Μετά το χριστουγεννιάτικο «Ο Έρωτας Γράφεται…», η Iconic Films κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες τη δεύτερη ταινία, το «Φίλοι για πάντα», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μουσούλη. Μια σύγχρονη ελληνική κωμωδία για τη φιλία και τις επιλογές που κάνουμε όταν προσπαθούμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους γύρω μας, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι τα πράγματα μπορεί να ξεφύγουν.

Το «Φίλοι για πάντα» είναι και μία ταινία που σου φέρνει μια γλυκιά νοσταλγία κι αίσθηση του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, που δεν εκβιάζει το γέλιο του θεατή, αλλά το αφήνει να βγει αβίαστα μέσα από τις σπονδυλωτές ιστορίες της και τις περιπέτειες των ηρώων.

Η ταινία αυτές τις ημέρες προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες, έχοντας κερδίσει το ενδιαφέρον του κοινού που δείχνει να έχει ανάγκη από μία κωμωδία. Πριν από την πρεμιέρα, συναντηθήκαμε με τους πέντε εκ των πρωταγωνιστών –Θανάση Αλευρά, Ντορέττα Παπαδημητρίου, Ζήση Ρούμπο, Ματίνα Νικολάου και Ιωάννη Απέργη– και τον σκηνοθέτη, Κωνσταντίνο Μουσούλη, και είχαμε μια ευχάριστη κουβέντα με πολύ γέλιο. Και αν θα έπρεπε να βγάλω ένα συμπέρασμα μετά τη συνάντησή μας, είναι πως οι παρέες γράφουν ιστορία και, όταν είναι καλές, όπως στην προκειμένη περίπτωση των «Φίλων για πάντα», δημιουργούν μία ταινία που θα σε κάνει να περάσεις καλά. Γιατί στην τελική, με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας, τα περισσότερα στενάχωρα και τρομακτικά, αυτό δεν θέλουμε; Να γελάσουμε λιγάκι.

Όταν συναντηθήκαμε με την κινηματογραφική παρέα, η ταινία δεν είχε βγει ακόμη στις αίθουσες, οπότε η πρώτη ερώτηση ήταν αν είχαν αγωνία και αν τους αρέσει να βλέπουν τον εαυτό τους στην οθόνη.

Φίλοι για Πάντα

– Σας αρέσει να βλέπετε τον εαυτό σας στην οθόνη;

Ντ. Παπ.: Όχι, αλλά μας αρέσει να βλέπουμε τους άλλους.

Ζ. Ρ.: Εμένα δεν μου αρέσει καθόλου. Κριντζάρω.

Ντ. Παπ: Νομίζω, το έχουμε οι περισσότεροι.

Θαν. Αλ.: Εμένα δεν μου αρέσει να με βλέπω, όχι για το πώς παίζω, αλλά γιατί έχω άλλη εικόνα, τρισδιάστατη για τον εαυτό μου, από αυτό που είναι πραγματικά και όταν με βλέπω δεν μου αρέσουν κάποια πράγματα.

Ματ. Νικ.: Έτσι σε βλέπουμε όμως. (γέλια)

Ζ. Ρ.: Εγώ δεν το έχω αυτό, γιατί ξέρω ότι είμαι όμορφος. Για τις υποκριτικές μου ικανότητες δεν είμαι σίγουρος. (γέλια)

Ντ. Παπ.: Εμείς είμαστε σίγουροι για τις υποκριτικές μας ικανότητες. (γέλια)

Ιωαν. Απ. Εγώ είμαι από τους συνειδητοποιημένους, ξέρω ότι έχω διπλοσάγονο και αυτό βγαίνει στην τηλεόραση. Και πραγματικά θέλω να δω πολλές φορές πώς το σώζει ο σκηνοθέτης.

Ντ. Παπ.: Δεν σώζεται το προγούλι, αγάπη μου.

– Οπότε φίλοι για πάντα. Κάποιοι είστε και στην πραγματικότητα φίλοι.

