Συναντηθήκαμε με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, με αφορμή τη νέα παράσταση που σκηνοθετεί, στο Θέατρο Χώρα, το «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα» της Μπεθ Στηλ. Ένα κοινωνικοπολιτικό έργο που διαδραματίζεται στον απόηχο της οικονομικής καταστροφής που προκάλεσε στους ανθρακωρύχους το κλείσιμο των ορυχείων τη δεκαετία του ‘80, επί Θάτσερ.

Ωστόσο, η κουβέντα μας δεν περιορίστηκε μόνο στα της παράστασης, που ήδη έχει αγκαλιαστεί από τους θεατές, όπως -άλλωστε- όλα τα έργα που ανεβάζει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του ελληνικού θεάτρου, που εμπιστεύεται το κοινό. Συζητήσαμε για πολλά: για το Θέατρο του Νέου Κόσμου που όταν πήρε τον χώρο πριν 30 ακριβώς χρόνια ήταν μια εγκαταλελειμμένη ζυθαποθήκη του ΦΙΞ, αλλά και για το πώς έγινε η μεταπήδησή του από την υποκριτική στη σκηνοθεσία. Μιλήσαμε για το θέατρο γενικότερα, για την πολιτική, ενώ μας διηγήθηκε υπέροχες ιστορίες από τα παλιά, κάποιες και πιο προσωπικές.

– Είμαστε εδώ στο θέατρο του Νέου Κόσμου, στον προσωπικό σας χώρο, που κλείνει σχεδόν 30 χρόνια, αν δεν κάνω λάθος.

Σωστά. Το 1997 ανέβηκε εδώ η πρώτη παράσταση. Το 1995 πήραμε το χώρο αυτόν, που ήταν ζυθαποθήκη του ΦΙΞ, εγκαταλελειμμένη.

– Πώς πήρατε την απόφαση εκείνη;

Εντελώς αυθόρμητα.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

– Δεν ήταν κάτι που το επεξεργαζόσασταν από καιρό;

Εγώ ήμουν ηθοποιός και κάποια στιγμή μετακινήθηκα στη σκηνοθεσία. Με έσπρωξε και η γυναίκα μου, η Κοραλία. Εκείνο τον καιρό είχα αναλάβει το θεατρικό τμήμα της φοιτητικής εστίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ανεβάζαμε παραστάσεις, στις οποίες δεν δίναμε ιδιαίτερη προβολή, γιατί θεωρούσα ότι δεν έπρεπε να «ψωνιστούν» οι φοιτητές που συμμετείχαν. Η πρόταση να αναλάβω αυτή τη δουλειά μου έγινε από τη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, που δεν υπάρχει πια, και που έκαναν πολύ ωραία πράγματα τότε. Ήταν η καλή εποχή του ΠΑΣΟΚ, τόσο παλιά. Κι έτσι με καλέσανε να στήσω ένα θεατρικό τμήμα. Μου άρεσε πολύ όλο αυτό. Εγώ έμεινα 8 χρόνια σ’ αυτή τη θέση και νομίζω ότι συνεχίζουν μέχρι και σήμερα. Κάποια στιγμή, λοιπόν, μου λέει η Κοραλία: «Να σου πω κάτι. Είσαι πιο καλός σκηνοθέτης από ό,τι ηθοποιός». Αυτό ήταν μια μαχαιριά. Αλλά από την άλλη είχε δίκιο.

– Ξέρετε τι λένε, στο ποδόσφαιρο τουλάχιστον, ότι οι μεγαλύτεροι προπονητές είναι αυτοί που ως ποδοσφαιριστές δεν ήταν το ίδιο καλοί.

Ωραίο αυτό. Και ο σκηνοθέτης είναι προπονητής.

– Αισθάνεστε και λίγο κόουτς; Γιατί έχετε βγάλει και πολλούς ηθοποιούς, νέα παιδιά που τα έχετε στηρίξει και έχουν περάσει και από το Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Δεν μου αρέσει και τόσο πολύ το «έβγαλα»…

– Βοηθήσατε;

Τίποτα από όλα αυτά. Θα έλεγα, ψάχνω. Μου αρέσει να δουλεύω με νέους και ψάχνω με πολλή προσοχή να βρω αυτούς που μου ταιριάζουν για τους ρόλους. Μάλλον κάνω καλές επιλογές, για να λέμε την αλήθεια.

