Ένα από τα τελευταία και πιο ώριμα έργα του Άρθουρ Μίλερ, ο «Τελευταίος Γιάνκης» (1993), ανεβαίνει στη σκηνή με αφορμή τις διαχρονικές θεματικές του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα: την κοινωνική απομόνωση, την ηθική παρακμή, και τη σύγκρουση του ατόμου με ένα σύστημα που δεν επιτρέπει σε κανέναν να υπάρξει ελεύθερα.
Μέσα από τις παράλληλες ιστορίες δύο ζευγαριών, ο Μίλερ ξετυλίγει την αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου και μαζί του καπιταλιστικού μοντέλου ζωής σε ένα μεσοαστικό περιβάλλον, όπου η επιτυχία μετριέται με χρήμα, και κάθε ηθική ή πνευματική αξία υποτιμάται δραματικά. Με καυστικό, σχεδόν μαύρο χιούμορ -όχι τόσο συνηθισμένο στη δραματουργία του- και μια αφοπλιστική λιτότητα, καρπός της μακράς εμπειρίας του στη ζωή και στο θέατρο, ο Άρθουρ Μίλερ καταθέτει ένα έργο που μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.
Με αφορμή την παράσταση που ανεβαίνει αυτή την περίοδο στο θέατρο Μικρό Γκλόρια, η σκηνοθέτιδα Αγγελική Καρυστινού μιλάει στο Newsbeast.

– Τι σας οδήγησε στην επιλογή του «Τελευταίου Γιάνκη», ενός από τα πιο ώριμα και λιγότερο ανεβασμένα έργα του Άρθουρ Μίλερ;
Το έργο αυτό το είχα δει πριν πολλά χρόνια από το Θέατρο Εξαρχείων. Ήμουν τότε φοιτήτρια στο πρώτο έτος της σχολής και κάτι μου έκανε μέσα μου. Ήταν μια παρηγοριά θα έλεγα, πως δεν ήμουν μόνη. Πάντα το σκεφτόμουν και το είχα πει και στον Πέρη Μιχαηλίδη. Οπότε, όταν δόθηκε η ευκαιρία, αποφασίσαμε να το κάνουμε. Είναι ένα ιδιαίτερο έργο, πολύ μεστό και πυκνό, με χιούμορ, που μιλάει για την κατάθλιψη, προσεγγίζοντάς την μέσα από μια κοινωνικοπολιτική οπτική, δηλαδή πώς το σύστημα επηρεάζει την ψυχολογία μας και μας οδηγεί τελικά στην κατάθλιψη. Και εδώ βλέπουμε ανθρώπους από διαφορετικές οικονομικές τάξεις, με εντελώς διαφορετικές συνθήκες ζωής, να υποφέρουν εξίσου, σαν να λέει δηλαδή ο Μίλερ ότι κανείς και τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτή τη μέγγενη όσο δεν αλλάζει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.
– Πώς προσεγγίσατε σκηνοθετικά αυτή την «κωμωδία για μία τραγωδία» και πού εστιάσατε για να αναδειχθεί η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και τη σκοτεινή θεματική;
Χτίσαμε την παράσταση γύρω από ένα τραπέζι πινγκ-πονγκ, σαν μια παρτίδα όπου δεν υπάρχουν νικητές, μόνο πλευρές που συγκρούονται μέχρι τελικής πτώσεως, της δικής τους πτώσεως βασικά. Στο θέατρο νομίζω σημασία έχει η μεγάλη εικόνα και να μην εγκλωβίζεσαι στα στενά όρια μιας μόνο περίπτωσης. Οπότε ψάξαμε μέσα από τα πρόσωπα να βρούμε αναλογίες με τη δική μας εποχή. Βάλαμε, ας πούμε, τον κύριο Φρικ, που είναι ένας πολυάσχολος και φαινομενικά χωρίς συναισθήματα επιχειρηματίας, να υποφέρει τελικά κι αυτός από ένα κινητό που συνεχώς χτυπάει και τον αποσπά από κάθε προσπάθεια του να προσεγγίσει τη σύζυγό του. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνεις, νομίζω, να εξισορροπήσεις το δράμα του κάθε ήρωα, μπολιάζοντάς το με ένα σχόλιο για το πώς ζούμε, γεγονός που δημιουργεί χιούμορ. Αυτό κάνει στην ουσία ο Μίλερ, οπότε ακολουθώντας αυτό το πολύ καλογραμμένο κείμενο μπορείς εύκολα να βρεις αυτή την ισορροπία.