Ντ. Παπ: Ναι, κάποιοι βέβαια, δεν γνωριζόμασταν. Τον Ιωάννη δεν τον ήξερα.

Θαν. Αλ. Κάποιοι γνωριστήκαμε μέσα στα χρόνια, εκτός από τη Ματίνα που είμαστε μαζί από τα γεννοφάσκια.

Ματ. Νικ.: Από τη Σχολή, έχουμε παίξει πάρα πολύ μαζί.

Ζ. Ρ. Κι εγώ έχω παίξει με τα παιδιά, περισσότερο ή λιγότερο, εκτός από τη Ματίνα. Αλλά ναι, δημιουργήθηκε ένα πολύ όμορφο παρεάκι στην ταινία.

Ντ. Παπ.: Παρόλο που δεν είχαμε πολλές σκηνές όλοι μαζί, γιατί η ταινία αποτελείται από σπονδυλωτές ιστορίες. Όλοι μαζί κάναμε τα γυρίσματα του γάμου, σε όλα τα υπόλοιπα δεν βρεθήκαμε καθόλου.

Ζ. Ρ.: Το παρεάκι στήθηκε στα backstage.

Φίλοι για Πάντα

– Το «Φίλοι για πάντα» είναι μία κωμωδία. Η αλήθεια είναι πως ειδικά στον ελληνικό κινηματογράφο έχουμε ανάγκη από κωμωδίες.

Θαν. Αλ.: Εμένα αυτό που μου αρέσει στην παρέα αυτή, αλλά και στην ταινία, είναι πως από την αρχή που διάβασα το σενάριο του Κωνσταντίνου αυτό που χάρηκα πολύ είναι πως πρόκειται για μία ιστορία χωρίς καμία υστερία, για να βγάλει το αστείο, ούτε κυνηγάει την ατάκα, ούτε τίποτα από όλα αυτά. Είναι μία κωμωδία καταστάσεων και αυτή την κωμωδία αγαπώ και μέσα από ένα δράμα, ας πούμε, επιλέγεις να δεις την κωμική πλευρά του πράγματος. Εμένα όλο αυτό με ξεκουράζει και ως θεατή, να μη βλέπω δηλαδή υστερία και να είναι έτσι κατασκευασμένο, σώνει και ντε για να γελάσεις. Έτσι, το πήγε και ο Κωνσταντίνος μέχρι τέλους και το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ, γιατί δεν ένιωσα ποτέ ότι θα πρέπει να κάνω κάτι κωμικό.

– Υποθέτω πως και για τους ηθοποιούς, δεν πρέπει να είναι και το καλύτερο, όταν προσπαθούν και από εσάς να «εκβιάσουν» το γέλιο.

Ντ. Παπ. Μας το έλεγε ο Κωνσταντίνος και στο γύρισμα. Εγώ που είμαι πολύ της μούτας, μου έλεγε «λίγο λιγότερο».

Ζ. Ρ. Νομίζω, Ντορέττα, στη μούτα σε «έφαγα». Αλλά πέρα από την πλάκα, είμαι πολύ ευγνώμων γιατί εκτός από πολύ ευγενικός άνθρωπος, ο Κωνσταντίνος είναι κι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης. Δουλεύει άρτια με τους ηθοποιούς. Οπότε, έχει πάντα τον σωστό τρόπο να έρθει και να σου πει ή να σου δώσει ακριβώς εκείνο το ψήγμα της συμβουλής ή την ατάκα για να σε επαναφέρει. Ειδικά, εμένα που είμαι πολύ της μούτας και της σχολής του Τζιμ Κάρεϊ. Κι επειδή είμαστε και πολύ θεατρικοί οι περισσότεροι, όπου τα πράγματα είναι διαφορετικά, πιο μεγάλα, με μάζευε με πολύ ωραίο τρόπο. Το εκτίμησα πολύ αυτό. Και το σενάριο, όπως είπε και ο Θανάσης, το οποίο όταν το διάβασα, ένιωσα για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια ότι διάβαζα μια ελληνική ταινία που μου ξύπνησε μια νοσταλγία και συγκίνηση, όπως οι παλιές καλές ταινίες, του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Μια οικογενειακή, όμορφη, αγνή κωμωδία.

