Άραβες και μουσουλμανικές χώρες έχουν κινητοποιηθεί σε μια ύστατη διπλωματική εκστρατεία για να αποτρέψουν έναν νέο πόλεμο ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, καθώς εντείνεται η ανησυχία ότι το καθεστώς της Τεχεράνης δεν θα υποχωρήσει στις σκληρές απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ.

Κεντρικοί παίκτες του Κόλπου, όπως το Κατάρ, το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, βρίσκονται σε απευθείας επαφή τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Τεχεράνη, επιχειρώντας να αποκλιμακώσουν την ένταση που κλιμακώθηκε μετά την προειδοποίηση του Αμερικανού προέδρου ότι «ο χρόνος τελειώνει» για το Ιράν.

Την ίδια ώρα, η Τουρκία, μαζί με το Πακιστάν, στηρίζει τις αραβικές πρωτοβουλίες και ετοιμάζεται να φιλοξενήσει συνομιλίες με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών.

Ιράν υπό διπλή πίεση: πόλεμος ή «παράδοση»;

Η Τεχεράνη απαντά στην ανάπτυξη αμερικανικής δύναμης κρούσης αεροπλανοφόρου στην περιοχή με ολοένα πιο πολεμική ρητορική, διαμηνύοντας ότι είναι έτοιμη για σύγκρουση και θα ανταποδώσει κάθε επίθεση.

Ο Τραμπ ζητά από το Ιράν μόνιμη παύση κάθε εμπλουτισμού ουρανίου, αυστηρούς περιορισμούς στο βαλλιστικό του πρόγραμμα και τέλος στη στήριξη ένοπλων οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και οι Χούθι στην Υεμένη, όροι που διπλωμάτες περιγράφουν ως de facto απαίτηση για «συνθηκολόγηση» της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Το Ιράν βλέπει τις αμερικανικές αξιώσεις ως ισοδύναμες με ταπείνωση και παράδοση, κάτι που ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ δεν είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί, επιμένοντας ότι οποιαδήποτε διαπραγμάτευση πρέπει να γίνει «επί ίσοις όροις» και όχι υπό καθεστώς πίεσης.

Αναλυτές υπενθυμίζουν ότι, στα περισσότερα από 40 χρόνια της εξουσίας του, ο Χαμενεΐ έχει χτίσει την εικόνα του πάνω στην αντίσταση και την άρνηση υποχώρησης, σε πλήρη αντίθεση με τον ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, ο οποίος είχε παραδεχθεί ότι «ήπιε το ποτήρι με το δηλητήριο» όταν αποδέχθηκε την εκεχειρία με τον Σαντάμ Χουσεΐν τη δεκαετία του 1980.

Ιράν: βαθιά τραύματα στο εσωτερικό, απειλή απ’ έξω

Παρά τις πολεμικές του διακηρύξεις, το Ιράν είναι πιο ευάλωτο από κάθε άλλη φορά τις τελευταίες δεκαετίες: οι περιφερειακοί του σύμμαχοι έχουν εξασθενήσει, οι άμυνές του έχουν αποδεκατιστεί από τον 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ τον Ιούνιο, στον οποίο οι ΗΠΑ συμμετείχαν προσωρινά βομβαρδίζοντας τρεις βασικές ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις και η κοινωνία βράζει μετά τις πιο αιματηρές διαδηλώσεις από την Επανάσταση του 1979.

Οι μαζικές ταραχές, που καταπνίγηκαν με βίαιη καταστολή και χιλιάδες νεκρούς, ανέδειξαν το βάθος της κοινωνικής οργής απέναντι στο θεοκρατικό σύστημα και την ηγεσία του, ακόμη κι αν το καθεστώς κατάφερε προσωρινά να ανακτήσει τον έλεγχο.

Παρά τη διπλή πίεση, από έξω και από μέσα, ο Χαμενεΐ συνεχίζει να εκπέμπει μήνυμα «καμίας υποχώρησης», με τον πολιτικό του βίο να καθοδηγείται από την αρχή «ποτέ μην υποκύπτεις στην πίεση, χρησιμοποίησε όλα τα εργαλεία ισχύος».

Ωστόσο, ειδικοί προειδοποιούν ότι το Ιράν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με μια άνευ προηγουμένου πρόκληση, καθώς απειλείται αξιόπιστα από την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο και η Ιστορία θα κρίνει αν η γραμμή της αδιάλλακτης αντίστασης μπορεί να αντέξει ή αν η ευελιξία θα γίνει αναπόφευκτη.

Διπλωματικά παράθυρα για το Ιράν και τις ΗΠΑ

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ δηλώνει ότι το Ιράν έχει «όλες τις επιλογές για να κλείσει μια συμφωνία», αλλά «δεν πρέπει να επιδιώξει πυρηνικές δυνατότητες», χωρίς να ξεκαθαρίζει αν η κυβέρνηση Τραμπ έχει λάβει οριστική απόφαση για το επόμενο βήμα.

Παράλληλα, ο Ιρανός ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγτσί διαμηνύει ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας έχουν «το δάχτυλο στη σκανδάλη» για να απαντήσουν σε κάθε στρατιωτική ενέργεια, αφήνοντας όμως ανοιχτό παράθυρο για μια «αμοιβαία επωφελή, δίκαιη και ισότιμη» πυρηνική συμφωνία.

Ο Αραγτσί ταξιδεύει στην Τουρκία για συνομιλίες με τον Τούρκο ομόλογό του, ενώ διατηρεί και κανάλι επικοινωνίας με τον Αμερικανό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ, αν και, σύμφωνα με την ιρανική διπλωματία, τις τελευταίες ημέρες δεν έχουν ανταλλαγεί μηνύματα.

Ταυτόχρονα, ο μεταρρυθμιστής πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκίαν, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρίγκιπα διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι το βασίλειο δεν θα επιτρέψει να χρησιμοποιηθεί ο εναέριος χώρος ή το έδαφός του για επίθεση κατά του Ιράν – θέση που συμμερίζονται και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Σε διπλωματικό επίπεδο, κεντρικό ρόλο επιχειρεί να διαδραματίσει και η Ελβετία, η οποία εκπροσωπεί τα αμερικανικά συμφέροντα στην Τεχεράνη λόγω απουσίας πρεσβείας, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές, σύμφωνα με τους Financial Times.

Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει, επίσης, προτείνει τη διεξαγωγή τηλεδιάσκεψης μεταξύ Τραμπ και Πεζεσκίαν, ο οποίος δεν θα κινηθεί χωρίς το πράσινο φως του Χαμενεΐ, ενώ Ιρανοί μεταρρυθμιστές σχολιαστές καλούν τον πρόεδρο να δείξει «θάρρος» και να αξιοποιήσει κάθε ευκαιρία για άμεση επαφή με Αμερικανούς αξιωματούχους.

Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές σκοντάφτουν στη βαθιά δυσπιστία του Ιράν απέναντι στις ΗΠΑ, η οποία επιδεινώθηκε όταν ο Τραμπ στήριξε ανοικτά τον πόλεμο του Ισραήλ τον Ιούνιο, λίγο πριν από τον έκτο γύρο έμμεσων συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Όπως τονίζουν αναλυτές, για το καθεστώς η μόνη εξέλιξη πιο επικίνδυνη από ένα κύμα αμερικανικών πληγμάτων θα ήταν η «παράδοση» στους όρους της Ουάσιγκτον, καθώς αυτό θα αποδομούσε το τελευταίο προπύργιο της ιδεολογικής του νομιμοποίησης στον σκληρό πυρήνα των υποστηρικτών του.