– Οι χαρακτήρες του έργου κινούνται σε ένα ασφυκτικό κοινωνικό και ψυχολογικό πλαίσιο. Πώς δουλέψατε με τους ηθοποιούς ώστε να αποδοθεί αυτή η εσωτερική πίεση στη σκηνή;
Έδωσα συγκεκριμένες συνθήκες στους ηθοποιούς -τον Πέρη Μιχαηλίδη, τη Ναταλία Στυλιανού, τον Βαγγέλη Ψωμά και τη Μένη Κωνσταντινίδου- προσπαθώντας, μέσα από μια υποκριτική λιτότητα, την οποία δραματουργικά έχει και το κείμενο, να μην δηλώνουν συναισθήματα αλλά να κινούνται σε συγκρουσιακούς άξονες, που παράγουν συναισθήματα στους θεατές. Εκείνοι, με την εμπειρία τους και τη δική τους έρευνα, έδωσαν τη φωνή σε αυτά τα πρόσωπα, που το καθένα από τη δική του πλευρά βρίσκεται τελικά εγκλωβισμένο σε αυτόν τον ιστό που περιγράφει ο Μίλερ.
– Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνοθεσία ενός τόσο πολιτικού αλλά και βαθιά προσωπικού έργου;
Το να μην στρατεύεσαι, να μην καταλήγεις σε χαρακτηρισμούς και να αφήνεις τις πράξεις των προσώπων να μιλούν από μόνες τους, δίνοντας χώρο στον θεατή να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Το να θεωρείς, ας πούμε, έναν ήρωα μοναχικό, μελαγχολικό, καλό, κακό ή οτιδήποτε άλλο δημιουργεί αυτόματα μια περιορισμένη οπτική, κατά τη γνώμη μου, που ειδικά σε περιπτώσεις σαν αυτή την κατάθλιψη εδώ- μπορεί να γίνουν μη επικοινωνιακές. Το θέμα είναι να σταθείς με καθαρά μάτια απέναντι σε αυτούς τους ήρωες, για να μπορέσουν τελικά να ακουμπήσουν στο κοινό όχι ως ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις, αλλά ως κοινωνικές καταστάσεις.

– Πώς συνομιλεί, κατά τη γνώμη σας, ο «Τελευταίος Γιάνκης» με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα;
Συνομιλεί γενικώς με το σήμερα, όχι μόνο με την ελληνική πραγματικότητα. Πολύ περισσότερο ίσως και από το 1993 που γράφτηκε, μιας και, όπως δείχνουν οι έρευνες, τα ποσοστά της κατάθλιψης έχουν αυξηθεί κατά 400%. Αυτό προφανώς δείχνει πως κάτι συμβαίνει στην κοινωνία που επηρεάζει τόσο αρνητικά την ψυχολογία μας, και αυτό το «κάτι» το δείχνει ο Μίλερ σε όποιον θέλει να το ακούσει.
– Τι θα θέλατε να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση, πέρα από την πλοκή και τους χαρακτήρες;
Θα ήθελα ιδανικά να σκεφτούμε πώς θα μπορούσε να αλλάξει αυτό το πλαίσιο, προκειμένου να περιορίσουμε το σκοτάδι. Γιατί δεν πιστεύω ότι μπορούμε να το εξαλείψουμε. Ο Μίλερ δεν δίνει απάντηση, απλώς υπογραμμίζει ποιο είναι το αδιέξοδο. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς με τον τρόπο μας στην παράσταση, μιας και όντως δεν έχουμε καμία λύση. Αν είχαμε, μάλλον δεν θα κάναμε παραστάσεις. Οι παραστάσεις δεν λύνουν θέματα· γίνονται αφορμή ενός διαλόγου, ακόμα και εσωτερικού.

Λίγα λόγια για την υπόθεση
Ο Λιρόι, ο «τελευταίος Γιάνκης», απόγονος του ιστορικού Χάμιλτον, εργάζεται ως ξυλουργός. Αρνείται να προδώσει τις ηθικές του αξίες και εκπροσωπεί με τη σιωπηλή του αξιοπρέπεια μια εποχή που χάνεται. Η σύζυγός του, Πατρίσια, βυθίζεται στην κατάθλιψη, όχι μόνο λόγω της οικονομικής δυσχέρειας, αλλά επειδή βλέπει τα όνειρά της να καταρρέουν. Νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική, όπου γνωρίζει την Κάρεν -μια γυναίκα σαφώς πλουσιότερη, που παρ’ όλα αυτά νοσεί εξίσου βαθιά, βυθισμένη στα χάπια και την απόγνωση ενός κόσμου που ορίζει τα πάντα με γνώμονα το χρήμα.
Ο σύζυγος της Κάρεν, ο κύριος Φρικ, επιτυχημένος και ευκατάστατος, αδυνατεί να κατανοήσει τη συναισθηματική κατάρρευση της γυναίκας του. Μέσα από τις συναντήσεις των δύο ζευγαριών, ο Μίλερ υφαίνει ένα πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη, τη μοναξιά και την ψευδαίσθηση της επιτυχίας.

Ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση: Θωμάς Βούλγαρης
Σκηνοθεσία: Αγγελική Καρυστινού
Μουσική: Αρχοντούλα Μαρούση
Φωτογραφίες – Κατασκευή Αφίσας: Δώρα Πανταζοπούλου
Παίζουν: Πέρης Μιχαηλίδης, Ναταλία Στυλιανού, Μένη Κωνσταντινίδου, Βαγγέλης Ψωμάς

Παραστάσεις: Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:00
Διάρκεια: 70’
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Μικρό Γκλόρια: Ιπποκράτους 7, 10679 Αθήνα