Ιωαν. Απ. Και επειδή είναι και άλλης σχολής ο Κωνσταντίνος, όταν ερχόταν να σου κάνει παρατήρηση, δεν τον άκουγε όλο το συνεργείο, μέχρι και ο ενδυματολόγος μέσα, όπως συνήθως γίνεται, αλλά σου έλεγε σιγά αυτό που ήθελε, όμορφα και ωραία. Σε ετοιμάζει πριν από τη σκηνή, σου λέει: «Πριν πω το πάμε, προσπάθησε να είσαι πέντε λεπτά μέσα, μην μου κάνεις χορευτικά». Αλλά εντάξει, ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία.

Φίλοι για Πάντα

– Αυτό, Κωνσταντίνε, που περιγράφει ο Ιωάννης το έμαθες έξω στη Σχολή στην Αμερική ή είναι αυτός ο χαρακτήρας σου;

Κ. Μ. Συνδυασμός των δύο, θα έλεγα. Δηλαδή είναι και στοιχεία του χαρακτήρα μου, που έχω πάρει και από τους δύο γονείς μου, αλλά και η νοοτροπία που επικρατεί έξω και είναι λίγο κάπως αντίθετη. Εκεί, δηλαδή, δεν χρειάζεται να φωνάξεις. Να ξέρεις τι λες και να εμπλουτίσεις τις γνώσεις σου όσο πιο πολύ γίνεται, σε γενικές γραμμές. Και να κατανοείς πάρα πολύ και τη θέση του άλλου. Είτε είναι ο ηθοποιός, είτε είναι ο τεχνικός, ο οποιοσδήποτε.

– Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη μήκους ταινία που κάνεις. Έχεις άγχος;

Κ. Μ. Κοίταξε, έχω κάνει 18 μικρού μήκους ταινίες και πάρα πολλές σκηνές αυτόνομες. Η έγνοια μου είναι οι συνεργάτες. Από τη στιγμή που οι συνεργάτες «κλείδωσαν» και είναι όλοι φανταστικοί μπροστά και πίσω από τις κάμερες, βγήκε αβίαστα όλο αυτό. Είχα μία έγνοια για το πώς θα είναι αυτό. Αλλά δέσαμε όλοι από την πρώτη μέρα. Και δέσαμε όλοι και με το συνεργείο από την πρώτη μέρα και τελειώσαμε και πιο νωρίς από ό,τι θα τελειώναμε. Οπότε, πήγαν όλα φανταστικά.

– Η κωμωδία είναι κάτι που σου αρέσει ως είδος;

Κ. Μ. Ναι, μου αρέσει πολύ. Μου αρέσουν και άλλα είδη, αλλά θα ξανακάνω κωμωδία. Για μένα είναι το πιο δύσκολο, και το πιο ανιδιοτελές, χωρίς βραβεία.

– Αλήθεια, γιατί μια κωμωδία δεν βραβεύεται; Γιατί βλέπουμε σπάνια μια κωμωδία να παίρνει το Όσκαρ «καλύτερης ταινίας», για παράδειγμα; Νομίζω ότι είναι πιο δύσκολο να κάνεις τον άλλο να γελάσει πραγματικά παρά να κλάψει. Ειδικά στην εποχή μας.

Ζ. Ρ. Παλιότερα προσπαθούσα να είμαι πιο ευγενικός και πιο ισαποστάκιας, αλλά ναι κι εγώ νομίζω ότι είναι πιο δύσκολο. Οπότε όταν ένα έργο, μια ταινία, μια σειρά ή ένα θεατρικό καταφέρνει να σε κάνει να γελάσεις, νομίζω ότι αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό δώρο. Πολύ σημαντικό.