– Έχετε και το ένστικτο;

Δεν είναι ακριβώς ένστικτο, είναι δουλειά, θα έλεγα.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

– Η επιλογή του χώρου πώς έγινε; Είστε από τον Νέο Κόσμο;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Άνω Ιλίσια, εκεί είναι το πατρικό μου, αλλά έφυγα στα 18 μου και, όπως πολλοί νέοι της δικής μου γενιάς, πήγα κι έμεινα στα Εξάρχεια. Η επιλογή, λοιπόν, του χώρου έγινε εντελώς τυχαία. Πέρναγα μια μέρα από κει. Η αποθήκη αυτή ήταν ερειπωμένη και ο χώρος γεμάτος σκουπίδια, που πέταγε όλη η γειτονιά. Επειδή μου αρέσουν πολύ τα παλιά κτίρια και η αρχιτεκτονική τους, ήμουν και νεότερος και με θύμωνε πολύ που γκρεμίζονταν παλιά σπίτια και γίνονταν πολυκατοικίες- ευτυχώς που ο Τρίτσης έφτιαξε τον νόμο για τα διατηρητέα κι έτσι σώθηκαν αρκετά παλιά κτίρια-, μόλις είδα το χώρο αυτόν, φρενάρισα, μου άρεσε και μπήκα στη διαδικασία της αγοράς από την Εθνική Τράπεζα, αν και δεν υπήρχε τότε φράγκο. Αυτό θα πει να είσαι νέος.

-Η πρώτη παράσταση που ανέβηκε εδώ ποια ήταν;

Ο «Κοινός Λόγος», το 1997, εδώ στην αυλή της ζυθαποθήκης, που στη συνέχεια έγινε το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Το έργο βασίζεται σε αφηγήσεις καταγραμμένες από την Έλλη Παπαδημητρίου, Μικρασιάτισσα από τη Σμύρνη, αριστερή, πολύ δυναμική γυναίκα, που τη θεωρώ με έναν τρόπο «πνευματική μου μητέρα», γιατί με έμαθε να αγαπάω πράγματα που έχουν μείνει στην ψυχή μου.

– Είναι σπουδαίο, πάντως, να συναντάς στην πορεία σου ανθρώπους σημαντικούς που θα σε εμπνεύσουν και θα επηρεάσουν και τη σκέψη σου.

Ακριβώς. Δούλευα στις εκδόσεις Κέδρος, μαζί με την Κοραλία, και είχα την ευκαιρία να γνωρίσω μεγάλες φυσιογνωμίες, γιατί ήταν και η εποχή τέτοια, μετά τη χούντα: από τον Ρίτσο, τον Βάρναλη, μέχρι τον Λειβαδίτη. Περνούσαν οι πάντες από εκεί, ήταν και περαντζάδα κι έρχονταν και κάθονταν, οπότε ήρθα σε επαφή με αυτό τον κόσμο. Πνευματικός κόσμος και αριστερός κόσμος.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

– Και στην ουσία του αριστερός. Γιατί τώρα λίγο, νομίζω, έχει χαθεί αυτή η ουσία της Αριστεράς.

Όλα κάπως μετακινούνται ή αλλάζουν ή χαλάνε μέσα στην πορεία του χρόνου.

– Επειδή σας βλέπω έτσι πολύ ήρεμο, υπάρχουν αλήθεια πράγματα που σας θυμώνουν;

Αν θυμώνω; Κανονικότατα. Κάποιες φορές συμβαίνει κάτι που σε φέρνει σε πολύ μεγάλη σύγκρουση ή μπορεί να θυμώνω και για πολιτικούς λόγους. Και δεν αναφέρομαι στην παρέα με τους φίλους μου ή με έναν άνθρωπο που είναι άλλης ιδεολογίας. Καθόλου, δεν με νοιάζει αυτό. Αλλά είμαστε σε μια πολύ δύσκολη εποχή. Δηλαδή, μιλάμε για την Αριστερά, αλλά δεν λέμε ότι και η Δεξιά δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα. Τώρα είναι ακροδεξιά. Με το «έτσι θέλω» κάνουν ό,τι θέλουν. Εγώ, για παράδειγμα, ήμουν νέος και αριστερός, με τα χαϊμαλιά μου, τα μακριά μου τα μαλλιά και είδα στον δρόμο στην Ακαδημίας να περπατά μόνος του ο Γεώργιος Ράλλης, ένας δημοκρατικός δεξιός άνθρωπος, και του λέω: «Σας εκτιμώ πάρα πολύ, αλλά να σας διευκρινίσω ότι εγώ είμαι αριστερός». Και μου λέει: «Και;», έτσι ένα παχύ «και». Του λέω: «Για να είμαι ξεκάθαρος». «Καλά κάνεις, παλικάρι μου», απάντησε και συνέχισε.

