμό ή ειρωνεία;

Πρόσφατα ζήσαμε έναν έντονο δημόσιο διάλογο για το αν είναι δόκιμος ο όρος «γυναικοκτονία». Η αντίδραση που ξεσήκωσε αυτός ο όρος, που απλά αποτυπώνει μια αποτρόπαια συνθήκη που βιώνουν τόσες γυναίκες ακόμα και στις μέρες μας, εξαιτίας και μόνο του φύλου τους, είναι ενδεικτική της πατριαρχικής αντίληψης που διέπει την κοινωνία μας ή τουλάχιστον ένα μέρος της. Τηρουμένων των αναλογιών, η ίδια πατριαρχική αντίληψη βρίσκεται πίσω από αυτές τις εκδηλώσεις χλευασμού ή ειρωνείας, όταν γίνεται λόγος ή εφαρμόζεται η θηλυκοποίηση. Συχνά, όμως, η πατριαρχική αντίληψη είναι καλυμμένη κάτω από τον μανδύα του επιχειρήματος της «καθαρής και σωστής» γλώσσας. Τα πράγματα δηλαδή περιπλέκονται, διότι η πατριαρχική αντίληψη εμπλέκεται με μια στάση «θεοποίησης» της γλώσσας. Η γλώσσα σε αυτή την περίπτωση αντιμετωπίζεται σαν κάτι ιερό, που δεν πρέπει να αλλάζει, κάτι που απαγορεύεται να ακουμπάμε. Άρα, οι όροι για τα επαγγέλματα και τα αξιώματα πρέπει να παραμένουν όπως ακριβώς τους παραλάβαμε. Όμως η γλώσσα ποτέ και πουθενά δεν υπήρξε στατική οντότητα, πάντα μεταβάλλεται, ακολουθώντας τις ανάγκες των ομιλητών και των ομιλητριών της. Αυτό που πράγματι αμφισβητούν οι πολέμιοι της θηλυκοποίησης δεν είναι κάποιες καταλήξεις. Ο πραγματικός στόχος είναι να ακυρωθεί το αίτημα για ορατότητα των γυναικών στον δημόσιο χώρο. Ο χλευασμός και η ειρωνεία της θηλυκοποίησης είναι ένας μηχανισμός άμυνας, τα τελευταία όπλα αντίστασης μιας παράδοσης που δυσκολεύεται να αποδεχτεί τη νέα κοινωνική πραγματικότητα και τη γλωσσική αλλαγή που επιβάλλεται από αυτή.

Με απλά λόγια, η ειρωνεία γύρω από τη θηλυκοποίηση δεν αφορά τη γλώσσα, αλλά την ενόχληση που προκαλεί η παρουσία των γυναικών σε ρόλους κύρους. Ο χλευασμός έχει στόχο να παρουσιάσει ένα αίτημα ισότητας ως γελοίο ή υπερβολικό, μεταφέροντας τη συζήτηση από το κοινωνικό στο γλωσσικό επίπεδο. Το θέμα, δηλαδή, περιορίζεται στο αν μια λέξη «ακούγεται» όμορφα, ξεχνώντας όλα τα άλλα. Δεν είναι θέμα «γούστου», αλλά δημοκρατίας και ισότητας. Είναι βέβαιο ότι πολλές λέξεις που σήμερα προκαλούν αντιδράσεις και ειρωνεία αύριο θα είναι ο αυτονόητος κανόνας, όπως έγινε με το -e, στο «professeure» στο καναδικό πανεπιστημιακό σύγγραμμα.

