Λίγο πριν από την πρεμιέρα στις 2 Φεβρουαρίου, στο Θέατρο Arroyo, οι ηθοποιοί της παράστασης «Βάσσα – Μια μητέρα» μιλούν στο Newsbest. Μια συζήτηση για την οικογένεια, την εξουσία και την ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Η Λίλλυ Μελεμέ σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στο συγκλονιστικά επίκαιρο έργο του Μαξίμ Γκόρκι «Βάσσα – Μια μητέρα», παρουσιάζοντας μια αιχμηρή πολιτική ανάγνωση πάνω στην εξουσία, την οικογένεια και τη βία που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά.
Μαζί με μια ομάδα νέων ηθοποιών, που μάλιστα έχουν υπάρξει και μαθητές της – Πολύμνια Αγγελάκη, Αγαθή Κυριαζή, Ξένια Κουτσουμπού, Λεωνίδα Λεωντιάδη, Μελίνα Ποτουρίδου, Αλέξανδρο Σάβγκα, Αλέξανδρο Σπυριδέλλη, Σίμο Στυλιανού και Κατερίνα-Μαρία Σαλταούρα – η σκηνοθέτρια συνθέτει έναν ασφυκτικό σκηνικό μικρόκοσμο, όπου η μητρική αγάπη μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου και η επιβίωση σε ηθικό αδιέξοδο.
Το Newsbest μίλησε με τους ηθοποιούς για τους ρόλους τους, τη συνεργασία τους με τη Λίλλυ Μελεμέ και το πώς βιώνουν τη σύγχρονη καλλιτεχνική πραγματικότητα.

Ρωτήσαμε την ομάδα τι θα δούμε επί σκηνής
Η Αγαθή Κυριαζή, η Λίπα του έργου, μας εξηγεί ότι στο έργο του Γκόρκι: «Με αφορμή την εξιστόρηση της παρακμής μιας οικογένειας και το πέρασμά της στην επόμενη εποχή, θα δείτε να ξετυλίγονται πολύ αναγνωρίσιμες ανθρώπινες συμπεριφορές, που αποκαλύπτουν παθογένειες οι οποίες φτάνουν έως και το σήμερα. Άλλωστε, η οικογένεια είναι η πρώτη κοινότητα μέσα στην οποία διαμορφώνεται ο άνθρωπος και όσα δομούνται εκεί τον ακολουθούν για πάντα».
Η Πολύμνια Αγγελάκη, η Νατάλια της Βάσσα, διευκρινίζει ότι: «Η παράσταση δεν προσπαθεί να “εξηγήσει” το έργο, αλλά να το “ανοίξει”. Η προσέγγιση είναι υπόγεια και βαθιά συναισθηματική. Οι ρόλοι βρίσκονται σε διαρκή εσωτερική μετατόπιση. Υπάρχει έντονη δουλειά στη σιωπή, στο βλέμμα, στη ρωγμή και σε ό,τι δεν λέγεται. Το Arroyo γίνεται ένας ζωντανός χώρος σύγκρουσης και επιθυμίας, όπου το κοινό δεν παρακολουθεί απλώς, αλλά καλείται να σταθεί πολύ κοντά».
Ο Αλέξανδρος Σπυριδέλλης, που ερμηνεύει τον Μιχαήλ Βασίλιεβιτς, συμπληρώνει ότι: «Πρόκειται για χαρακτήρες και ψυχισμούς που σίγουρα έχουμε, λίγο-πολύ, όλοι συναντήσει στη ζωή μας. Ίσως δείτε και τον εαυτό σας. Ποιος ξέρει;»
Για την Κατερίνα-Μαρία Σαλταούρα, τη Ντούνια της Βάσσα, ο στόχος είναι πολύ συγκεκριμένος: «Δεν προσπαθούμε καθόλου να ωραιοποιήσουμε ούτε την εποχή ούτε τους χαρακτήρες του έργου. Αντιθέτως, θέλουμε να δείξουμε την ωμή πραγματικότητα: ότι όταν η εξουσία και το χρήμα μπαίνουν πάνω από όλα, ακόμα και η μητρική αγάπη μπορεί να μετατραπεί σε όπλο εγκλήματος».
Η Μελίνα Ποτουρίδου, η Λιουντμίλα Μιχαήλοβνα, πιστεύει ότι: «Η Βάσσα του Γκόρκι είναι ένα πανέμορφο έργο, γεμάτο διαφορετικούς, ιδιαίτερους και πάντα σύγχρονους ανθρώπους. Πρόκειται για μια μικροκοινωνία γεμάτη πόνο, αγάπη, ελπίδα και πένθος».