– Ήταν διαφορετικοί οι πολιτικοί του τότε με το σήμερα. Και όπως είπατε, αλλάζουν και οι εποχές, χάνεται και αυτός ο ρομαντισμός.

Χάνεται ίσως για μας, γιατί μεγαλώνουμε.

– Το θέατρο, μέσα σε όλο αυτό, τι θέση έχει και ποιος είναι ο ρόλος του;

Το θέατρο, έτσι κι αλλιώς, αφουγκράζεται την κοινωνία, άρα είναι, στην ουσία, δημοκρατικό.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

– Από ποια άποψη;

Από την άποψη ότι δεν υπάρχει θέατρο χωρίς τους θεατές, άρα είναι μια συλλογική δραστηριότητα.

– Εσείς επιλέγετε κυρίως κοινωνικοπολιτικά έργα.

Ναι, πράγματι.

– Μπορεί να κάνω λάθος σε αυτό, αλλά στο μυαλό το δικό μου το θέατρο, κυρίως, αυτό πρέπει να έχει: κοινωνικοπολιτικά έργα.

Ναι, δεν γίνεται αλλιώς. Αν η έμπνευσή σου δεν είναι μέσα από αυτό που ζεις, μέσα από την κοινωνία που ζεις, και πώς παρεμβαίνεις κιόλας, και δεν εννοώ πολιτικά, αλλά πώς παρεμβαίνεις μέσα από την τέχνη σου. Αν και διαχρονικά τον πολιτισμό τον έχουν γραμμένο στα παλιά τους τα παπούτσια οι ιθύνοντες.

– Γιατί όμως αυτό;

Γιατί έχει δόντια και δαγκώνει ο πολιτισμός, το θέατρο και όχι μόνο.

– Αυτό πάντα συνέβαινε;

Λίγο πολύ, ναι. Δεν υπάρχει ένα συνολικό όραμα για τον πολιτισμό και το ΥΠΠΟ πλέον είναι πολύ απόμακρο από τους καλλιτέχνες και τις ανάγκες τους.

– Η νέα σας παράσταση που σκηνοθετείτε τώρα, «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα», είναι και αυτή ένα κοινωνικοπολιτικό έργο με το οποίο μας συστήνετε και τη Βρετανίδα συγγραφέα, Μπεθ Στηλ.

Πράγματι. Οι κεντρικές ηρωίδες είναι τρεις αδελφές -η Μπεθ είναι επηρεασμένη από τον Τσέχωφ, τον οποίο κι εγώ αγαπώ πολύ- και η ιστορία διαδραματίζεται στον απόηχο της οικονομικής καταστροφής που προκάλεσε στους ανθρακωρύχους το κλείσιμο των ορυχείων τη δεκαετία του ‘80, επί Θάτσερ, ρίχνοντας στην ανέχεια την εργατική τάξη κι επηρεάζοντας κατ’ επέκταση και όλη την Αγγλία.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

– Εσείς το έργο πώς το ανακαλύψατε; Είναι μόλις περσινό, σωστά;

Ναι, το είδε στο Λονδίνο ο γιος μου, ο Μίλτος, που έχει αναλάβει τη διεύθυνση του Θεάτρου του Νέου Κόσμου και κάνει πολύ ωραία δουλειά. Άρεσε και στην Κοραλία το έργο..

– Έχετε μεγάλη εμπιστοσύνη στη σύζυγό σας.

Εμπιστεύομαι πάρα πολύ τη γνώμη της.

