Μπορεί να μπήκαμε ήδη στον Φεβρουάριο, το ημερολόγιο να δείχνει σήμερα 2 του μηνός, ωστόσο η πολυαναμενόμενη συνάντηση κορυφής μεταξύ του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα εξακολουθεί να παραμένει στον «αέρα». Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι επισήμως ο υπουργός Εξωτερικών της γείτονος Χακάν Φιντάν έχει δηλώσει ότι οι δύο ηγέτες θα καθίσουν στο ίδιο τραπέζι εντός του τρέχοντος μηνός και πως, σύμφωνα με διαρροές, προσδιορίζεται για το πενθήμερο 9 με 13 Φεβρουαρίου. «Και οι ίδιοι θέλουν να γίνει πριν από το Ραμαζάνι (σ.σ. δηλαδή πριν από τις 17 Φεβρουαρίου). Εργαζόμαστε πάνω σε μερικές ημερομηνίες. Δηλαδή, ανάλογα με το πόσο πυκνό είναι το πρόγραμμα του προέδρου μας, ο οποίος θέλει να γίνει αυτή η συνάντηση το συντομότερο δυνατόν», τόνιζε ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας στις 15 Ιανουαρίου.

Μέχρι τώρα, όμως, δεν υπάρχει καμία επίσημη ανακοίνωση που να ορίζει πότε ακριβώς θα συναντηθούν δια ζώσης οι δύο πλευρές. Και μπορεί στο διπλωματικό παρασκήνιο να κυκλοφορούν εκτιμήσεις ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί την επόμενη εβδομάδα, ωστόσο τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο. Αν μη τι άλλο, η αβεβαιότητα αυτή δεν βοηθά το ήδη εύθραυστο κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αντίθετα, όσο περνούν οι ημέρες χωρίς ξεκάθαρη ημέρα, τόσο αυξάνεται η ανησυχία ότι μπορεί να δημιουργηθούν συνθήκες έντασης ή ακόμη και ένα απρόβλεπτο επεισόδιο. Στην Αθήνα και την Άγκυρα υπάρχει νωπή η μνήμη του περσινού Σεπτεμβρίου, όταν η προγραμματισμένη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε., ακυρώθηκε την τελευταία στιγμή από τον πρόεδρο της γείτονος.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, που θεωρητικά αποτελεί το βασικό φόρουμ διαλόγου ανάμεσα στις δύο χώρες, έχει ήδη μετατεθεί δύο φορές. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι τα προβλήματα δεν είναι απλώς οργανωτικά ή διαδικαστικά, αλλά περισσότερο ουσιώδη. Πίσω από τις αναβολές κρύβονται πολιτικοί υπολογισμοί των δύο πλευρών, εσωτερικές πιέσεις και διαφορετικές προτεραιότητες, οι οποίες προφανώς δυσκολεύουν τη συνεννόηση. Άλλωστε, ελάχιστοι είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι μια τέτοια συνάντηση μπορεί, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να οδηγήσει σε ουσιαστική πρόοδο στα μεγάλα και χρόνια ζητήματα που χωρίζουν τις δύο πλευρές του Αιγαίου.

Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο πολιτικό σκηνικό. Η χώρα μπαίνει σε μια χρονιά με έντονη προεκλογική χροιά και οι ισορροπίες στο εσωτερικό είναι λεπτές. Οι πιέσεις που δέχεται, κυρίως από τα δεξιά της, περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια για κινήσεις που θα μπορούσαν να παρερμηνευτούν ως υποχωρήσεις απέναντι στην Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα προσπαθεί να κρατήσει μια αυστηρή και ξεκάθαρη γραμμή, αποφεύγοντας κάθε συζήτηση που θα άγγιζε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας σαν αυτά που αφήνουν να εννοηθεί οι Τούρκοι ότι θα τεθούν. Θυμίζουμε ότι προ ημερών, ερωτηθείς ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν για το τι θα μπορούσε να προκύψει από τη συνάντηση, μίλησε για «μόνιμη λύση στο πρόβλημα του Αιγαίου».

Δεν είναι τυχαίο, ωστόσο, ότι από την ελληνική πλευρά επαναλαμβάνεται συνεχώς πως δεν τίθενται υπό διαπραγμάτευση θέματα που αφορούν την κυριαρχία ή τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Η επίσημη θέση παραμένει ότι η μόνη διαφορά που μπορεί να συζητηθεί είναι αυτή της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, ενώ ζητήματα όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων θεωρούνται αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας και όχι αντικείμενο παζαριού. Με αυτόν τον τρόπο, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να προφυλαχθεί πολιτικά, αλλά και να στείλει σαφές μήνυμα στο εσωτερικό ακροατήριο.

