Σοκαριστικές αποκαλύψεις φέρνει σήμερα στο φως η Wall Street Journal, σύμφωνα με τις οποίες ένας από τους πιο υψηλόβαθμους στρατηγούς της Κίνας και έμπιστος συνεργάτης του προέδρου Σι Τζινπίνγκ βρίσκεται υπό έρευνα για διαρροή τεχνικών δεδομένων του κινεζικού πυρηνικού προγράμματος στις ΗΠΑ — κατηγορία που αν επιβεβαιωθεί θα έχει μεγάλες γεωπολιτικές και στρατιωτικές συνέπειες.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο στρατηγός Ζανγκ Γιουχία, 75 ετών και μέλος του Κεντρικού Στρατιωτικού Συμβουλίου, ερευνάται επίσης για αποδοχή δωροδοκιών και σχηματισμό πολιτικών συμμαχιών που υπονομεύουν τη συνοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος και των ενόπλων δυνάμεων. Η υπόθεση είναι μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας κατά της διαφθοράς στο στράτευμα, που έχει οδηγήσει στην απομάκρυνση δεκάδων ανώτατων αξιωματικών τα τελευταία χρόνια.
Αμερικανικές και διεθνείς αναλύσεις ασφαλείας εκτιμούν ότι η αποκάλυψη αυτή ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά την ισορροπία στο πεδίο των πυρηνικών δυνάμεων, ιδίως αν πρόκειται για διαρροή ευαίσθητων τεχνικών στοιχείων. Αν και οι ΗΠΑ δεν έχουν δημοσιοποιήσει επίσημη θέση, ειδικοί ερευνητές εκφράζουν ανησυχία ότι η υπόθεση μπορεί να καταστήσει πιο δύσκολες τις διαπραγματεύσεις ελέγχου των όπλων και ασφάλειας μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
Αναλυτές από think‑tanks και στρατιωτικά ινστιτούτα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη σημειώνουν πως η κίνηση του Σι να υποβάλει σε έλεγχο έναν τόσο υψηλόβαθμο στρατηγό αποδεικνύει και την προσπάθειά του να διατηρήσει πλήρη έλεγχο πάνω στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και τον κίνδυνο εσωτερικών διενέξεων γύρω από την πολιτική και στρατιωτική ενοποίηση της χώρας. Ορισμένοι τονίζουν ότι αυτή η «εκκαθάριση» μπορεί να επηρεάσει βραχυπρόθεσμα τη στρατιωτική ετοιμότητα του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, ιδίως σε περίπτωση ενεργοποίησης σε σύνθετες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, ειδικοί ασφάλειας του MIT έχουν εκφράσει την άποψη ότι το «κενό στην κορυφή της στρατιωτικής διοίκησης δημιουργεί αβεβαιότητα για το κατά πόσο η Κίνα μπορεί να διατηρήσει υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας σε περίπτωση κρίσης, ενώ συγχρόνως αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για αλλαγή της κινεζικής στρατηγικής απέναντι στην Ταϊβάν ή σε άλλες περιοχές υψίστης στρατιωτικής σημασίας».
Η αποκάλυψη της Wall Street Journal λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο αυξημένων εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας σε πολλούς τομείς, από το εμπόριο έως την τεχνολογία και τη στρατηγική σε Ασία και Ειρηνικό. Η υπόθεση αυτή θέτει ερωτήματα για το βάθος της στρατιωτικής εμπλοκής και τον βαθμό διαφάνειας στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων — ζητήματα που έχουν ήδη προκαλέσει συζητήσεις σε διεθνείς κύκλους ασφάλειας και στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, παρατηρητές εκτιμούν ότι η έρευνα για διαρροή πυρηνικών πληροφοριών, ακόμα κι αν αφορά μεμονωμένο αξιωματικό, ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί πολιτικά από τη μια πλευρά για να ενισχύσει θέσεις διαπραγμάτευσης ή να κλιμακώσει πιέσεις στη διεθνή σκηνή, ιδίως σε θέματα που σχετίζονται με τον έλεγχο των όπλων, τις εμπορικές κυρώσεις και τη στρατηγική σταθερότητα σε Ασία και Δύση.