Από την πλευρά της, η Ξένια Κουτσουμπού, που ερμηνεύει την Άννα Ζαχάροβνα, αναλύει μια ακόμη πλευρά του κειμένου: «Παρότι Ρώσος ο συγγραφέας, το έργο απηχεί χαρακτηριστικές συμπεριφορές οικογενειών της ελληνικής επαρχίας, οι οποίες διαιωνίζονται έως σήμερα, καθιστώντας την παθογένεια διαχρονική».

Για τον Αλέξανδρο Σάβγκα, τον Πρόχορ Ιβάνοβιτς: «Πρόκειται για ένα έργο πολύ επίκαιρο, αν και γραμμένο το 1910».
Ο Λεωνίδας Λεοντιάδης, που ερμηνεύει τον Σεμιόν Ζαχάροβιτς, εξηγεί ότι, αν και η σκηνοθετική προσέγγιση είναι ρεαλιστική, «υπάρχουν ελαφρώς σουρεαλιστικά στοιχεία».
Τέλος, ο Σίμος Στυλιανού, ο Πάβελ Ζαχάροβιτς της Βάσσα, πιστεύει πως: «Το μεγάλο μας στοίχημα είναι ο θεατής να προβληματιστεί και να ταυτιστεί με την ιστορία».
Ζητήσαμε από την ομάδα να μας συστήσει τους ρόλους που ζωντανεύουν στο έργο του Γκόρκι:
Αγαθή Κυριαζή: «Ο ρόλος μου είναι η Λίπα, η υπηρέτρια του σπιτιού. Είναι μια γυναίκα που δουλεύει πολύ σκληρά, αλλά ταυτόχρονα έχει έναν ιδιαίτερα πολύπλοκο δεσμό με την οικογένεια των Ζελεζνόφ, που θα την οδηγήσει στα άκρα. Ο ρόλος μου αποτελεί το κοινωνικό σχόλιο του Γκόρκι για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα· τους ανθρώπους που αφανίζονται πρώτοι».
Αλέξανδρος Σπυριδέλλης: «Υποδύομαι τον Μιχαήλ, αρχιεργάτη στο εργοστάσιο των Ζελεζνόφ και δεξί χέρι της Βάσσας. Ως άνθρωπος της εργατικής τάξης, προσπαθεί να επιβιώσει και να αναγνωριστεί η δουλειά του. Επιλέγει άμεσους τρόπους για να το πετύχει, αλλά και σκοτεινούς».
Κατερίνα-Μαρία Σαλταούρα: «Υποδύομαι τη Ντούνια, την οικονόμο του ευεργέτη Ζαχάρ. Ως μακρινή συγγενής του, συνδέεται μαζί του με μια παλιά, ίσως ιδιαίτερα στενή σχέση, που την καθιστά αιχμηρό και σιωπηλό παρατηρητή. Για μένα είναι η προσωποποίηση της καχυποψίας: μια γυναίκα που επιβιώνει συλλέγοντας μυστικά και μετατρέποντας την πειθαρχία της σε δύναμη επιβολής».
Μελίνα Ποτουρίδου: «Η Λιουντμίλα είναι ένα πλάσμα της γης και του αέρα, τόσο δυναμικό όσο και αέναο. Μπορείς να την αγαπήσεις και να τη μισήσεις στο ίδιο δευτερόλεπτο — όπως και όλους τους χαρακτήρες του έργου. Αυτή είναι η ομορφιά του. Κάθε άνθος επιβιώνει με τον δικό του τρόπο, αλλά κανένα δεν φταίει αν το φύτεψαν σε λάθος χώμα».

Ξένια Κουτσουμπού: «Υποδύομαι την Άννα Ζαχάροβνα, τη μεγάλη κόρη της Βάσσας. Μόλις ενηλικιώθηκε, ξέφυγε από τον οικογενειακό κλοιό κάνοντας μεγάλο κρότο, έζησε τον έρωτά της στη Μόσχα, προδόθηκε και επιστρέφει διψασμένη για αποκατάσταση του ονόματος και του εγωισμού της. Ένα μερίδιο της κληρονομιάς — για την ίδια και τα παιδιά της — σίγουρα δεν θα την έβλαπτε».