Την ίδια ώρα, η Άγκυρα έχει στραμμένη την προσοχή της πρωτίστως σε άλλες περιοχές και δευτερευόντως στο Αιγαίο. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στη Συρία απορροφούν μεγάλο μέρος της ενέργειας και του ενδιαφέροντος της τουρκικής ηγεσίας. Ο Ταγίπ Ερντογάν επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του στην περιοχή, να διασφαλίσει τα συμφέροντα της Τουρκίας στο κουρδικό ζήτημα και να εμφανιστεί ως παίκτης με λόγο στις εξελίξεις στη Γάζα. Παράλληλα, παρακολουθεί στενά τις κινήσεις στο Ιράν και τις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, που επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια και την επιρροή της χώρας του.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα ελληνοτουρκικά εκ των πραγμάτων δεν βρίσκονται ψηλά στη λίστα των άμεσων προτεραιοτήτων της Άγκυρας, χωρίς βέβαια να είναι και αμελητέα. Η τουρκική πλευρά, ωστόσο, δεν δείχνει διατεθειμένη να επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο σε μια δύσκολη διαπραγμάτευση, ειδικά από τη στιγμή που δεν διαφαίνεται προοπτική γρήγορων ή θεαματικών αποτελεσμάτων. Έτσι, η στάση της παραμένει περισσότερο διαχειριστική, με στόχο να διατηρηθούν οι ισορροπίες χωρίς μεγάλες κινήσεις.

Παρά τις διαφορές και τις εντάσεις, όμως, υπάρχει ένα βασικό στοιχείο που συγκρατεί και τις δύο πλευρές: καμία δεν θέλει να δει τις σχέσεις να εκτροχιάζονται – τουλάχιστον όχι στην παρούσα φάση. Παρά τις προκλητικές κινήσεις της γείτονος σε αέρα και θάλασσα, μια νέα σοβαρή κρίση θα είχε κόστος και για την Άγκυρα και για την Αθήνα. Για την Τουρκία ειδικά, μια ένταση με την Ελλάδα θα μπορούσε να δυσκολέψει τις προσπάθειες βελτίωσης των σχέσεών της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε μια περίοδο που αντιμετωπίζει οικονομικές πιέσεις και αναζητά διεθνή στηρίγματα. Ταυτόχρονα, τόσο η ελληνική όσο και η τουρκική πλευρά θέλουν να δείχνουν προς τα έξω ότι ελέγχουν την κατάσταση και ότι οι διαφορές τους δεν ξεφεύγουν. Υπάρχει ο φόβος ότι μια εικόνα πλήρους αδιεξόδου ή έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ δύο χωρών του ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια απρόβλεπτη διεθνή παρέμβαση, κυρίως από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, την οποία καμία από τις δύο χώρες δεν επιθυμεί κατά βάθος, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος είναι απρόβλεπτος και θα μπορούσε να φέρει πιέσεις και λύσεις που δεν θα τις εξυπηρετούν.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όλα δείχνουν ότι η συνάντηση κορυφής δύσκολα θα ακυρωθεί εκ νέου, ακόμη κι αν πραγματοποιηθεί χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Το πιθανότερο σενάριο είναι να περιοριστεί σε μια προσπάθεια διατήρησης των προσχημάτων και σε κάποιες κινήσεις χαμηλής πολιτικής έντασης, που θα επιτρέψουν και στις δύο πλευρές να πουν ότι ο διάλογος συνεχίζεται. Αρκεί να βρεθεί από κοινού η κατάλληλη ημέρα για το ραντεβού.

Πάντως, από το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας μας το λένε και το ξαναλένε με κάθε ευκαιρία: «Το ρίσκο ενός απροόπτου δεν μπορεί να αποκλειστεί». Αρκεί μια δήλωση ή μια κίνηση που θα εξυπηρετεί εσωτερικές πολιτικές ανάγκες για να ανατραπεί το εύθραυστο σκηνικό. Ένα τέτοιο παράδειγμα φάνηκε πρόσφατα, όταν το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέφερε με έντονο τρόπο παλιές αξιώσεις, όπως το αίτημα για αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών και την απαίτηση να υπάρχει διμερής συμφωνία για κάθε δραστηριότητα στο Αιγαίο ανατολικά του 25ου μεσημβρινού. Τέτοιες τοποθετήσεις, ακόμη κι αν απευθύνονται κυρίως στο εσωτερικό ακροατήριο της Τουρκίας, δημιουργούν πρόσθετη ένταση και υπενθυμίζουν πόσο εύκολα μπορεί να χαλάσει το κλίμα. Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνοτουρκική συνάντηση κορυφής μοιάζει περισσότερο με μια προσπάθεια αποφυγής των χειρότερων παρά με ένα βήμα προς μια ουσιαστική επανεκκίνηση των σχέσεων.