– Μου αρέσει όπως μιλάτε για τη σύζυγό σας και είναι πολύ ωραίο αυτό που λέτε. Είστε πολλά χρόνια μαζί;

Κοντά στα σαράντα. Την αγαπάω πολύ. Μας αρέσει να περπατάμε σε μονοπάτια, μας αρέσουν τα ταξίδια, μας αρέσει η θάλασσα, να βλέπουμε θέατρο, συζητάμε οτιδήποτε κάνουμε. Η Κοραλία είναι πολύτιμη για εμένα κι εγώ προσπαθώ να είμαι χρήσιμος.

– Συνεχίζουμε με την παράσταση…

Η ιστορία διαδραματίζεται μέσα σε μία μέρα, όπου μαζεύεται όλη η οικογένεια στο σπίτι του πατέρα, που ήταν ανθρακωρύχος, για το γάμο της μικρότερης αδελφής με έναν Pολωνό μετανάστη. Είναι πολύ αγαπημένες οι αδελφές, ακόμα και όταν συμβαίνουν πολύ σκληρά πράγματα στην πορεία της ημέρας, με όλα τα καλά και τα κακά, από αυτά που γίνονται στους γάμους. Έτσι, τουλάχιστον λένε, εγώ δεν ξέρω. Εγώ έκανα πολιτικό γάμο, οπότε δεν χρειάστηκε να ζήσω τέτοιου είδους πράγματα με οικογένειες, συγγενείς και πάει λέγοντας.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

– Παντρευτήκατε με πολιτικό γάμο, τότε στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ;

Ναι, λίγο πιο μετά. Στον Υμηττό, πού μέναμε, ήταν δήμαρχος ο Ανδρέας Λεντάκης. Στη διάρκεια της πράξης, μας ρώτησε ποιανού το επώνυμο θα έπαιρνε το παιδί, κάτι που δεν ήταν στα σχέδιά μας. Κι εγώ λέω αυθόρμητα: «Το επώνυμο της Κοραλίας».

– Αλήθεια;

Ο γιος μου λέγεται Σωτηριάδης, όχι Θεοδωρόπουλος.

– Είστε πολύ φεμινιστής, ειδικά για την εποχή εκείνη. Είναι απίστευτο. Χαίρομαι που το ακούω.

Πλάκα έχει. Είναι πάρα πολύ ωραίο.

– Και είστε ισχνή μειοψηφία, γιατί ειδικά όταν είναι αγόρι, θέλει κανείς τη συνέχεια του ονόματος.

Όταν πήγα στο ληξιαρχείο να δηλώσω τον γάμο, η υπάλληλος διαβάζει την απόφαση για το επίθετο και ενοχλήθηκε. Με ρώτησε με ανάλογο ύφος: «γιατί;».

– Πάντως, για την εποχή εκείνη, ήταν ανατρεπτικό αυτό που κάνατε. Γυρίζοντας στο θέατρο, αυτό γενικά με το «διδακτικό» στις παραστάσεις πώς το βλέπετε;

Δεν μου πάει καθόλου. Δεν το πιστεύω. Το θέατρο είναι τι καταλαβαίνει, τι νιώθει ο θεατής, όχι τι του βάζεις με το κουτάλι στο στόμα. Επίσης, πιστεύω ότι δεν είναι ένας ο σκηνοθέτης. Ξεκινώντας τη δουλειά, είσαι εσύ, βεβαίως ο σκηνοθέτης. Από την άλλη, δουλεύεις με ηθοποιούς και άλλους συντελεστές, που έχουν και αυτοί την άποψή τους και τη ματιά τους πάνω στο έργο και όλα αυτά επηρεάζουν την πορεία της πρόβας. Φυσικά την τελική ευθύνη την έχει ο σκηνοθέτης, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και ο θεατής έχει επίσης τη δική του ματιά, κατά κάποιο τρόπο «σκηνοθετική». Αυτή η ζωντανή αλληλεπίδραση, όσο παίζεται μια παράσταση, είναι κάτι συναρπαστικό για μένα. Η παράσταση είναι κάτι πολύ ζωντανό, που μπορεί να μετακινήσει το μυαλό και το συναίσθημα εκατέρωθεν.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

– Πάντως, και δεν το λέω ως κομπλιμέντο, γιατί δεν έχετε και ανάγκη, αλλά οι παραστάσεις σας είναι από αυτές που σε μετακινούν και συναισθηματικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Μια άλλη Θήβα», που είναι από τις παραστάσεις που έχουν «γράψει» μέσα μας.