Αλέξανδρος Σάβγκα: «Υποδύομαι τον Πρόχορ Ιβάνοβιτς, έναν άνθρωπο που ξέρει τι θέλει. Δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του και ζει τη ζωή του στα άκρα, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει».
Πολύμνια Αγγελάκη: «Η Νατάλια βρίσκεται σε διαρκή εσωτερική ένταση. Είναι ένας ρόλος που κινείται ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που καταπιέζεται· όσο προχωρά η παράσταση, αυτή η πίεση γίνεται όλο και πιο ορατή».
Λεωνίδας Λεοντιάδης: «Ο Σεμιόν είναι ένας άντρας-αγόρι που, κάτω από τη σκιά της μητέρας του, δεν μεγάλωσε ποτέ. Ελαφρώς ευθυνόφοβος και κάπως αφελής, προσπαθεί να ζήσει τη ζωή του μέσα στις ταραχές που συμβαίνουν στην οικία Ζελεζνόφ».
Σίμος Στυλιανού: «Ο Πάβελ, το μικρό παιδί της οικογένειας, είναι ένας ρόλος με τεράστιο ενδιαφέρον και μεγάλη υποκριτική πρόκληση. Τα ψυχολογικά του ζιγκ-ζαγκ, ο θυμός του και η επιθυμία του να ζήσει και να ερωτευτεί τον καθιστούν ιδιαίτερα γοητευτικό».
Πώς ήταν όμως η συνεργασία τους με τη Λίλλυ Μελεμέ και πόσο διευκόλυνε ή όχι το γεγονός ότι υπήρξε δασκάλα τους;
Αγαθή Κυριαζή: «Η Λίλλυ Μελεμέ ανήκει στην κατηγορία των δασκάλων που σε εισάγουν σε μια μέθοδο και σου προσφέρουν εργαλεία — κάτι εξαιρετικά σημαντικό για τη θεατρική εκπαίδευση και, δυστυχώς, όχι αυτονόητο. Η “ευκολία”, λοιπόν, ήταν ότι είχαμε κοινούς κώδικες στα εργαλεία μας, όμως εκεί εντοπίζεται και η δυσκολία: στο να τα χρησιμοποιήσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο».
Κατερίνα-Μαρία Σαλταούρα: «Η συνεργασία με τη Λίλλυ Μελεμέ αποτελεί για μένα την εκπλήρωση ενός καλλιτεχνικού ονείρου. Το να συνυπάρχεις δίπλα της είναι από μόνο του ένα διαρκές σχολείο. Είτε ως θεατής είτε ως μαθήτρια είτε τώρα ως συνεργάτιδα και συμπαίκτρια επί σκηνής, κάθε στιγμή αποτελεί μάθημα εξέλιξης».
Μελίνα Ποτουρίδου: «Μου έμαθε πάρα πολλά πράγματα τα τρία χρόνια της φοίτησής μου. Με ξεκλείδωσε, με ταρακούνησε και με ώθησε να σκέφτομαι με καινούργιους τρόπους για τον ρόλο, το κείμενο και τον άνθρωπο. Ξεκινήσαμε μαζί αυτό το ταξίδι και χαίρομαι πολύ που έχω την ευκαιρία να το συνεχίσουμε. Νιώθω απίστευτη ασφάλεια, εμπιστοσύνη και απέραντο θαυμασμό δίπλα της».

Ξένια Κουτσουμπού: «Η προηγούμενη συνεργασία μας σε μαθητικό πλαίσιο διευκόλυνε τη σημερινή μας δουλειά. Τη Λίλλυ τη διάλεξα και θα τη διαλέξω ξανά ως σκηνοθέτρια και καθηγήτρια. Η μέθοδός της “περνά” τον ρόλο από μέσα μας, ξεκλειδώνει και αξιοποιεί δικά μας πάθη, απωθημένα και ανασφάλειες, ενώ μας ωθεί να συμπαθήσουμε κάθε μύχια πτυχή του ρόλου, όσο απωθητική κι αν φαινόταν αρχικά».
Πολύμνια Αγγελάκη: «Λατρεύω να δουλεύω με τη Λίλλυ. Ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα, οι λεπτομέρειες που παρατηρεί και όλη η γνώση που μας προσφέρει απλόχερα μάς ωθούν να εμβαθύνουμε όλο και περισσότερο. Είμαι ευγνώμων για κάθε λεπτό που περνάω μαζί της».