Φίλοι για Πάντα

– Βλέπετε, όμως, πως και οι κωμικοί ηθοποιοί δεν βραβεύονται τόσο εύκολα.

Ντ. Παπ. Οι κωμικοί, συνήθως, βραβεύονται όταν παίζουν επιτέλους έναν δραματικό ρόλο. Πολύ συχνά μένουν στην ταμπέλα ότι ένας κωμικός ηθοποιός μόνο αυτό μπορεί να κάνει. Αλλά όταν τελικά κάποιος σου δίνει την ευκαιρία να δείξεις τι μπορείς να κάνει στο δράμα, που πολύ συχνά είναι καταπληκτικοί στο δράμα οι κωμικοί ηθοποιοί, εκεί βραβεύονται.

Ζ. Ρ. Πόσο δίκιο έχεις. Και πόση μεγάλη λαχτάρα έχω να παίξω ένα δράμα. Το εννοώ. Εγώ θα συμπληρώσω πάντως αυτό, ότι οι κωμικοί ηθοποιοί βραβεύονται συνέχεια, ειδικά όταν έρχεται ο κόσμος και σου λέει: «ξέρεις τι, περνάω δύσκολα και με έκανες να γελάσω». Αυτό είναι το βραβείο.

Κ. Μ. Ναι, γι’ αυτό θεωρώ ότι η κωμωδία προσφέρει ένα δώρο στον θεατή: το γέλιο. Και είναι πιο ανιδιοτελές ως είδος. Και περνάμε κι εμείς καλά, αν έχεις καλούς συνεργάτες. Να συμπληρώσω γι’ αυτό που είπε και η Ντορέττα πριν, από την εμπειρία μέχρι τώρα και από αυτά που έχουμε δει από ηθοποιούς γενικά, ένας κωμικός ηθοποιός μπορεί να παίξει πολύ καλά σε ένα δράμα, ένας δραματικός ηθοποιός δύσκολα θα παίξει καλά σε μία κωμωδία.

– Ο ρόλος τώρα του καθενός στην ταινία ποιος είναι;

Θαν. Αλ. Εγώ είμαι ο κολλητός της Χρύσας (Μιχαλοπούλου), της Αλίκης, ο οποίος είναι ένας αντίθετος χαρακτήρας. Λίγο πιο τετράγωνος, που θέλει την ησυχία του, δεν θέλει πολλές εκπλήξεις, ενώ εκείνη βράζει από ζωή. Έχει κάνει και χαμό εκεί με το αγόρι της, ο οποίος έχει βεντέτα με την οικογένειά της στην Κρήτη και ζητάει από εμένα να παραστήσω τον αρραβωνιαστικό της και στο τέλος γλιτώνω αυτήν και μπλέκω εγώ. Κατάλαβες τι γίνεται έτσι, όπως γίνεται πάντα με τους κολλητούς.

Ματ. Ν. Εγώ είμαι η Αντωνία, η φίλη της Νάντιας, της Ντορέττας, η οποία έχει βάλει στο μάτι ένα ωραίο παιδί, τον Αγαμέμνονα, ο οποίος είναι γυμναστής και πάμε να τον βρούμε στο γυμναστήριο και με βάζει σε μια διαδικασία να κάνω κάτι που δεν μου αρέσει καθόλου -έτσι και αλλιώς και στη ζωή και στην ταινία- γυμναστική. Οπότε, ναι, δεν καταλήγει ωραία όλο αυτό, αλλά δεν θα πω τι γίνεται.

Ντ. Παπ. Εγώ είμαι η Νάντια, είμαι η κουμπάρα. Μαζί με τον Ζήση είμαστε οι κουμπάροι του ζευγαριού που παντρεύεται και η ιστορία μας με τη Ματίνα είναι ότι πηγαίνουμε στο γυμναστήριο να κάνουμε ποδήλατο. Πολλή ώρα. Πάρα πολλή ώρα στο γύρισμα. Δεν θα πω τι έπαθαν οι ρόλοι, αλλά εμείς όμως για 42 μέρες δεν περπατούσαμε, ακριβώς. Χάρηκα πολύ που συνεργάστηκα με τη Ματίνα, ήθελα πάρα πολύ να κάνουμε κάτι μαζί. Είχαμε δουλέψει στο θέατρο, αλλά όχι σε κάποια ταινία ή σειρά και πιστεύω ότι ήταν μια ωραία σκηνή.

