Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ζήτησε την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα μαχητικών αεροσκαφών F-35 υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, λέγοντας ότι ένα τέτοιο βήμα θα συμβάλει στην ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΠΑ, καθώς και στην ενίσχυση της ασφάλειας του ΝΑΤΟ.
Σε γραπτές απαντήσεις σε ερωτήσεις του Bloomberg, αναφερόμενος στη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στο Λευκό Οίκο τον Σεπτέμβριο του 2025, ο Ερντογάν χαρακτήρισε «άδικη» την απόφαση να αποβληθεί η Τουρκία από το πρόγραμμα F-35 λόγω της αγοράς στρατιωτικού εξοπλισμού από τη Ρωσία πριν από σχεδόν μια δεκαετία, προσθέτοντας ότι το είχε μεταφέρει προσωπικά στον Τραμπ.
Ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι η επιστροφή του Τραμπ στην προεδρία δημιούργησε μια ευκαιρία για τις σχέσεις μεταξύ Άγκυρας και Ουάσινγκτον να προχωρήσουν σε «μια πιο λογική και εποικοδομητική βάση».
Σχετικά με το ζήτημα των F-35, ο Ερντογάν δήλωσε: «Η παραλαβή από την Τουρκία των αεροσκαφών F-35 για τα οποία έχει ήδη πληρώσει, και η επανένταξή της στο πρόγραμμα, είναι σημαντικές και απαραίτητες» για τη βελτίωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και την άμυνα του ΝΑΤΟ.
Όσον αφορά την πιθανή αγορά αεροσκαφών F-16 Block 70 από τις ΗΠΑ, ο Ερντογάν τόνισε ότι η Άγκυρα αναμένει οι όροι να είναι σύμφωνοι με το πνεύμα της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, αναφέροντας ως παράδειγμα την αγορά αεροσκαφών Eurofighter από την Τουρκία.
Σχετικά με την ποινική υπόθεση που έχει ασκηθεί στις ΗΠΑ κατά της κρατικής τράπεζας Türkiye Halk Bankasi AS, ο Ερντογάν τόνισε ότι η Τουρκία θεωρεί τις κατηγορίες ως αβάσιμες και έχει ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για να διασφαλίσει ότι η τράπεζα δεν θα υποστεί «άδικες κυρώσεις». Δήλωσε: «Ελπίζουμε να επιτύχουμε ένα δίκαιο αποτέλεσμα που θα είναι απόλυτα σύμφωνο με το νόμο».
Αναφερόμενος στις διμερείς σχέσεις στον τομέα της ενέργειας, ο Τούρκος ηγέτης είπε: «Έχουμε αυξήσει σημαντικά τις προμήθειες υγροποιημένου φυσικού αερίου, ιδίως από τις ΗΠΑ», τονίζοντας ότι αυτό κατέχει πλέον «εξέχουσα θέση» στην αλυσίδα εφοδιασμού της Τουρκίας.
Ο Ερντογάν υπογράμμισε ότι η θέση της Τουρκίας είναι πολύ σαφής, λέγοντας: «Ενεργούμε σύμφωνα με τα εθνικά μας συμφέροντα και την ενεργειακή μας ασφάλεια».
«Ως χώρα που εξαρτάται από τις εισαγωγές για ένα σημαντικό μέρος των αναγκών της σε υδρογονάνθρακες, πρέπει να ακολουθούμε μια προσεκτική και ισορροπημένη προσέγγιση σε όλα τα θέματα που μπορεί να επηρεάσουν την ενεργειακή μας ασφάλεια», είπε.
Η Άγκυρα είναι «ο μόνος παράγοντας που μπορεί να μιλήσει απευθείας» με τη Μόσχα και το Κίεβο.
Τόνισε ότι, χάρη στην ικανότητα της Τουρκίας να παραμείνει εκτός του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, η Άγκυρα παραμένει πιθανός οικοδεσπότης για μελλοντικές ειρηνευτικές συνομιλίες και θα μπορούσε να προσφέρει υποστήριξη για την παρακολούθηση οποιασδήποτε εκεχειρίας μεταξύ των εμπόλεμων χωρών.
«Η Τουρκία είναι ο μόνος παράγοντας που μπορεί να μιλήσει απευθείας» τόσο με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν όσο και με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δήλωσε ο Ερντογάν: «Η πόρτα μας παραμένει ανοιχτή για όλους. Έχω μεταφέρει αυτή την αποφασιστικότητα με σαφήνεια και σε πολλές περιπτώσεις και στους δύο» ηγέτες.
Ο Ερντογάν επέκρινε επίσης έντονα τις ενέργειες του Ισραηλινού Πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου στην Παλαιστίνη, τονίζοντας ότι η προτεινόμενη Διεθνής Δύναμη Σταθεροποίησης που αναμένεται να συσταθεί στη Γάζα θα «αγωνίζεται να επιτύχει νομιμότητα» χωρίς τη συμμετοχή της Τουρκίας.
«Βρισκόμαστε σε θέση-κλειδί για μια τέτοια αποστολή, λόγω των βαθιών ιστορικών δεσμών μας με την παλαιστινιακή πλευρά, των καναλιών ασφάλειας και διπλωματίας που έχουμε αναπτύξει με το Ισραήλ στο παρελθόν και της περιφερειακής επιρροής μας ως μέλος του ΝΑΤΟ», δήλωσε.
«Η πολιτική μας βούληση είναι σαφής: είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε οποιαδήποτε ευθύνη για μια διαρκή ειρήνη στη Γάζα», σημείωσε.