Πώς είναι να είναι κανείς καλλιτέχνης στην Ελλάδα του 2026;
Αλέξανδρος Σπυριδέλλης: «Δεδομένου ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν βρίσκεται και στην καλύτερή του φάση, ο καλλιτέχνης σήμερα έχει την ευκαιρία να μιλήσει για πολλά πράγματα — αρκεί να διεκδικεί και να του δίνεται ο χώρος για να το κάνει».
Κατερίνα-Μαρία Σαλταούρα: «Το να είσαι καλλιτέχνης σήμερα σημαίνει να κολυμπάς σε έναν ωκεανό ερεθισμάτων και πληροφορίας. Η πραγματική πρόκληση είναι το πώς θα αξιοποιήσεις και θα συνθέσεις αυτόν τον όγκο δεδομένων ώστε να διαμορφώσεις μια ειλικρινή καλλιτεχνική ταυτότητα. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ο “υποψιασμένος θεατής”. Το στοίχημα είναι να καταφέρεις να τον ξαφνιάσεις και να τον μετατοπίσεις».
Μελίνα Ποτουρίδου: «Κάθε γενιά είναι διαφορετική. Η δική μας έχει την ανάγκη να μιλήσει με άμεσο τρόπο — λιγότερο στημένο και πιο ανθρώπινο, απαλό και απλό. Αυτή, νομίζω, είναι η δύναμή μας».
Ξένια Κουτσουμπού: «Θα ήθελα να πω κάτι αισιόδοξο για τους καλλιτέχνες: σήμερα η σταδιοδρομία στον χώρο είναι πιο ελπιδοφόρα σε σχέση με 10–15 χρόνια πριν. Και τώρα κάτι αισιόδοξο για εμένα: ευτυχώς αποφοίτησα και από τη Νομική και βιοπορίζομαι από τη μάχιμη δικηγορία, γιατί παραμένουν πολλοί οι “κακοί λύκοι” στον χώρο — συχνά ντυμένοι με προβιά».
Πολύμνια Αγγελάκη: «Είναι δύσκολο και όμορφο ταυτόχρονα. Χρειάζεται συνεχής αγώνας σε πολλά επίπεδα. Θα ήθελα οι καλλιτέχνες να μη θεωρούμαστε απλώς “διασκεδαστές”, αλλά να εξελισσόμαστε πνευματικά και να έχουμε κάτι ουσιαστικό να πούμε. Παρά τις δυσκολίες και την έλλειψη οικονομικής ασφάλειας, όταν αγαπάς πραγματικά αυτό που κάνεις και επιμένεις, πάντα κάτι κερδίζεις».

Η υπόθεση
Ενώ ο πατέρας πεθαίνει, η οικογένεια διαλύεται και η επιχείρηση καταρρέει, η μητέρα αναλαμβάνει τα ηνία και χρησιμοποιεί κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο προκειμένου να επιβιώσει. Όντας και η ίδια θύμα της πατριαρχίας και της κοινωνικής αδικίας που τοποθετεί την γυναίκα στο περιθώριο, αρπάζει την ευκαιρία και μεταμορφώνεται σε αμείλικτο θύτη που αγωνίζεται να επιβληθεί και να εδραιώσει την εξουσία της, χρησιμοποιώντας την μητρική της ιδιότητα. Όλα γίνονται στο όνομα της αγάπης και της φροντίδας για τα παιδιά.
Μόνο που τα παιδιά, αλλά και όλοι όσοι βρίσκονται γύρω της δεν αποτελούν παρά ανελέητους καθρέφτες, παράπλευρα θύματα ή βαθιές ρωγμές της. Και ακριβώς εδώέγκειται και η τραγωδία της.
Συντελεστές:
Κείμενο: Μάξιμ Γκόρκι
Μετάφραση: Αλεξανδρος Σάβγκα σε συνεργασία με τον θίασο
Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ
Φωτογραφίες: Λίνα Οικονόμου
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Γιώτα Δημητριάδη
Παίζουν: Πολύμνια Αγγελάκη, Αγαθή Κυριαζή, Ξένια Κουτσουμπού, Λεωνίδας Λεωντιάδης, Λίλλυ Μελεμέ, Μελίνα Ποτουρίδου, Αλέξανδρος Σάβγκα, Αλέξανδρος Σπυριδέλης, Σίμος Στυλιανού, Κατερίνα Μαρία Σαλταούρα
Παραστάσεις: Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Διάρκεια: 100 λεπτά
Προπώληση: TicketServices.gr
Θέατρο Arroyo
Μεγ. Αλεξάνδρου 128, Αθήνα (5’ λεπτά από το Μετρό του Κεραμεικού)