Η ανοδική πορεία της αγοράς ακινήτων δεν δείχνει σημάδια κόπωσης. Με βασικούς καταλύτες τον τουρισμό, τη συνεχιζόμενη εισροή ξένων επενδυτικών κεφαλαίων και τη μειωμένη οικοδομική δραστηριότητα, το 2026 προδιαγράφεται ως ακόμη μία χρονιά υψηλών τιμών και ισχυρής ζήτησης, παρά τις πιέσεις που δέχονται τα εισοδήματα και το αυξημένο κόστος διαβίωσης.

Η εικόνα του 2025 λειτουργεί ουσιαστικά ως «οδηγός» για τη νέα χρονιά. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, η ελληνική αγορά ακινήτων συνέχισε να προσελκύει έντονο ενδιαφέρον, κυρίως στους τομείς της κατοικίας, της φιλοξενίας και των σύγχρονων γραφείων υψηλών προδιαγραφών με βιοκλιματικά χαρακτηριστικά. Η ανισορροπία ανάμεσα στη ζήτηση και την προσφορά διατήρησε τις ανοδικές πιέσεις τόσο στις τιμές πώλησης όσο και στα ενοίκια.

Ενδεικτικό της τάσης είναι το γεγονός ότι στο εννεάμηνο του 2025 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 7,5%, με τα παλαιά ακίνητα να εμφανίζουν ελαφρώς μεγαλύτερη άνοδο σε σχέση με τα νεόδμητα. Παρά το ράλι των τιμών, το ενδιαφέρον από το εξωτερικό παρέμεινε ισχυρό, στοιχείο που ενισχύει την εκτίμηση ότι οι ανατιμήσεις δύσκολα θα ανακοπούν και το 2026.

Ξένοι αγοραστές με επενδυτικό και μεταναστευτικό βλέμμα

Το προφίλ των ξένων αγοραστών αποτυπώνει ξεκάθαρα τη δυναμική της αγοράς. Σύμφωνα με έρευνα της RE/MAX Ελλάς, επτά στους δέκα επενδυτές οικιστικών ακινήτων στην Ελλάδα είναι ηλικίας 41 έως 60 ετών. Για τον έναν στους δύο, η αγορά κατοικίας δεν αποτελεί μόνο επενδυτική επιλογή, αλλά συνδέεται και με την προοπτική μελλοντικής ή ακόμη και μόνιμης εγκατάστασης στη χώρα.

Παρά τις αλλαγές στο πρόγραμμα της «Χρυσής Βίζας», οι ξένες επενδύσεις σε ακίνητα διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα. Το πρώτο εξάμηνο του 2025 άγγιξαν τα 938,3 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρείται ελκυστικός και σχετικά ασφαλής προορισμός στην Ανατολική Μεσόγειο για δεύτερη κατοικία ή τοποθετήσεις με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Στην Αττική, την πρωτιά μεταξύ των ξένων αγοραστών κατέχουν οι Ισραηλινοί, ενώ ακολουθούν Τούρκοι και Λιβανέζοι. Αξιόλογη είναι και η παρουσία αγοραστών από την Κίνα και την Ουκρανία. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στη Θεσσαλονίκη, όπου οι Ισραηλινοί παραμένουν στην πρώτη θέση, με σημαντική παρουσία επίσης από Βουλγαρία, Γερμανία, Τουρκία και Αλβανία. Στην υπόλοιπη Ελλάδα, κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι Γερμανοί, ενώ ακολουθούν Βούλγαροι και Γάλλοι.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος χρηματοδότησης. Σχεδόν το 90% των αγορών πραγματοποιείται με ίδια κεφάλαια, γεγονός που επιταχύνει τις συναλλαγές και περιορίζει την εξάρτηση από τον τραπεζικό δανεισμό. Παράλληλα, το 57% των αγοραστών αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα, ενώ ένα επιπλέον 18% δηλώνει θετικό σε ένα τέτοιο σενάριο.

Σταθερή άνοδος και στα επαγγελματικά ακίνητα

Θετικές παραμένουν οι προοπτικές και στην αγορά επαγγελματικών ακινήτων. Σύμφωνα με στοιχεία του Spitogatos, την περίοδο 2019-2025 οι τιμές πώλησης γραφείων και καταστημάτων κινήθηκαν έντονα ανοδικά, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται στον Πειραιά και στα προάστιά του, αλλά και στα βόρεια προάστια της Αττικής. Το πρώτο εξάμηνο του 2025, τα επτά στα δέκα επαγγελματικά ακίνητα που άλλαξαν χέρια ήταν γραφεία, γεγονός που αποτυπώνει τη στροφή της ζήτησης.

Ανοδικά κινήθηκαν και τα ενοίκια, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να εντοπίζονται στα προάστια του Πειραιά, στα δυτικά προάστια και στο ίδιο το λιμάνι, περιοχές που συγκεντρώνουν έντονη εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Οι εκτιμήσεις της αγοράς συγκλίνουν στο ότι το 2026 δύσκολα θα φέρει αποκλιμάκωση τιμών. Οι συνεχείς αυξήσεις στο κόστος των οικοδομικών υλικών, σε συνδυασμό με τη χαμηλή οικοδομική δραστηριότητα της προηγούμενης χρονιάς, περιορίζουν την προσφορά νέων ακινήτων και ενισχύουν τις ανοδικές πιέσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η αγορά ακινήτων φαίνεται να διατηρεί τη δυναμική της, με το ερώτημα να μην είναι αν θα συνεχιστούν οι αυξήσεις, αλλά με ποια ένταση.