Η συνάντηση που είχε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, με τον Σύρο υπουργό Εξωτερικών, Ασάντ αλ Σιμπάνι, στο περιθώριο της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, δεν πέρασε απαρατήρητη. Και αυτό διότι οι Αμερικανοί υποστήριζαν τις κουρδικές δυνάμεις στον αγώνα τους κατά των τζιχαντιστών της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος από το 2014.

Ωστόσο, μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ στα τέλη του 2024 και την άνοδο στην εξουσία του ισλαμιστή Άχμεντ αλ Σάρα, υποστήριξαν τον νέο πρόεδρο στην αποφασιστικότητά του να επιβάλλει την εξουσία του σε όλη τη χώρα. Στα τέλη Ιανουαρίου, η Δαμασκός και οι Κούρδοι αξιωματούχοι ανακοίνωσαν ότι κατέληξαν σε συμφωνία, έπειτα από μήνες αδιεξόδου και συγκρούσεων, η οποία προβλέπει την ενσωμάτωση στο συριακό κράτος των δυνάμεων και της διοίκησης της αυτόνομης κουρδικής περιοχής, την οποία εγκαθίδρυσαν οι Κούρδοι στη βορειοανατολική Συρία κατά τη διάρκεια του πολέμου από το 2011 μέχρι το 2024. Ο Άμπντι χαρακτήρισε θετική τη συνάντηση και δήλωσε ότι συζήτησαν για «τη διαδικασία ενσωμάτωσης και για την ιδιαιτερότητα του κουρδικού λαού». Η συνάντηση συνέπεσε με τον διορισμό από τη Δαμασκό ενός Κούρδου κυβερνήτη στην επαρχία Χασάκα, προπύργιο των Κούρδων στα βορειοανατολικά.

Όταν το 1990, ο Σαντάμ Χουσεΐν εισέβαλε στο Κουβέιτ, οι Κούρδοι άδραξαν την ευκαιρία επιχειρώντας να κάνουν το όνειρό τους πραγματικότητα για ένα ενιαίο Κουρδιστάν που τους είχε δοθεί μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με τη Συνθήκη των Σεβρών του 1920, χωρίς όμως να υλοποιηθεί ποτέ. Λίγο πριν από τη λήξη του πολέμου του Κόλπου, οι Κούρδοι εξεγέρθηκαν και οι συμμαχικές δυνάμεις ανακοίνωσαν μια ζώνη ασφαλείας εντός της οποίας ξένες δυνάμεις δεν θα μπορούσαν να εισέλθουν. Δηλαδή ένα de facto κουρδικό κράτος που δεν ήταν διεθνώς αναγνωρισμένο αλλά κατάφερε να έχει πολλά από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός ανεξάρτητου κράτους.

Οι Κούρδοι της Συρίας αρχικά τότε προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα κρατίδιο που το ονόμασαν Ροζάβα. Η Συρία από την άλλη ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα θρησκευτικά και φυλετικά πολυσυλλεκτικό κράτος που αποτελείται στην πλειοψηφία της από Σουνίτες μουσουλμάνους – κατά το 70% περίπου – αλλά περιλαμβάνει και ισχυρές μειονότητες από άλλα δόγματα πίστης. Η φατρία των Άσαντ από την οποία προερχόταν και ο πρόεδρος Μπασάρ αλ-Άσαντ ήταν αλεβιτική και ο πληθυσμός της ανερχόταν περίπου στο 12% του πληθυσμού της χώρας. Η οικογένεια του Άσαντ κυβέρνησε τη χώρα από τότε που ο πατέρας του Μπασάρ, ο Χαφέζ αλ Άσαντ ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία το 1970. Το 1982 ο Χαφέζ συνέτριψε μία σουνιτική εξέγερση της μουσουλμανικής αδελφότητας στη Χάμα σκοτώνοντας ίσως και 30.000 ανθρώπους μέσα σε μερικές μέρες. Η μουσουλμανική αδελφότητα ούτε τον συγχώρεσε ποτέ ούτε το ξέχασε και όταν ξεκίνησε η γενικευμένη λαϊκή εξέγερση του 2011 της δόθηκε ευκαιρία για εκδίκηση. Μετά την πτώση του Άσαντ το 2024 και ως και τις αρχές του 2026, οι υπό κουρδική διοίκηση Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) ήλεγχαν περίπου το 25% της Συρίας. Όμως, μέσα σε περίπου δύο εβδομάδες, το διάστημα από τις 6 έως και τις 18 Ιανουαρίου, οι Κούρδοι της βόρειας Συρίας έχασαν περίπου το 80% των εδαφών που ήλεγχαν. Περιοχές όπως η Σέιχ Μασούντ, η Ασραφίγια, η Ράκα, η Τάμπκα και η Ντέιρ Εζόρ βρέθηκαν «ξαφνικά» να περνούν υπό τον έλεγχο των υποστηριζόμενων από την Τουρκία, κυβερνητικών δυνάμεων της Δαμασκού.

Για να φτάσουμε στη συμφωνία που υπεγράφη στις 27 Ιανουαρίου μεταξύ Δαμασκού και SDF, όπου οι κυβερνητικές δυνάμεις της Δαμασκού παίρνουν πια τον έλεγχο των ενεργειακών κοιτασμάτων, των κέντρων κράτησης, των συνοριακών περασμάτων, αλλά και των διοικητικών θεσμών στα βορειοανατολικά. Με βάση όσα έχουν ανακοινωθεί, οι Κούρδοι θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεν, αλλά πλέον μέσα σε αυτούς τους νέους θεσμούς και υπό τη διοικητική ομπρέλα της Δαμασκού. Ο Σύρος μεταβατικός πρόεδρος Άχμεντ αλ Σάρα υπέγραψε εν τω μεταξύ ένα διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζει ως «εθνική γλώσσα» την κουρδική και ως «εθνική αργία» τη γιορτή της κουρδικής πρωτοχρονιάς. Το γεγονός ήταν καλοδεχούμενο από την κουρδική πλευρά, η οποία φαίνεται ότι μπορεί να διατηρήσει και κάποιες δικές της κουρδικές ταξιαρχίες στα βορειοανατολικά και στο Κομπάνι. Ο Αμπού Μοχάμεντ Τζολάνι, ηγέτης της ισλαμικής συριακής οργάνωσης Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), που κάποτε ήταν επικηρυγμένος από τις ΗΠΑ έναντι ποσού 10 εκατ. δολαρίων, κατηγορούμενος για τρομοκρατία, έγινε δεκτός τον περασμένο Νοέμβριο στο Λευκό Οίκο. Η επίσκεψη, η πρώτη Σύρου προέδρου στην Ουάσιγκτον από την ανεξαρτησία της χώρας, επισφράγισε την πορεία αποκατάστασης της Συρίας στη διεθνή σκηνή έπειτα από δεκαετίες απομόνωσης.

Η Δαμασκός πλέον, όπως φάνηκε και στο Μόναχο αλλά και από τις δηλώσεις του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ, έχει πια καταστεί διπλωματικά και στρατιωτικά ισχυρότερη λόγω της διεθνούς στήριξης που λαμβάνει.