Ξέρεις πόσοι άνθρωποι, και ειδικά νέοι, την είδαν; Και αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ είναι που την έβλεπαν δεύτερη και τρίτη φορά. Πολύς κόσμος. Δεν έχω ξαναζήσει κάτι ανάλογο. Ξέρεις, επειδή είναι ένα ζωντανό πράγμα το θέατρο, έχει να κάνει με το σήμερα, ακόμα κι αν κάνεις ένα έργο κλασικό, για το σήμερα μιλάς. Έτσι γινόταν πάντα, σ’ όλη την ιστορία του θεάτρου.

– Για τις διασκευές τι πιστεύετε;

Ότι είναι μέσα στο DNA του θεάτρου. Είναι ένας τρόπος να φέρνουμε τα σημαντικά έργα του παρελθόντος στο σήμερα. Προχθές είδα τον «Εχθρό του λαού» σε διασκευή και σκηνοθεσία του Τόμας Όστερμάιερ. Του βγάζω το καπέλο: Συμπυκνώνει όλα όσα πιστεύω για τις διασκευές. Έτσι κι αλλιώς, ας μην ανησυχεί κανείς, ένα καλό έργο θα μείνει στην ιστορία, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι το «κακοποιεί» μια σκηνοθεσία. Με έναν τρόπο, η προσωπική ματιά που διαμορφώνεις ως σκηνοθέτης αποτελεί μια διασκευή. Εγώ είμαι από τους αρκετά πιστούς πάνω στα κείμενα, αλλά μπορώ να καταλάβω και να μου αρέσουν παραστάσεις οι οποίες δεν είναι καθόλου πιστές, αρκεί να έχουν λόγο ύπαρξης. Και βλέπω πολύ θέατρο.

– Μου δίνετε πάντως, την εικόνα ενός «αιώνιου μαθητή» του θέατρου.

Μακάρι.

– Δεν επαναπαύεστε στο ότι είστε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Και είστε πάντα στην εποχή και μπροστά από την εποχή.

Ξέρεις, μακάρι να συμβαίνει αυτό, γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολο ως άσκηση. Προσωπικά μου αρέσουν τα σύγχρονα έργα. Κι αυτό που κυρίως με ενδιαφέρει είναι πού σε πάει το έργο. Το «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα», το διάβαζα όλο το καλοκαίρι, γιατί ήθελα να το καταλάβω πολύ καλά, αλλά και να το κάνω δικό μου. Δεν έχω έτοιμη σκηνοθεσία, πριν αρχίσουν οι πρόβες. Έχω απ’ τη μια το έργο κι απ’ την άλλη τους ηθοποιούς, και η όποια έμπνευσή μου ή οι όποιες ιδέες βγαίνουν από αυτό που βλέπω στη σκηνή. Αυτό με οδηγεί στη σκηνοθεσία. Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι το να προετοιμάζω τη σκηνοθεσία κάθε σκηνής επί χάρτου δεν είναι γόνιμο, δεν είναι δημιουργικό και το εννοώ. Το πώς θα βγει η παράσταση, δεν το ξέρω εκ των προτέρων. Οι ηθοποιοί, αν τους δώσεις χώρο, αναπτύσσεται η φαντασία τους και αυτό είναι πολύτιμο. Μου αρέσει να υπάρχει αυτή η ελευθερία. Κάποιες φορές βγαίνει στη σκηνή κάτι που δεν θα μπορούσα να το έχω φανταστεί.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

– Έχουμε καλούς ηθοποιούς;

Έχουμε πάρα πολύ καλούς ηθοποιούς. Λόγου χάρη η ομάδα στο «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα». Θα το δεις και θα καταλάβεις. Είναι δέκα ηθοποιοί, μεγάλη παραγωγή. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ωραία ομάδα είναι. Όχι μόνο καλοί ηθοποιοί αλλά και εξαιρετικά παιδιά. Γιατί κι αυτό είναι σημαντικό στη δουλειά μας.

– Είδατε, είναι αυτό που σας είπα και πριν ότι είστε κόουτς. Ξέρετε να στήνετε ομάδες.

Μα μου αρέσει αυτό. Το έχω δουλέψει, το έχω παλέψει.

