Μία διαδεδομένη αντίληψη που συναντά κανείς στη γερμανική κοινή γνώμη για την Ιταλία ή τουλάχιστον σε εκείνο το τμήμα της που ενημερώνεται αποσπασματικά για τα ευρωπαϊκά ζητήματα- είναι ότι η χώρα της dolce vita επιβιώνει χάρη στις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός «χαλαρού» μεσογειακού Νότου, αναφέρει η DW.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Ιταλία δεν αποτελεί μόνο ιδρυτικό μέλος της άλλοτε ΕΟΚ, αλλά παραμένει και μία από τις σημαντικές βιομηχανικές δυνάμεις της ηπείρου, με έντονη εξαγωγική δραστηριότητα. Πρόκειται για την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης και, εδώ και χρόνια, έναν «καθαρό συνεισφορέα» στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με απλά λόγια, η χώρα καταβάλλει περισσότερα στα ευρωπαϊκά ταμεία από όσα λαμβάνει σε μορφή επιδοτήσεων. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου της Γερμανικής Οικονομίας (IW), η Ιταλία κατατάσσεται ως ο τρίτος μεγαλύτερος χρηματοδότης μετά τη Γερμανία και τη Γαλλία, γεγονός που σημαίνει ότι «βάζει το χέρι στην τσέπη» πιο βαθιά από χώρες όπως η Ολλανδία ή η Σουηδία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κύπρος αναμένεται να μετατραπεί σε συνεισφορέα στο επόμενο Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034, ενώ η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα της Δυτικής Ευρώπης που εισπράττει δυσανάλογα περισσότερα σε σχέση με τη συνεισφορά της.

«Μερτσόνι», το νέο ισχυρό δίδυμο

Ακόμη και μόνο το οικονομικό βάρος της Ιταλίας -παρά τις γνωστές δυσκολίες με το υψηλό δημόσιο χρέος- αρκεί για να στηρίξει τις φιλοδοξίες της να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην «Ευρώπη των 27», ειδικά μετά την αποχώρηση της Βρετανίας και τη σχετική αστάθεια που αντιμετωπίζει η Γαλλία.

Σημαντικό πλεονέκτημα για τη Ρώμη είναι και η πολιτική σταθερότητα. Η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι δείχνει να εξελίσσεται σε μία από τις μακροβιότερες της μεταπολεμικής περιόδου, την ώρα που ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται στους τελευταίους μήνες της θητείας του υπό έντονη πίεση, με το γαλλικό Κοινοβούλιο να δυσκολεύεται ακόμη και να εγκρίνει προϋπολογισμό.

Ορισμένοι αναλυτές μάλιστα μιλούν πλέον για «Μερτσόνι», αναφερόμενοι στο νέο ισχυρό ευρωπαϊκό δίδυμο που σχηματίζεται μετά τη συνάντηση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς με την Ιταλίδα πρωθυπουργό στη Ρώμη.

Κατά τη διάρκεια αυτής της επαφής, οι δύο ηγέτες δεν περιορίστηκαν σε τυπικές δηλώσεις, αλλά υπογράμμισαν τη σύμπλευσή τους σε μια σειρά πολιτικών κατευθύνσεων, στις οποίες η Γαλλία εμφανίζεται αντίθετη. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αναθεώρηση ευρωπαϊκών κανόνων προς όφελος των επιχειρήσεων, αλλά και η επικύρωση της εμπορικής συμφωνίας Mercosur με τη Λατινική Αμερική.

Παράλληλα, παραμένει ανοιχτή η διαφωνία Παρισιού και Βερολίνου για το ζήτημα του «ευρω-ομολόγου», δηλαδή μιας μορφής κοινής ανάληψης χρέους που θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις αυξημένες αμυντικές ανάγκες της Ευρώπης.

Η απάντηση του Μακρόν

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα σε Βερολίνο, Παρίσι και Ρώμη; Πρόσφατη ανταπόκριση του γερμανικού δικτύου ARD από τις Βρυξέλλες κάνει λόγο για μία «περίπλοκη τριγωνική σχέση», ενώ είναι σαφές πως ο Μακρόν δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη.

Πρώτον, εκκρεμεί και δική του συνάντηση με τη Μελόνι, στην οποία ο Γάλλος πρόεδρος σκοπεύει επίσης να προωθήσει κοινές ευρωπαϊκές ιδέες, όπως ο ίδιος τόνισε σε πρόσφατη συνέντευξή του σε μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες.

Δεύτερον, το ευρω-ομόλογο όχι μόνο δεν θεωρείται πλέον χαμένη υπόθεση, αλλά αποκτά ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές. Πολλοί εκτιμούν ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να επιτευχθεί η δύσκολη εξίσωση της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής: («αυξημένες αμυντικές δαπάνες και αυξημένες δημόσιες επενδύσεις, αλλά χωρίς νέο δανεισμό και χωρίς νέους φόρους»).

Μόνο την τελευταία εβδομάδα, υπέρ των ευρω-ομολόγων τοποθετήθηκαν με σαφήνεια η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική Κάγια Κάλλας και πιο συγκρατημένα ο επικεφαλής της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας Γιόαχιμ Νάγκελ. Από την πλευρά της, η Τζόρτζια Μελόνι δύσκολα θα βρεθεί απέναντι σε αυτή τη συζήτηση.