Η Σουηδία, η οποία πριν από δύο δεκαετίες έλεγε ξεκάθαρο «όχι» στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, αρχίζει πλέον να βλέπει το ευρώ σαν ασπίδα σε έναν κόσμο που ξαναγράφεται γεωπολιτικά από τη νέα τάξη πραγμάτων του Ντόναλντ Τραμπ και την κλιμακούμενη αντιπαράθεση με τη Ρωσία και την Κίνα. Στη σκιά του πολέμου στην Ουκρανία, της στροφής της Ουάσιγκτον στο δόγμα «America First» και ακόμη και απρόβλεπτων κινήσεων όπως η – τότε – απειλή για… αγορά της Γροιλανδίας από τη Δανία, η Στοκχόλμη εξετάζει αν ήρθε η ώρα να εγκαταλείψει την κορώνα και να αγκυροβολήσει οριστικά στον πυρήνα της Ευρωζώνης.
Το 2003, οι Σουηδοί απέρριψαν το ευρώ φοβούμενοι ότι θα χάσουν ένα κρίσιμο μαξιλάρι στα σοκ της παγκόσμιας οικονομίας. Σήμερα, όμως, το επιχείρημα αλλάζει: η ασφάλεια, η πολιτική βαρύτητα στις Βρυξέλλες και η δυνατότητα να βρίσκονται «στο τραπέζι» όταν αποφασίζεται η νομισματική στρατηγική της Ευρώπης, ζυγίζουν περισσότερο από την απόλυτη ανεξαρτησία της κορώνας. «Η Σουηδία είναι πλέον πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ, ενισχύουμε την άμυνά μας μαζί με τους εταίρους μας στην ΕΕ, αλλά μένουμε με το ένα πόδι έξω από τη νομισματική συνεργασία», προειδοποιεί η βουλευτής των Φιλελευθέρων Σεσίλια Ρεν, η οποία άνοιξε και την επίσημη κουβέντα στο σουηδικό κοινοβούλιο ζητώντας έρευνα για την υιοθέτηση του ευρώ.
Η υπουργός Οικονομικών, Ελίζαμπετ Σβάντεσον από το μετριοπαθές κόμμα, πήρε τη σκυτάλη ανακοινώνοντας ότι στηρίζει μια επίσημη αξιολόγηση του κατά πόσο η χώρα πρέπει να αφήσει την κορώνα. «Ο κόσμος αλλάζει, η ΕΕ αλλάζει – οφείλουμε να αξιολογήσουμε, να ερευνήσουμε και να αναλύσουμε τι είναι καλύτερο για τη Σουηδία, τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις», τόνισε, βάζοντας το θέμα ευθέως στην προεκλογική ατζέντα ενόψει των εκλογών του Σεπτεμβρίου. Η έρευνα, ωστόσο, θα ξεκινήσει μετά την κάλπη, αφήνοντας χρόνο στα κόμματα να «μετρήσουν» πολιτικό κόστος και οφέλη.
Σουηδία – Τραμπ και η ανασφάλεια του «America First»
Τον τόνο της στροφής δίνει ο οικονομολόγος Λαρς Καλμφορς, ο οποίος πριν από το δημοψήφισμα του 2003 είχε εισηγηθεί να μπει φρένο στο ευρώ, αλλά τώρα βλέπει τα δεδομένα να έχουν ανατραπεί. Υπενθυμίζει ότι οι γεωπολιτικές συνθήκες «είναι πολύ διαφορετικές» και πως η ένταξη στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ θα ενίσχυε τη συνεργασία σε μια εποχή όπου «η Ρωσία, η Κίνα και βεβαίως οι ΗΠΑ είναι πολύ πιο αναξιόπιστες». Η πολιτική «America First» του Τραμπ, με τις μονομερείς κινήσεις, τις απειλές για δασμούς, ακόμη και τις ιδέες για απόκτηση εδαφών από μικρότερες χώρες, λειτουργεί ως προειδοποιητικό καμπανάκι για μικρές ανοιχτές οικονομίες όπως η σουηδική.