Ματ. Ν. Η Ντορέττα όταν διάβασε το σενάριο, με πήρε τηλέφωνο και μου λέει: «Νομίζω ότι πρέπει να το κάνεις εσύ».

Ντ. Παπ. Η Ματίνα είναι τόσο Αντωνία.

Ματ. Ν. Η Ντορέτα ουσιαστικά με σύστησε στον Κωνσταντίνο κι έτσι έγινε. Οπότε, οι φίλοι υπάρχουν γύρω μας πολύ έντονα, τουλάχιστον σε εμένα και η ταινία είναι μια απόδειξη ότι οι φιλίες οι σωστές και οι σημαντικές είναι για πάντα.

Φίλοι για Πάντα

– Εσύ, Ιωάννη, τι κάνεις;

Ιωαν. Απ. Εγώ κάνω τον κολλητό εδώ του τρελού, του Ζήση, ο οποίος ανεβαίνει πάνω στα βουνά γιατί θέλει να ζωγραφίζει κι έπρεπε να ανεβώ όλο τον Όλυμπο για να του πάω μια τέμπερα κι εκεί ξεκινάει όλη η περιπέτεια. Ο Μίμης, ο Ζήσης δηλαδή, θα δείξει τη φιλία του με τον καλύτερο τρόπο. Ο Κωνσταντίνος με προσέγγισε για τον ρόλο αυτό μέσω Instagram και το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω τον Σταύρο τηλέφωνο και του λέω «τον έχουμε κοινό φίλο στο Instagram, για πες μου, γιατί βλέπω έχει κάνει διάφορα». Μου λέει «δεν το χάνεις με τίποτα, είναι εκπληκτικός».

Κ. Μ. Δεν ήξερα ότι γνωρίζονταν και ότι υπήρχε ήδη μία χημεία και ταίριαξαν φανταστικά, όπως και με τη Ματίνα και με την Ντορέττα. Η χημεία είναι δώρο για εμένα. Και από το πρώτο διάβασμά τους λέω «εντάξει εδώ είμαστε».

– Αν δεν υπάρχει χημεία στο καστ, τι κάνει ο σκηνοθέτης;

Ντ. Παπ. Προσεύχεται.

Κ. Μ. Πάει να τη δημιουργήσει.

Θαν. Αλ. Η πρώτη φορά που συναντηθήκαμε με τη Χρύσα ήταν σε ένα bowling center για να παίξουμε και πολύ γρήγορα να φτιάξουμε κοινή ανάμνηση παρέας. Δηλαδή το έκανε πολύ ύπουλα, διαβάσαμε τη σκηνή ενώ παίζαμε και αμέσως «έσπασε» ο πάγος.

