Η εκτόξευση του κόστους παραγωγής και οι συνεχιζόμενες δυσλειτουργίες στις αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετώπισαν οι ελληνικές επιχειρήσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας την περίοδο μετά την πανδημία. Αυτό προκύπτει από νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ, η οποία αποτυπώνει με συγκριτικά στοιχεία τη θέση των ελληνικών επιχειρήσεων σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές.
Η έρευνα εξετάζει την περίοδο 2021–2023 και βασίζεται σε δεδομένα της Eurostat, καλύπτοντας 24 ευρωπαϊκές χώρες. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι ίδιες εξωτερικές κρίσεις που επηρέασαν το σύνολο της Ευρώπης – η ενεργειακή κρίση, οι επιπτώσεις της πανδημίας, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι κανονιστικές πιέσεις – μεταφράστηκαν σε εντονότερη και πιο εκτεταμένη πίεση για την ελληνική επιχειρηματική δραστηριότητα.
Συγκεκριμένα, το 68% των ελληνικών επιχειρήσεων δηλώνει ότι επηρεάστηκε από την αύξηση του κόστους των πρώτων υλών λόγω ενέργειας, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 62%. Παράλληλα, το 64% αναφέρει αυξημένο κόστος σε πρώτες ύλες, ενδιάμεσα και τελικά αγαθά που δεν συνδέονται άμεσα με την ενέργεια ή τις μεταφορές, έναντι 55% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ιδιαίτερα έντονα εμφανίζονται και τα προβλήματα στον εφοδιασμό και στα logistics. Πάνω από τις μισές ελληνικές επιχειρήσεις (57%) αντιμετώπισαν προβλήματα χωρητικότητας, καθυστερήσεις ή αυξημένο κόστος μεταφοράς, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στον ευρωπαϊκό μέσο όρο διαμορφώνεται στο 47%. Αντίστοιχα, το 55% δήλωσε ελλείψεις σε πρώτες ύλες, ενδιάμεσα και τελικά προϊόντα, έναντι 49% στην ΕΕ.
Οι περιορισμοί και οι επιπτώσεις που συνδέονται με την πανδημία συνέχισαν να επηρεάζουν σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων και μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης

Την ίδια στιγμή, οι περιορισμοί και οι επιπτώσεις που συνδέονται με την πανδημία του COVID-19 συνέχισαν να επηρεάζουν σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων και μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης. Στην Ελλάδα, το 58% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι επηρεάστηκε από σχετικούς περιορισμούς, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (56%).
Σε ό,τι αφορά τους πολιτικούς και ρυθμιστικούς παράγοντες, οι κυρώσεις προς τη Ρωσία επηρέασαν το 36% των ελληνικών επιχειρήσεων, έναντι 28% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι παράγοντες δεν συγκαταλέγονται στα κυρίαρχα εμπόδια, καθώς κατατάσσονται χαμηλότερα σε σειρά σημασίας. Μεγαλύτερο αποτύπωμα φαίνεται να έχουν οι περιβαλλοντικές πολιτικές, οι οποίες επηρέασαν το 46% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, έναντι 38% σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Συνολικά, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες οι ελληνικές επιχειρήσεις δηλώνουν υψηλότερα επίπεδα επιβάρυνσης σε σύγκριση με τη μέση ευρωπαϊκή επιχείρηση, γεγονός που αναδεικνύει διαρθρωτικές αδυναμίες αλλά και αυξημένη ευαισθησία της ελληνικής οικονομίας σε εξωγενείς κρίσεις.
Η μελέτη φέρει την υπογραφή του προέδρου του ΚΕΦΙΜ, Νίκου Ρώμπαπα και του επικεφαλής ερευνών, Κωνσταντίνου Σαραβάκου. Σε σχετική δήλωση, ο Νίκος Ρώμπαπας επισημαίνει ότι «ο βασικός πονοκέφαλος για τις ελληνικές επιχειρήσεις την περίοδο 2021–2023 ήταν η απότομη αύξηση του κόστους εισροών και η δυσλειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για πολιτικές που ενισχύουν την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και βελτιώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον σε συνθήκες αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.