Την περασμένη Παρασκευή, λίγες ώρες πριν συλληφθεί από τις αμερικανικές δυνάμεις, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, συναντήθηκε με τον ειδικό απεσταλμένο του Κινέζου προέδρου, Σι Τζινπίνγκ, για τη Λατινική Αμερική. Παρότι η επίσκεψη του αξιωματούχου δεν ήταν ασυνήθιστη, η χρονική της εγγύτητα με την αμερικανική επίθεση ενδέχεται να έχει προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στο Πεκίνο.

Σύμφωνα με τη Βενεζουέλα, η επίσκεψη επιβεβαίωσε την «αδιάρρηκτη φύση της αδελφοσύνης» μεταξύ των δύο χωρών. Το 2023, η Κίνα αναβάθμισε τη σχέση της με τη Βενεζουέλα σε μια «παντός καιρού» εταιρική σχέση, μια διάκριση που συνήθως προορίζεται για συμμάχους όπως το Πακιστάν.

Ωστόσο, όσο θερμές κι αν είναι οι σχέσεις Κίνας-Βενεζουέλας, η αρχική αντίδραση του Πεκίνου στην επίθεση των ΗΠΑ ήταν περιορισμένη και προβλέψιμη, σύμφωνα με τον αναπληρωτή διευθυντή σύνταξης του Foreign Policy, James Palmer. Το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε μια σύντομη δήλωση καταδικάζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες για «ηγεμονικές πράξεις» που παραβίασαν το διεθνές δίκαιο και την κυριαρχία της Βενεζουέλας.

Η προβλέψιμη αντίδραση

Προχωρώντας, είναι πιθανό, γράφει ο Palmer, η Κίνα να προκαλέσει μεγάλο θόρυβο —ιδιαίτερα όσον αφορά τη νομιμότητα της σύλληψης του Μαδούρο— αλλά δεν είναι πιθανό να λάβει πιο δραστικά μέτρα.

Ο Σι έχει καταβάλει σημαντική προσπάθεια για τη σταθεροποίηση της διμερούς σχέσης της Κίνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της εκεχειρίας στον εμπορικό πόλεμο που διαπραγματεύτηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ πέρυσι. Επιπρόσθετα δεδομένης της αβέβαιης οικονομικής θέσης της χώρας, είναι πιο πιθανό να συνεχίσει να τηρεί μια στάση αναμονής παρά να πυροδοτήσει νέες εντάσεις.

Τον τελευταίο χρόνο, η Κίνα έχει καταδικάσει επανειλημμένα τις κυρώσεις των ΗΠΑ και τις κατασχέσεις βενεζουελάνικων δεξαμενόπλοιων, παρόλο που το Πεκίνο έχει μειώσει σταδιακά την άμεση βοήθεια προς το Καράκας, εστιάζοντας αντ’ αυτού στη διασφάλιση της αποπληρωμής των υφιστάμενων χρεών.

Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να αλλάξει σε περίπτωση που η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρήσει να παρουσιάσει τον Μαδούρο ως αποδιοπομπαίο τράγο για την επιδημία φαιντανύλης με την οποία βρίσκονται αντιμέτωπες οι ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της δίκης του και να εμπλέξει την Κίνα. Είναι ενδιαφέρον πάντως, σύμφωνα με τον Palmer, ότι στο κατηγορητήριο των ΗΠΑ κατά του Μαδούρο δεν έγινε κάποια αναφορά στη φαιντανύλη, αλλά μόνο στο λαθρεμπόριο κοκαΐνης.

Ο ρόλος του πετρελαίου

Μια ακόμη παράμετρος που αξίζει να μελετηθεί είναι το πετρέλαιο. Το Σάββατο, ο Τραμπ επιχείρησε να κάνει μια κίνηση καλής θέλησης προς το Πεκίνο, υποστηρίζοντας ότι υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ οι εξαγωγές πετρελαίου της Βενεζουέλας προς την Κίνα θα αυξηθούν. Ωστόσο, αυτή η προμήθεια έχει σχετικά μικρή σημασία για την Κίνα: παρόλο που αγοράζει μεγάλο μέρος του πετρελαίου που εξάγει η Βενεζουέλα, αυτό αντιπροσωπεύει μικρό ποσοστό των συνολικών εισαγωγών πετρελαίου της Κίνας.

Σε κάθε περίπτωση, ο έκδηλα ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της πρόσφατης αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης ενδέχεται να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές της γενιάς του Σι Τζινπίνγκ, που γαλουχήθηκε με τα ιδεώδη του αντιαποικιακού αγώνα και τη ρητορική της αλληλεγγύης προς τα κράτη του Τρίτου Κόσμου.

Παρά ταύτα, θεωρείται μάλλον απίθανο η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα να επηρεάσει τη στρατηγική του Πεκίνου όσον αφορά την Ταϊβάν. Η Κίνα είναι μια χώρα που υπερασπίζεται την εθνική κυριαρχία του Καράκας, ενώ ταυτόχρονα περιφρονεί πλήρως την αξίωση κυριαρχίας της Ταϊπέι.

Αντίθετα, ο Palmer εικάζει πως η κρίση στη Βενεζουέλα ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διεύρυνση της κινεζικής επιρροής στη Λατινική Αμερική. Μια κρίσιμη παράμετρος προς παρακολούθηση είναι η πιθανή προμήθεια κινεζικών συστημάτων αεράμυνας σε χώρες όπως η Κούβα και η Κολομβία — κινήσεις που τροφοδοτούνται από τις νέες απειλές της κυβέρνησης Τραμπ.