Η ζωή του Λις Γκομίς, πρώην τερματοφύλακα της Τορίνο, θυμίζει κινηματογραφικό σενάριο: ένα μεγάλο ταλέντο, μια καριέρα που προμήνυε σπουδαία πράγματα, η βύθιση στα σκοτεινά μονοπάτια της εξάρτησης και, τελικά, η δύσκολη αλλά ουσιαστική επιστροφή. Η διαδρομή του δεν είναι απλώς ποδοσφαιρική, είναι μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία σύγκρουσης, αλλά και επανεκκίνησης.
Στα πρώτα του επαγγελματικά βήματα, η ένταση των αγώνων, η αναγνώριση και η λάμψη συνοδεύονταν από έναν τρόπο ζωής που τότε φάνταζε αυτονόητος. «Ήδη όταν έπαιζα υπήρχαν πάρτι, ποτό, ντισκοτέκ μετά τα παιχνίδια», θυμάται. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μπήκε στη ζωή του και η κοκαΐνη. Στην αρχή δεν την αντιλήφθηκε ως απειλή. Τη βίωσε σαν προέκταση της έντασης του γηπέδου. «Η κοκαΐνη μου επέστρεφε την αδρεναλίνη που ένιωθα όταν έπαιζα», εξηγεί. Όταν το ματς τελείωνε και η ένταση έσβηνε, ένα κενό τον περίμενε. Το αλκοόλ λειτουργούσε διαφορετικά: «Με απομάκρυνε από το παρόν, με έκανε να μην σκέφτομαι» είχε τονίσει στη Gazzetta dello Sport.

Όσο υπήρχε το ποδόσφαιρο, όλα έμοιαζαν ελεγχόμενα. Η καθημερινότητα είχε πειθαρχία και στόχους. Η πραγματική κατάρρευση ήρθε με τον θάνατο του πατέρα του, επίσης τερματοφύλακα και το απόλυτο πρότυπό του. «Όταν πέθανε, κατέρρευσα. Δεν μπορούσα να επικοινωνήσω τον πόνο μου και άρχισα να καταστρέφω τον εαυτό μου», παραδέχεται. Η χρήση έπαψε να είναι διασκέδαση και έγινε διαφυγή. Η απώλεια άνοιξε μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ σωστά και η σιωπή γύρω από τον πόνο του τον οδήγησε σε μια πορεία αυτοκαταστροφής.
Η νεανική του απερισκεψία είχε δώσει από νωρίς σημάδια. Στις ακαδημίες της Τορίνο είχε ανοίξει έναν πυροσβεστήρα σε ξενοδοχείο, εκτοξεύοντάς τον στον Ογκμπόνα και προκαλώντας αναστάτωση και τιμωρία. Αργότερα, ένας καβγάς σε ντισκοτέκ τού κόστισε ένα σπασμένο μικρό δάχτυλο και σημαντικό μέρος της προετοιμασίας, λίγο μετά τη βράβευσή του ως MVP του Viareggio 2007. Ήταν το μεγάλο ταλέντο που αποκτήθηκε το 2007 από την Τορίνο, αλλά δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει πλήρως τις προσδοκίες στη Serie A.
Παρά τα λάθη, το όνειρο πραγματοποιήθηκε. Στις 30 Νοεμβρίου 2013, στο Τζένοα–Τορίνο 1-1, πέρασε στον αγωνιστικό χώρο στη θέση του τραυματία Παντέλι. «Ήταν το όνειρο ενός παιδιού που κοιμόταν με καινούργια γάντια και έκανε συνεντεύξεις μπροστά στον καθρέφτη», λέει. Ωστόσο, η πορεία του δεν είχε τη συνέχεια που πολλοί περίμεναν. Πέρασε από ΣΠΑΛ, Άσκολι, Τράπανι και Λέτσε, δείχνοντας κατά διαστήματα τις δυνατότητές του, χωρίς όμως να σταθεροποιηθεί στο υψηλότερο επίπεδο.
Η αναγέννηση ξεκίνησε όταν αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Ακολούθησε πρόγραμμα αποτοξίνωσης με συνεχή υποστήριξη, καθημερινές σάουνες, βιταμινούχα σχήματα και διαδικασίες αποβολής τοξινών. «Ζήτησα συγγνώμη από όσους πλήγωσα και αντιμετώπισα τις συνέπειες των πράξεών μου», τονίζει. Η στήριξη φίλων και συναδέλφων, όπως ο Ματία Περίν, ο Νταρμιάν και ο Ζανέτι, αποδείχθηκε καθοριστική.
Σήμερα μιλά όχι ως πρώην τερματοφύλακας της Serie A, αλλά ως άνθρωπος που βρέθηκε στο σκοτάδι και επέστρεψε. «Διάλεξα να ζήσω», λέει απλά. Έχει αφιερωθεί στην πρόληψη, απευθυνόμενος σε νέους με καθαρό μήνυμα: «Το αλκοόλ και τα ναρκωτικά δεν λύνουν προβλήματα». Μαζί με το κέντρο Narconon Falco ανέπτυξε δράσεις στήριξης για παιδιά σε δύσκολες συνθήκες, με τη συμβολή συλλόγων όπως η Αταλάντα και η Τορίνο.
Στην προσωπική του ζωή προσπαθεί να αποκαταστήσει όσα χάθηκαν. «Με την κόρη μου Σάρλοτ χτίζουμε ξανά τη σχέση μας. Δεν ήμουν ο πατέρας που έπρεπε, αλλά τώρα θέλω να της δείξω πώς βγαίνει κανείς από τις δυσκολίες». Η μητέρα και τα αδέλφια του στάθηκαν δίπλα του σε κάθε βήμα. «Δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. Πίστεψαν ότι μπορώ να ξανασταθώ όρθιος. Τώρα μπορώ να πω ότι τα κατάφερα».