Στο οικονομικό πεδίο, ο Καλμφορς σημειώνει ότι το σουηδικό επιχειρηματικό κύκλωμα έχει πλέον συγχρονιστεί πολύ περισσότερο με την Ευρωζώνη, περιορίζοντας την ανάγκη για πλήρη αυτονομία της νομισματικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, τα χαμηλά επίπεδα δημόσιου χρέους επιτρέπουν στη Στοκχόλμη να χρησιμοποιεί πιο επιθετικά τη δημοσιονομική πολιτική σε περιόδους ύφεσης, μειώνοντας την ανάγκη για ένα «ευέλικτο» εθνικό νόμισμα. Στον επιχειρηματικό κόσμο, ο χρηματιστής Κρίστερ Γκάρντελ δεν μασά τα λόγια του: έχει χαρακτηρίσει την κορώνα «μικρό σκατονόμισμα» και επιμένει ότι η μεταβλητότητά της είναι βραχνάς για τη βιομηχανία και τους επενδυτές.
Επιπλέον, η Σουηδία εξαρτάται στρατηγικά από την ενιαία αγορά: πάνω από το 60% του εμπορίου αγαθών γίνεται με την ΕΕ, ενώ μόλις 6,4% με τις ΗΠΑ, στοιχείο που ενισχύει το επιχείρημα υπέρ του ευρώ σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η κυριαρχία του δολαρίου αμφισβητείται και η Ουάσιγκτον δείχνει ολοένα πιο απρόβλεπτη. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Φινλανδίας, Όλι Ρεν, καλεί ανοιχτά Σουηδία και Δανία να μπουν στην Ευρωζώνη, υπογραμμίζοντας ότι «μόνοι μας είμαστε μικροί παίκτες, αλλά μαζί μπορούμε να γροθοκοπούμε πάνω από το βάρος μας στο ευρώ και στην ΕΕ».
Σουηδία, Τραμπ και το πολιτικό ναρκοπέδιο του ευρώ
Παρά τη γεωπολιτική πίεση και τα επιχειρήματα των οικονομολόγων, τα πολιτικά και κοινωνικά εμπόδια παραμένουν ψηλά. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σχεδόν οι μισοί Σουηδοί εξακολουθούν να λένε «όχι» στο ευρώ, έναντι περίπου ενός τρίτου που τάσσονται υπέρ, αν και η ψαλίδα έχει κλείσει εντυπωσιακά σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια, όταν τρεις στους τέσσερις αντιτίθεντο στο κοινό νόμισμα. Η παράδοση του δημοψηφίσματος – που ακολούθησε και το δανικό προηγούμενο του 2000 – κάνει δύσκολο για το πολιτικό σύστημα να προχωρήσει σε μια τόσο μεγάλη απόφαση «πάνω από τα κεφάλια των πολιτών», όπως αναγνώρισε και η ίδια η Σβάντεσον στη Βουλή.
Κομματικά, μόνο οι Φιλελεύθεροι, με ποσοστά γύρω στο 2%, δηλώνουν σταθερά υπέρ του ευρώ. Οι Μετριοπαθείς, οι Χριστιανοδημοκράτες και το Κέντρο περιορίζονται στο να στηρίζουν την ιδέα μιας έρευνας, χωρίς να δεσμεύονται για το τελικό τους «ναι» ή «όχι». Οι Σοσιαλδημοκράτες, πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις αλλά εκτός κυβερνητικού συνασπισμού, κρατούν τα χαρτιά τους κλειστά, ενώ Πράσινοι και Αριστερά παραμένουν κατά της ένταξης. Πιο σκληροί από όλους είναι οι εθνικιστές «Σουηδοί Δημοκράτες», δεύτερο κόμμα με περίπου 20%, που συνδέουν ευθέως την εθνική ανεξαρτησία με την ύπαρξη εθνικού νομίσματος και υπόσχονται ότι «δεν θα πάρουν μέρος» σε καμία κίνηση κατάργησης της κορώνας, σύμφωνα με το Bloomberg.
Ακόμη κι αν αλλάξει το κλίμα, η μετάβαση δεν θα είναι ούτε γρήγορη ούτε εύκολη. Ο Καλμφορς υπολογίζει ότι από τη στιγμή μιας πολιτικής απόφασης θα χρειαστούν τουλάχιστον τέσσερα χρόνια μέχρι να μπει η Σουηδία στο ευρώ, εκ των οποίων τα δύο για να αποδείξει σταθερή ισοτιμία έναντι του κοινού νομίσματος. Για τη βουλευτή Ρεν, ωστόσο, το ερώτημα δεν είναι «αν» αλλά «πότε», καθώς συγκρίνει τη σημερινή συζήτηση με την ξαφνική, γρήγορη ανατροπή που οδήγησε τη χώρα από την ουδετερότητα στην ένταξη στο ΝΑΤΟ μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία – μια αλλαγή που, όπως και τώρα, ξεκίνησε από μια μικρή, επίμονη πολιτική μειοψηφία.