Οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα εξακολουθούν να λειτουργούν ως «αχίλλειος πτέρνα» για τον ελληνικό πληθωρισμό, διατηρώντας τις πιέσεις στον δείκτη τιμών καταναλωτή και περιορίζοντας την ταχύτητα αποκλιμάκωσης.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από το Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η ΤτΕ αποδίδει την οριακή άνοδο του πληθωρισμού τον Δεκέμβριο, στο 2,9% από 2,8% τον Νοέμβριο, κυρίως στις αυξήσεις τιμών στον κλάδο των τροφίμων, αλλά και στη μικρότερη υποχώρηση των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει και την απόκλιση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Ενώ στην εγχώρια αγορά ο πληθωρισμός κινήθηκε ελαφρώς υψηλότερα τον Δεκέμβριο, στην Ευρωζώνη υποχώρησε στο 2% από 2,1% έναν μήνα νωρίτερα, παραμένοντας κοντά στον στόχο της ΕΚΤ.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, η διαφοροποίηση αυτή δεν προκύπτει μόνο από το κόστος των τροφίμων, αλλά και από τη σύνθεση των πληθωριστικών πιέσεων. Στην Ελλάδα οι μεταβολές επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από κατηγορίες με έντονη μεταβλητότητα, όπως τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα και οι υπηρεσίες.
Τα «σκαμπανεβάσματα» του δείκτη και η μεταβλητότητα
Η Τράπεζα της Ελλάδος υπενθυμίζει ότι ο γενικός δείκτης στην Ελλάδα είχε παρουσιάσει έντονη υποχώρηση τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, όμως επανήλθε σε υψηλότερα επίπεδα τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο.
Τα «σκαμπανεβάσματα» αυτά αποδίδονται κυρίως στις διακυμάνσεις των τιμών στις υπηρεσίες και στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την τελική πορεία του δείκτη και οδηγούν σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Ανάλογη εικόνα εμφανίζει και ο δομικός πληθωρισμός, δηλαδή ο δείκτης που εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές τροφίμων, ενέργειας, αλκοόλ και καπνού. Όπως σημειώνει η ΤτΕ, επηρεάστηκε επίσης από τις μεταβολές στις τιμές των υπηρεσιών.
Ενδεικτικό είναι ότι ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες στην Ελλάδα ανήλθε στο 4,5% τον Δεκέμβριο, στοιχείο που υπογραμμίζει τη δυσκολία αποκλιμάκωσης των πιέσεων στον πυρήνα της οικονομίας, ακόμη και όταν επιμέρους κατηγορίες εμφανίζουν προσωρινή υποχώρηση.
Σε ετήσια βάση, τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ότι κατά μέσο όρο ο γενικός πληθωρισμός το 2025 διαμορφώθηκε στο 2,9%, ενώ ο δομικός δείκτης ήταν υψηλότερος, στο 3,6%.
Για την Ευρωζώνη, ο μέσος πληθωρισμός το 2025 διαμορφώθηκε στο 2,1% και ο δομικός στο 2,4%, με τάσεις σταθεροποίησης κατά το δεύτερο εξάμηνο. Τον Δεκέμβριο ειδικά, η υποχώρηση στην Ευρωζώνη αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην έντονη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού ενέργειας και στη μικρή επιβράδυνση σε επεξεργασμένα τρόφιμα, μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά και υπηρεσίες, ενώ ο δομικός πληθωρισμός κινήθηκε στο 2,3% από 2,4% τον Νοέμβριο.
Οι προβλέψεις έως το 2028 και ο «επίμονος» ελληνικός πληθωρισμός
Για τα επόμενα χρόνια, οι εκτιμήσεις που παραθέτει η ΤτΕ δείχνουν ότι στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί χαμηλότερα το 2026 και το 2027 (1,9% και 1,8% αντίστοιχα), προτού επιστρέψει στο 2% το 2028, λόγω της εισαγωγής νέου συστήματος εμπορίας ρύπων. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η κεντρική τράπεζα προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει επίμονος: 2,1% το 2026, 2,2% το 2027 και 2,5% το 2028, με βασικούς παράγοντες τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα και τις υπηρεσίες.
Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν οι ενεργειακές πιέσεις υποχωρήσουν ή εξομαλυνθούν, η πορεία του πληθωρισμού στην Ελλάδα θα συνεχίσει να καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το «μέτωπο» των τροφίμων και των υπηρεσιών. Πρόκειται για δύο κατηγορίες που επηρεάζουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα και την καθημερινή κατανάλωση, αλλά και τη συνολική ταχύτητα με την οποία μπορεί να κλείσει η απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.