-Θεωρείτε ότι η στάση των ελληνικών ΜΜΕ βοηθά ή εμποδίζει την καθιέρωση θηλυκών μορφών;

Σίγουρα εκτός από την πολιτεία και ο δικός σας τομέας, της δημοσιογραφίας, είναι καθοριστικός, καθώς οι δημοσιογράφοι επηρεάζουν το γλωσσικό αίσθημα των ομιλητών. Τα ΜΜΕ δεν είναι απλά καθρέφτες της γλωσσικής πραγματικότητας, αλλά και ισχυροί μηχανισμοί γλωσσικής διαμόρφωσης και κανονικοποίησης. Δεδομένου ότι έχουν τη δυνατότητα να μπαίνουν σε όλα τα σπίτια, μπορούν και να εκπαιδεύσουν το αυτί του κοινού. Η αίσθησή μου, ως ακροάτριας και τηλεθεάτριας, είναι ότι στην παρούσα φάση τα ΜΜΕ μάλλον εμποδίζουν την καθιέρωση θηλυκών μορφών. Ωστόσο, υπάρχουν και Μέσα, κυρίως ψηφιακά, που εφαρμόζουν τη συμπεριληπτική γλώσσα δείχνοντας ότι θηλυκοί τύποι, όπως «η βουλεύτρια» ή «η πρέσβειρα», μπορούν να απαντούν σε σοβαρό ενημερωτικό λόγο, βοηθώντας στη μεγαλύτερη ορατότητα των γυναικών. Αν οι δημοσιογράφοι υιοθετούσαν με συνέπεια τη συμπεριληπτική γλώσσα, ο χλευασμός θα εξέλειπε πολύ γρήγορα, γιατί η επανάληψη στη δημόσια σφαίρα είναι αυτή που τελικά μετατρέπει το «ξένο» σε «οικείο».

-Πώς μπορούμε να μιλήσουμε για θηλυκοποίηση χωρίς να αποκλείσουμε άτομα που προτιμούν ουδέτερες μορφές ή δεν ταυτίζονται με τον παραδοσιακό δυαδικό διαχωρισμό φύλου;

Η θηλυκοποίηση είναι ένα μόνο μέρος μιας γενικότερης συμπεριληπτικής γλωσσικής πολιτικής, που διεκδικεί τόσο τη γυναικεία ορατότητα όσο και αυτή των μη δυαδικών ταυτοτήτων. Όταν θηλυκοποιούμε έναν τίτλο, δεν περιγράφουμε απλώς ένα βιολογικό σώμα, αλλά αναγνωρίζουμε μια κοινωνική ταυτότητα. Αν η κοινωνία αναγνωρίζει πλέον ότι οι γυναίκες ή τα μη δυαδικά άτομα καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης, η γλώσσα οφείλει να ακολουθήσει.

Πλήθος, κόσμος, άνθρωποι

Τα άτομα πρέπει να έχουν την ελευθερία να αυτοπροσδιορίζονται και να αποκαλούνται με τον τρόπο που επιθυμούν. Στην ελληνική γλώσσα, που είναι κατεξοχήν έμφυλη, αυτό αποτελεί μια πρόκληση, αλλά υπάρχουν συγκεκριμένες πρακτικές που χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο, ώστε να μην θίγονται οι ταυτότητες των ατόμων. Έτσι, μπορούμε να αποφεύγουμε επαγγελματικούς τίτλους που προσδιορίζουν το φύλο, προτιμώντας λέξεις που αναφέρονται στο σύνολο. Για παράδειγμα, αντί για: «οι δικηγόροι» ή «οι δικηγορίνες», μπορούμε να επιλέξουμε «ο δικηγορικός κλάδος». Τελευταία παρατηρείται μια τάση, ειδικά στις νεότερες γενιές και στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, για χρήση του ουδέτερου γένους (το άτομο, το παιδί) ή της κατάληξης -ο (π.χ. το καλλιτέχνο, το γραμματέο, το φοιτητό). Αυτοί οι αδόκιμοι τύποι σίγουρα σοκάρουν τη δική μου γενιά, αλλά ο χρόνος θα δείξει αν θα διατηρηθούν και αν θα επεκταθούν σε ευρύτερο κύκλο ατόμων. Το βέβαιο όμως είναι ότι η γλώσσα, όπως έλεγε και ο Αδαμάντιος Κοραής το μακρινό 1804, είναι κτήμα όλων μας. Θα πρέπει λοιπόν να μας χωράει όλους, όλες και όλα.