Ντ. Παπ. Κοίταξε, εμείς οι ηθοποιοί ξέρουμε πολύ καλά ότι το να αποκτήσεις μια χημεία γρήγορα με τους ανθρώπους που θέλεις να παίξεις, θα είναι καλό για το αποτέλεσμα της δουλειάς σου, δηλαδή εξυπηρετεί. Οπότε, νομίζω ότι είμαστε λίγο εκπαιδευμένοι στο να «σπάμε» πολύ γρήγορα κώδικες επικοινωνίας, να τα βρίσκουμε λίγο μεταξύ μας, γιατί μας εξυπηρετεί στη δουλειά μας. Όταν αυτό κατακτάται εύκολα, αυτό είναι δώρο θεού. Καμιά φορά μπορεί αυτό να μην προκύπτει, οπότε εδώ θα πρέπει ή να το υποδυθείς -που έχει έναν βαθμό δυσκολίας- ή να επενδύσεις και σε αυτό το κομμάτι. Στη δική μας περίπτωση, κάθισε κάπως το πράγμα και ακόμα και με ανθρώπους που δεν γνωριζόμασταν, δημιουργήθηκε πολύ γρήγορα ένα φιλικό κλίμα. Γιατί για να καταφέρεις να υποδυθείς ανθρώπους που είναι φίλοι σε όλη τους τη ζωή, χρειάζεται να έχεις έναν βαθμό οικειότητας, που όσο και να υποδυθείς για να το περάσεις αυτό στον θεατή και να τον πείσεις ότι εμείς όντως γνωριζόμαστε όλοι από παιδιά, έχει μια δυσκολία. Αλλά ήμασταν πολύ τυχεροί σε αυτό και νομίζω ότι παίζει σίγουρα ρόλο.

Θαν. Αλ. Από την πρώτη κιόλας φωτογραφία που βγάλαμε όλοι μαζί σε μία ταβέρνα, που άνετα θα την έβλεπες στο ψυγείο σου από μία Πρωτομαγιά, για παράδειγμα.

Κ. Μ. Και κάτι άλλο. Βασικός παράγοντας για κάθε επιλογή ηθοποιού και συνεργάτη πίσω από τις κάμερες ήταν να είναι καλός άνθρωπος. Ήταν συνειδητά η κάθε επιλογή. Κοιτούσαμε τη δουλειά του, πού βρίσκεται, αν είχαμε συνεργαστεί. Και η δεύτερη ερώτηση που κάναμε με τον παραγωγό ήταν «σαν άνθρωπος;».

Φίλοι για Πάντα

– Οπότε καλός ηθοποιός και καλός άνθρωπος.

Θ. Αλ. Μπροστά σου έχεις όλη την αφρόκρεμα της καλοσύνης. (γέλια)

Ντ. Παπ. Εγώ το εκτιμώ αυτό πολύ. Και το υπολογίζω πολύ.

Ζ. Ρ. Για εμένα είναι ο μόνος παράγοντας πλέον για να κάνω συνεργασίες. Με ενδιαφέρει, πια, η καλοσύνη της ψυχής του άλλου. Γιατί όλα τα άλλα με δουλειά κατακτούνται, αυτό δεν το κατακτάς εύκολα.

Η ταινία

Ένας γάμος βγαίνει εκτός ελέγχου πριν καν ξεκινήσει, μια καλοπροαίρετη χάρη οδηγεί σε ένα ταξίδι στην Κρήτη γεμάτο παρεξηγήσεις και οικογενειακές εντάσεις, και μερικές «αθώες» εξυπηρετήσεις μπλέκουν ανθρώπους και σχέσεις, δημιουργώντας μια αλυσίδα απρόβλεπτων, ξεκαρδιστικών και συγκινητικών καταστάσεων. Καθώς οι ιστορίες ξετυλίγονται, το «Φίλοι για πάντα» θέτει ερωτήματα που όλοι έχουμε αντιμετωπίσει, επιτρέποντας στον θεατή να αναγνωρίσει τον εαυτό του και τη δική του παρέα μέσα από χαρακτήρες και καταστάσεις που μοιάζουν πολύ γνώριμες.

Συντελεστές:
Μια ταινία του Κωνσταντίνου Μουσούλη
Πρωταγωνιστούν: Θανάσης Τσαλταμπάσης, Αγοραστή Αρβανίτη, Ντορέττα Παπαδημητρίου, Θανάσης Αλευράς, Ζήσης Ρούμπος, Ματίνα Νικολάου, Γιάννης Απέργης, Χρύσα Μιχαλοπούλου, Τάκης Παπαματθαίου και Λούις Μάντιλορ
Μουσική: Γεώργιος Σουμελίδης
Διευθυντές Φωτογραφίας: Steven Priovolos & Μάριος Τσιπόπουλος
Σενάριο & Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μουσούλης