– Έπαιξε ρόλο σε αυτό ότι ήσασταν κι εσείς ηθοποιός πριν;

Βέβαια έπαιξε ρόλο.

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Λίγα λόγια για την παράσταση

Τι συμβαίνει όταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής ενός ζευγαριού ανοίγει την πόρτα σε ένα νέο, τρομακτικό και αβέβαιο μέλλον; Τα μέλη μιας οικογένειας από την εργατική τάξη της Αγγλίας συγκεντρώνονται μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα για να γιορτάσουν το γάμο της νεότερης από τις τρεις αδερφές, της Σύλβιας (Ελίνα Ρίζου), με τον Μάρεκ (Δαυίδ Μαλτέζε), έναν Πολωνό μετανάστη. Η Χέιζελ (Σύρμω Κεκέ) έχει έρθει στο γάμο της αδερφής της με τον άντρα της Τζον (Χρίστος Στυλιανού), κι ας μην είναι και «στα καλύτερα τους» ως ζευγάρι, και τις κόρες τους (Υακίνθη Κωνσταντοπούλου και Μαντώ Μιχαλιού), ενώ η άλλη αδερφή, η Μάγκι (Άννα Καλαϊτζίδου), που έχει καιρό να βρεθεί στο οικογενειακό σπίτι, εντελώς μόνη της. Από το πάρτι δεν θα μπορούσαν να λείπουν ο πατέρας της νύφης, Τόνι (Κώστας Φλωκατούλας), κι ο αδερφός του, Πιτ (Χάρης Γρηγορόπουλος ), που δεν μιλιούνται εδώ και 40 χρόνια, αλλά και η χειμαρρώδης γυναίκα του Πιτ, η Θεία Κάρολ (Μαρία Κατσιαδάκη).

Μέσα στη γιορταστική ατμόσφαιρα, με χορό, τραγούδι και άφθονο αλκοόλ, έρχονται στην επιφάνεια κρυμμένα συναισθήματα, οικογενειακά μυστικά και παλιές πληγές από την εποχή της Θάτσερ, με τη μακρόχρονη απεργία των μεταλλωρύχων και το τελικό κλείσιμο των ορυχείων, που έριξε στην ανέχεια τους κατοίκους μεγάλων περιοχών και σημάδεψε τα παιδικά χρόνια των τριών αδερφών.

Το έργο, που συγκεντρώνει επί σκηνής εκπροσώπους τριών γενεών, αγγίζει θέματα όπως η αγάπη, το πένθος, ο ρατσισμός, οι οικογενειακές σχέσεις και ο αγώνας των ανθρώπων να τα βγάλουν πέρα σε μια πραγματικότητα που δεν έπαψε να είναι δύσκολη. Ωστόσο, όπως συμβαίνει και στη ζωή κι όπως το έδειξε με μοναδικό τρόπο στα έργα του ο Τσέχοφ, το χιούμορ συνυπάρχει με το δράμα, το γέλιο με το κλάμα.

Μια παθιασμένη, σπαρακτική και ξεκαρδιστική απεικόνιση μιας οικογένειας που αγωνίζεται να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, καθημερινοί άνθρωποι που παλεύουν να βρουν χαρά μέσα σε συνθήκες απώλειας και κοινωνικής αδικίας.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση Αντώνης Γαλέος – Κοραλία Σωτηριάδου
Σκηνοθεσία Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Σκηνογράφος – Ενδυματολόγος Πάρις Μέξης
Μουσική Άγγελος Τριανταφύλλου
Παίζουν Χάρης Γρηγορόπουλος, Άννα Καλαϊτζίδου, Μαρία Κατσιαδάκη, Σύρμω Κεκέ, Υακίνθη Κωνσταντοπούλου, Δαυίδ Μαλτέζε, Μαντώ Μιχαλιού, Ελίνα Ρίζου, Χρίστος Στυλιανού, Κώστας Φλωκατούλα

Παραστάσεις: Από 24 Οκτωβρίου, κάθε Τετάρτη 20:00, Πέμπτη-Παρασκευή 21:00, Σάββατο 18:30 & 21:15 & Κυριακή 18:00
Εισιτήρια: more.com
Θέατρο Χώρα: Αμοργού 20 ,Κυψέλη