Η στεγαστική πίεση δεν οφείλεται μόνο στην ιδιωτική αγορά. Ένας λιγότερο ορατός, αλλά κρίσιμος παράγοντας είναι ότι πολλοί δήμοι δεν έχουν ολοκληρωμένη και αξιόπιστη εικόνα της ακίνητης περιουσίας τους, δηλαδή των κτιρίων, οικοπέδων και λοιπών ακινήτων που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να ενισχύσουν το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα.
Στην πράξη, σημαντικό μέρος της δημοτικής περιουσίας παραμένει «αχαρτογράφητο» ή καταγεγραμμένο αποσπασματικά, με θολό ιδιοκτησιακό καθεστώς και ασαφή στοιχεία για τη χρήση και την κατάσταση των ακινήτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ακίνητα να συντηρούνται χωρίς σαφή εικόνα του σκοπού τους, ενώ άλλα μένουν κλειστά ή αναξιοποίητα απλώς επειδή δεν υπάρχει κεντρική αποτύπωση.
Όπως επισημαίνει η BluPeak Estate Analytics, το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι τα δεδομένα είναι συχνά διασκορπισμένα σε διαφορετικές υπηρεσίες. Τεχνικές υπηρεσίες, οικονομικές διευθύνσεις και νομικά τμήματα τηρούν ξεχωριστά αρχεία, τα οποία δεν «μιλούν» μεταξύ τους και δεν συγκροτούν μία ενιαία βάση. Έτσι, η συνολική εικόνα χάνεται μέσα σε παράλληλες λίστες και ελλιπείς φακέλους.
Κι όμως, πάνω σε αυτή την αποσπασματική γνώση οι δήμοι καλούνται να καταρτίσουν προϋπολογισμούς, να κάνουν προβλέψεις εσόδων, να εγγράψουν δαπάνες και να σχεδιάσουν επενδύσεις. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, είναι ότι ο οικονομικός σχεδιασμός συχνά στηρίζεται περισσότερο σε τυπικές διαδικασίες και λιγότερο σε πραγματικά δεδομένα και αξιολογήσεις.
Η απουσία συστηματικής καταγραφής έχει άμεσο κόστος. Πιθανές εισπράξεις από μισθώσεις ή αξιοποίηση δεν αποτυπώνονται ποτέ, ενώ δαπάνες συντήρησης καταγράφονται χωρίς ιεράρχηση και χωρίς συνολική αποτίμηση του τι αξίζει να διατηρηθεί, να επισκευαστεί ή να αξιοποιηθεί. Την ίδια ώρα, πολλοί δήμοι δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν βασικές λειτουργίες ή κοινωνικές πολιτικές, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν δημόσιο πλούτο που δεν «φαίνεται» στο σύνολό του.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο προϋπολογισμός κινδυνεύει να λειτουργεί ως λογιστική υποχρέωση και όχι ως εργαλείο διοίκησης, καθώς δεν συνδέεται με την πραγματική περιουσιακή βάση του κάθε δήμου.

Η αφετηρία για αλλαγή είναι μία ενιαία, λειτουργική καταγραφή της ακίνητης περιουσίας, όχι μια απλή απογραφή για το αρχείο, αλλά ένα σύστημα που συγκεντρώνει τεχνικά, νομικά και οικονομικά στοιχεία σε μία κοινή εικόνα. Για κάθε ακίνητο χρειάζεται καθαρή πληροφορία για χρήση, κατάσταση, ιδιοκτησιακό καθεστώς, κόστος συντήρησης και δυνατότητες αξιοποίησης.
Το επόμενο βήμα είναι η σύνδεση αυτής της πληροφορίας με τον προϋπολογισμό, ώστε οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών να γίνονται ρεαλιστικά και να στηρίζουν τεκμηριωμένες αποφάσεις για παρεμβάσεις και επενδύσεις.
Τέλος, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες προσπάθειες δεν προχωρούν εύκολα χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, κοινά πρότυπα και χρηματοδότηση. Η ψηφιοποίηση της δημοτικής περιουσίας αντιμετωπίζεται ως επένδυση, επειδή μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερο σχεδιασμό, εξοικονόμηση πόρων και ουσιαστικότερη αξιοποίηση.
Με αυτά τα δεδομένα, όπως καταλήγει η BluPeak Estate Analytics, η συζήτηση για τους δημοτικούς προϋπολογισμούς δύσκολα μπορεί πλέον να γίνεται χωρίς να μπαίνει στο κάδρο και η ακίνητη περιουσία.